Πρωτοδιάβασα τη «Γυναίκα με τα Άσπρα» με άλλον τίτλο –«Λάουρα», εκ του Laura– αρχές της δεκαετίας του ’80, την ίδια περίοδο που διάβαζα για τις Πανελλήνιες. Τι καταφύγιο, τι αντίδοτο στο μαρτύριο της αποστήθισης! Ήμουν ανύποπτη για το ομώνυμο ραδιοφωνικό σίριαλ που καθήλωνε γιαγιάδες και νοικοκυρές καθημερινά, μερικά χρόνια νωρίτερα. Tο μυθιστόρημα του Κόλινς βρισκόταν στη βιβλιοθήκη των δικών μου πλάι στο «Άλικο Γράμμα» του Χόθορν, σ’ έναν μαύρο, σκληρόδετο τόμο των εκδόσεων Δαρεμά, με χρυσά γράμματα στο εξώφυλλο. Ακόμα θυμάμαι με πόσες ενοχές το απολάμβανα. Από την πλοκή, εντούτοις, όπως διαπίστωσα πρόσφατα, ξαναπιάνοντάς το στην ωραία και κατατοπιστική έκδοση του Gutenberg (μτφρ. Ε. Μπαρτζινόπουλος), θυμόμουν ελάχιστα. Κι όπως τότε, έτσι και τώρα, δέσμια μιας αλυσίδας από ίντριγκες και μυστήριες συμπτώσεις, δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου.

 

Αγέραστη εδώ κι ενάμιση αιώνα, η «Γυναίκα με τα Άσπρα», πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες από τον Νοέμβριο του 1859 ως τον Αύγουστο του 1860 σε δύο εβδομαδιαία περιοδικά ταυτόχρονα: στο “All The Year Round» του Ντίκενς, μέντορα και επιστήθιου φίλου του Κόλινς, στην Αγγλία και στο «Harper’s Weekly» στην Αμερική. Ήταν το πέμπτο μυθιστόρημα που υπέγραφε ο 36χρονος και όχι ιδιαίτερα γνωστός ακόμη συγγραφέας και, μολονότι χτυπήθηκε από αρκετούς κριτικούς, έγινε αμέσως ανάρπαστο. Κανένα άλλο ως τότε δεν είχε αγγίξει σε τέτοιο βαθμό τη λαϊκή φαντασία – «ακόμη και η “Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά”, εκείνο το προ οκταετίας τρομερό μπεστ-σέλερ, επισκιάστηκε» επισημαίνει στην εισαγωγή του ο Βρετανός ακαδημαϊκός Τζον Σάδερλαντ. Πολύ γρήγορα, λέει, άρχισαν να εμφανίζονται στην αγορά καπέλα Woman in White, πανωφόρια Woman in White, αρώματα Woman in White, χώρια οι λογοτεχνικές απομιμήσεις που ακολούθησαν – Γυναίκες με τα Μαύρα, Γυναίκες με τα Κόκκινα, Γυναίκες με τα Γκρι, ως και μια Γυναίκα με… πορφυρές πιτζάμες.

 

Μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες ο Ουίλκι Κόλινς ενσωματώνει στην ιστορία του μικρές και μεγάλες παραβάσεις –από πλαστογραφίες, εκβιασμούς και δηλητηριάσεις μέχρι φόνους– και σημασία έχει πως σε κάθε κρίσιμο σημείο της πλοκής τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ακόμη και το ίδιο το μυθιστόρημα ξεκινά ως ιστορία αγάπης και καταλήγει ιστορία κατασκόπων, εμπνευσμένο από τις πολιτικές δολοπλοκίες που ανθούσαν τότε στην Ευρώπη.

 

Ο Σάδερλαντ στοιχηματίζει πως αν ο Ουίλκι Κόλινς είχε κατοχυρώσει δικαιώματα ευρεσιτεχνίας για βασικά στοιχεία της πλοκής του βιβλίου που λεηλατήθηκαν από τους λιγότερο ευρηματικούς συγχρόνους του –το τέχνασμα του «νεκρού αλλά όχι πεθαμένου», για παράδειγμα– θα είχε γίνει πολύ πλουσιότερος. Το σίγουρο είναι πως, αρδεύοντας από νομικές υποθέσεις που έκαναν πάταγο εκείνα τα χρόνια, μιμούμενος το ύφος των δημοσιογραφικών ρεπορτάζ κι επιστρατεύοντας ως διαδοχικούς αφηγητές της ιστορίας πρόσωπα που υποτίθεται γνωρίζουν από πρώτο χέρι τα γεγονότα, ο Κόλινς έδωσε το καλύτερο ίσως γραπτό του, το μόνο δικό του που θέλησε να μνημονεύεται στην επιτύμβια πλάκα του. Ένα αισθηματικό μυθιστόρημα μυστηρίου-προάγγελος των αστυνομικών, το οποίο μπόλιασε τη βικτοριανή μυθιστοριογραφία με νέα μοτίβα, ενδεικτικά της δυστυχίας, της παραφροσύνης και της βίας που θα μπορούσαν να παραμονεύουν σε κάθε ευυπόληπτο σπιτικό.

 

Η γυναίκα του τίτλου, στη σκηνή που πρωτοφανερώνεται στον αναγνώστη, είναι λευκοντυμένη από την κορφή ως τα νύχια, δεν μοιάζει ούτε ακριβώς με κυρία ούτε με γυναίκα της κατώτερης τάξης και, όπως θα φανεί στη συνέχεια, έχει μόλις δραπετεύσει από ψυχιατρικό άσυλο. Είναι μια αλλόκοτη φιγούρα που εμφανίζεται νυχτιάτικα σ’ ένα σταυροδρόμι, μπροστά σ’ έναν από τους βασικούς αφηγητές της ιστορίας, τον Ουόλτερ Χαρτράιτ, και του ζητά την κατεύθυνση για την πρωτεύουσα. Εκείνος τη βοηθάει και από τις λιγοστές κουβέντες που ανταλλάσσουν καταλαβαίνει πως η συγκεκριμένη γυναίκα συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με την οικογένεια στην οποία ο ίδιος ετοιμάζεται να δουλέψει ως εσωτερικός καθηγητής ζωγραφικής.

 

Όποια πέτρα κι αν σηκώνει εφεξής ο Χαρτράιτ, τη «γυναίκα με τα άσπρα» θα βρίσκει. Το παρελθόν της, οι πρωτοβουλίες της, το μεγάλο μυστικό που ισχυρίζεται πως κατέχει, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία του. Ωστόσο, δεν είναι αυτή που θα του κλέψει την καρδιά. Η κοπέλα που θα ερωτευτεί και στην προστασία της οποίας θα αναλώσει όλη την ενεργητικότητά του ο Χαρτράιτ είναι μία από τις μαθήτριές του, η Λόρα: η ορφανή κληρονόμος μιας αξιοζήλευτης περιουσίας, η οποία, αν και ανταποκρίνεται στα αισθήματά του, θα βρεθεί εγκλωβισμένη σ’ έναν άχαρο γάμο μ’ έναν βαρονέτο, τον ίδιο άντρα που είχε κλείσει τη «γυναίκα με τα άσπρα» στο άσυλο. Όλως παραδόξως, όπως μαθαίνουμε από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, η Λόρα και η «γυναίκα με τα άσπρα» μοιάζουν εντυπωσιακά.

 

Δεν χρειάζεται να ειπωθούν περισσότερα για την υπόθεση. Μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες ο Ουίλκι Κόλινς ενσωματώνει στην ιστορία του μικρές και μεγάλες παραβάσεις –από πλαστογραφίες, εκβιασμούς και δηλητηριάσεις μέχρι φόνους– και σημασία έχει πως σε κάθε κρίσιμο σημείο της πλοκής τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ακόμη και το ίδιο το μυθιστόρημα ξεκινά ως ιστορία αγάπης και καταλήγει ιστορία κατασκόπων, εμπνευσμένο από τις πολιτικές δολοπλοκίες που ανθούσαν τότε στην Ευρώπη. Η δε γυναίκα που κλέβει ουσιαστικά την παράσταση δεν είναι εκείνη του τίτλου ούτε το πιστό της αντίγραφό αλλά η Μάριαν, η ετεροθαλής αδελφή της Λόρα, που της στέκεται φύλακας άγγελος. Μια όχι ιδιαίτερα όμορφη αλλά γειωμένη, θαρραλέα και γοητευτική ηρωίδα, που έμελλε να κυριεύσει τις ερωτικές φαντασιώσεις χιλιάδων αναγνωστών του μυθιστορήματος.

 

Η «Γυναίκα με τα Άσπρα» γράφτηκε σε μια εποχή κατά την οποία οι γυναίκες, κοινωνικά υποβαθμισμένες, εκτός όλων των άλλων, δεν ήταν απαραίτητο να ποθούν τους άντρες που παντρεύονταν. Πολλές ήταν καταδικασμένες να συμβιώνουν με άντρες που είχαν απορρίψει, τους οποίους είτε μάθαιναν να αγαπούν είτε έφταναν να μισούν. Εκείνοι, από την πλευρά τους, είχαν δύο τρόπους για να τις κουμαντάρουν. Ο ένας ήταν με τη βία κι ο άλλος –«πιο αργός, πιο δύσκολος αλλά όχι λιγότερο ασφαλής»– ήταν να μην τις ξεσυνερίζονται. Ήρεμη αποφασιστικότητα – «ισχύει για τα ζώα, ισχύει για τα παιδιά, ισχύει και για τις γυναίκες, που δεν είναι παρά μεγάλα παιδιά» διατείνεται ένας από τους κακούς της ιστορίας. O ίδιος ο Κόλινς, πάντως, ως μυθιστοριογράφος, έχει τη φήμη του πιο φεμινιστή από τους βικτοριανούς, ενώ και ο τρόπος που πορεύτηκε ως άντρας ήταν λίαν σκανδαλώδης για τους συγχρόνους του. Τη χρονιά που δημοσιεύτηκε η «Γυναίκα με τα Άσπρα» άρχισε να συγκατοικεί με μια γυναίκα μεγαλύτερή του και πολύ σύντομα θα ’φερνε ανάμεσά τους μια αθώα, νεαρή επαρχιωτοπούλα, τη μόνη με την οποία θ’ αποκτούσε παιδιά. Ως τον θάνατό του, το 1889, ο Ουίλκι Κόλινς θα ζούσε με δύο γυναίκες σ’ ένα αρμονικό, όπως αποδείχτηκε, ménage à trois. Δεν ξέρω αν η ζωή του έγινε ποτέ μυθιστόρημα. Μια εικόνα, ωστόσο, του ίδιου, στην ακμή του, στο πλευρό του κολλητού του Τσαρλς Ντίκενς βρίσκει κανείς στην «Απουσία» του βραβευμένου με Man Booker, Ρίτσαρντ Φλάναγκαν (μτφρ. Γ. Μπλάνας, εκδόσεις Ψυχογιός).