«Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί οι Νεοέλληνες;» είναι το δοκίμιο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gutenberg. Εδώ, η διαπρεπής καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας απαλλάσσει τη βυζαντινή κληρονομιά από εθνικές σκοπιμότητες που θέλουν το Βυζάντιο περισσότερο ευρωπαϊκό ή ασιατικό, αναδεικνύοντας την αυτόνομη πολιτιστική του ύπαρξη. Στο επίμετρο της Άννας Α. Γριμάνη υπάρχει μια συνοπτική καταγραφή με πολύτιμες πληροφορίες για εκείνες τις προσωπικότητες και τα ιστορικά γεγονότα στη ζωή της Γλύκατζη-Αρβελέρ που καθόρισαν την εξέλιξη της καριέρας της στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, αλλά και διεθνώς. Η έκδοση που σχεδίασε και επιμελήθηκε ο Γιάννης Μαμάης είναι τυποτεχνικά άψογη, ανάλογη της υψηλής ποιότητας του κειμένου που εμπεριέχεται σε αυτήν.


Η Αρβελέρ εντάσσει τους Έλληνες στους λαούς της «πολυεθνικής αυτοκρατορίας» του Βυζαντίου, μιας «μεταλλαγμένης» Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που διαφεντεύει «κάθε γη βατή και κάθε θάλασσα πλωτή», όπως έγραφαν οι Βυζαντινοί. Ο «ιδιόρρυθμος» πολιτισμός του Βυζαντίου με κέντρο την Κωνσταντινούπολη αναπτύχθηκε στο νευραλγικό σταυροδρόμι μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, Ανατολής και Δύσης. Στην επικράτειά του υπήρξαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, λόγω των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά τα ελληνιστικά χρόνια. Στις αρχές του 7ου αιώνα, με απόφαση του αυτοκράτορα Ηρακλείου εδραιώνεται η ελληνόφωνη παιδεία και η πρόοδος της ελληνογλωσσίας στο Βυζάντιο. Μέχρι στιγμής το επίσημο όνομα της αυτοκρατορίας δεν είναι το «Βυζάντιο» αλλά το «Ρωμανία» ή το «Ρώμη», εξού και η χρήση των λέξεων Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη μέχρι τις μέρες μας. Το «Έλλην» και το «ελληνικός», κατά τη βυζαντινή εποχή, ταυτίζονται με την ειδωλολατρία. Μάλιστα, στο τέλος του 4ου αιώνα καταστρέφονται αρχαίοι ναοί ή μετατρέπονται σε εκκλησίες με διατάγματα του αυτοκράτορα Θεοδόσιου. Επίσης, απαγορεύονται οι ελληνικές θρησκευτικές πρακτικές, όπως οι θυσίες, τα μυστήρια και η μαγεία.

 

«Το παρελθόν δεν είναι ποτέ ολότελα παρελθόν» λέει η Αρβελέρ καταγράφοντας τις πολυάριθμες «επιβιώσεις» του βυζαντινού παρελθόντος στην καθημερινότητα των Νεοελλήνων. Παραδείγματα βυζαντινών επιβιώσεων είναι ο προστάτης Άγιος και η θαυματουργή παρουσία του, τα κάλαντα, οι φανουρόπιτες, τα τάματα, οι πατροπαράδοτες δεξιότητες. Χαρακτηριστικό και το αμετάφραστο σε άλλη γλώσσα «ο ήλιος βασιλεύει», που σημαίνει ότι ο ήλιος ντύνεται λίγο πριν από τη δύση του με τα χρώματα της βυζαντινής πορφύρας. Η παράδοξη αυτή έκφραση αποτελεί «κληρονομιά μιας διαχρονικής, αψεγάδιαστης εμπειρίας» και μοιάζει σαν «αποτύπωμα της ελληνικής εθνικής ταυτότητας που καταβολή της είναι το Βυζαντιο». Συνεπώς, τα στοιχεία της νεοελληνικής μας ταυτότητας είναι η χαμένη πατρίδα Κωνσταντινούπολη, η νεοελληνική μορφή της γλώσσας και η Ορθοδοξία, καταλήγει η Αρβελέρ. Ιστορική συνέχεια της αρχαιοελληνικής και ελληνιστικής εμπειρίας είναι η βυζαντινή και καρπός της ελληνοπρεπούς σκέψης είναι η Ευρώπη.


Τα «Ζητήματα ποιητικής φιλολογίας & λαογραφίας» (εκδόσεις Κίχλη) του Γ.Μ. Σηφάκη, ομότιμου καθηγητή αρχαίας ελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Νέας Υόρκης (NYU), είναι η επανέκδοση αξιολογότατων κειμένων που πραγματεύονται ζητήματα μορφής και νοημάτων της ελληνικής παραδοσιακής ποίησης διαφόρων περιόδων. Παρουσιάζεται, επίσης, συνοπτικά η εξέλιξη της λαογραφίας στην Ελλάδα, η γόνιμη σχέση της με την ιστορία και η αντίθεσή της με την κοινωνική ανθρωπολογία. Οι έντεκα μελέτες που δημοσιεύτηκαν στο παρελθόν ή δημοσιεύονται τώρα για πρώτη φορά βρίσκονται συγκεντρωμένες στη συγκεκριμένη έκδοση έτσι ώστε να εισάγουν τον αναγνώστη στην πολύτιμη και εντυπωσιακή ελληνική ποιητική παράδοση, παραθέτοντας ενδιαφέρουσες θεωρίες, οπτικές και αναλύσεις.


Θα σταθώ στο εξαιρετικό δοκίμιο με τίτλο «Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη. Συνέργεια και αντιθέσεις» (σελ. 81-113), όπου ο Σηφάκης αναλύει το ζήτημα της συνέργειας προφορικότητας και εγγραματοσύνης στην παράδοση των επών του Ομήρου «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια» καθώς και στον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ο Όμηρος ήταν ο τελευταίος αοιδός της εποχής του (τέλος 8ου αιώνα π.Χ.) και συνόψισε με τα έργα του την προφορική επική παράδοση πολλών αιώνων, αλλά η «μίμηση μιας πράξεως» και η ενότητα της πλοκής που επισημαίνει ο Αριστοτέλης οφείλονται στον νου του μεγαλοφυούς ποιητή και χαρακτηρίζει τα έπη. Στην εποχή του ο Όμηρος πρόλαβε το φωνητικό αλφάβητο που είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται, όμως εκείνος ήταν τυφλός και δεν είχε λόγο ή κίνητρο για εγγράμματη, γραπτή επικοινωνία με το κοινό του. Αντίστοιχα και ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα έργο που υιοθετεί την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού με τα μικρά μοτίβα, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα νέο και πρωτότυπο ποίημα. Ρυθμός και ρίμα είναι μέσα οργάνωσης του ποιητικού λόγου, οικεία στον ακροατή ή στον αναγνώστη. Ο Σηφάκης τελειώνει το δοκίμιο με το παράδειγμα αντίθεσης και αντιπαλότητας μεταξύ της εγγραμματοσύνης και της προφορικότητας που υπήρχε ανάμεσα στους αρχαϊστές λόγιους του 18ου και 19ου αιώνα που θεωρούσαν τον προφορικό λόγο «δευτερογενή» και εξαρτώμενο από την εγγραμματοσύνη. Το γλωσσικό ζήτημα είχε ως συνέπεια την περιθωριοποίηση της προφορικής παράδοσης. Λαμπρή εξαίρεση αποτελεί ο Διονύσιος Σολωμός, που προκειμένου να γίνει Έλληνας ποιητής στράφηκε στα δημοτικά τραγούδια και στα έργα της κρητικής λογοτεχνίας.