Πόρτες που οδηγούν σε άλλους εαυτούς. Γνωρίσαμε τον Blake Crouch από τη Wayward Trilogy («Η πόλη» / «Pines», στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Διόπτρα), στην οποία βασίστηκε η σειρά τού Fox «Wayward Pines», που ο πρώτος κύκλος της προβλήθηκε πριν δύο χρόνια, σε παραγωγή του M. Night Shyamalan και με πρωταγωνιστή τον Matt Dillon, και ο δεύτερος μόλις πέρυσι: μια ασθματική κατάβαση σε μια Κόλαση με ολέθρια όμορφο προσωπείο, μια τριλογία μετα-αποκαλυπτικής Επιστημονικής Φαντασίας, που παρουσίαζε τη ζωή σε μία ειδυλλιακή κωμόπολη, που όμως δεν ήταν παρά ό,τι είχε όλο κι όλο απομείνει από τον ανθρώπινο πολιτισμό — τα πάντα έξω από το Wayward Pines είχαν καταστραφεί χιλιάδες χρόνια πριν, οι κάτοικοι του ειρηνικού εκείνου τόπου είχαν «καταψυχθεί» για να συντηρήσουν στο απώτατο μέλλον τον ανθρώπινο πολιτισμό, επανερχόμενοι τεχνητά στη ζωή, ενόσω τη γη θα νέμονταν ορδές από ανθρωποειδή τέρατα.

 

Στη «Σκοτεινή ύλη» ο Crouch κάνει πολλά βήματα μπροστά. Η Τριλογία ήταν καλογραμμένη, γρήγορη, ευφάνταστη και αρκούντως ανησυχαστική, μολονότι διέθετε αρκετά στοιχεία pulp πεζογραφίας: αυτά που αγαπούν οι ρέκτες του είδους, όπως εμείς. Εδώ, στο τελευταίο του μυθιστόρημα, έχει ωριμάσει πολύ: γίνεται πιο στιβαρός, πιο mainstream, και προσφέρει το όραμά του για τον κόσμο με πιο συντεταγμένους όρους. Και πάλι τον απασχολεί η εναλλακτική ιστορία (η μονοσήμαντη, γραμμική θεώρηση της ανθρώπινης ιστορίας θεωρείται ανεπαρκής εδώ), και πάλι η δυστοπία ρέει κελαριστά από τα δάχτυλά του (κάποιοι από τους πιθανούς αυριανούς κόσμους που περιγράφει είναι ανατριχιαστικοί, μολονότι πιο θανάσιμος είναι ο εδώ-και-τώρα κόσμος μας), και πάλι γράφει ένα θρίλερ εξόχως κινηματογραφικό και σκληρό (είμαστε σίγουροι πως δεν θα αργήσουμε να το δούμε στο σινεμά ή στη συνδρομητική τηλεόραση), όμως, ξαναλέμε, όλα αυτά δίνονται σε ένα άλλο επίπεδο, πιο μεστά και πιο ολοκληρωμένα. Μόλις τριάντα οκτώ ετών, έχει ήδη εκδώσει κάπου 15 μυθιστορήματα και νουβέλες, έχει συμμετάσχει σε genre ανθολογίες, έχει συνεργαστεί με ομοτέχνους του, έχει λάβει ποικίλες διακρίσεις στο χώρο, έχει γράψει σενάρια και, ναι, έχει ωριμάσει πολύ, και το απολαμβάνει. Νομίζουμε πως έχει όλο το μέλλον μπροστά του.

 

H «Σκοτεινή ύλη» δεν είναι σκληρή Επιστημονική Φαντασία: δεν χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις Φυσικής για να την καταλάβεις — ίσα-ίσα, όλα εξηγούνται και όλα μπαίνουν στη θέση τους από τον Τζέισον Ντέσεν και τους υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου, που λύνουν όσα μυστήρια ανοίγονται μπροστά τους μαζί με εμάς: στον κατάλληλο χρόνο.

 

Το ίδιο, όλο το μέλλον μπροστά του δηλαδή, έχει και ο πρωταγωνιστής της «Σκοτεινής ύλης». Αλλά κυριολεκτικά: όλο το μέλλον, και κάθε πιθανό μέλλον. Ο Τζέισον Ντέσεν, ένας συνηθισμένος καθηγητής Φυσικής, όχι κάτι ιδιαίτερο, όχι κάποιος γνωστός και διάσημος επιστήμονας αλλά ένας καθημερινός άνθρωπος, ένας οικογενειάρχης και, εν πολλοίς, ένας άνθρωπος χωρίς τεράστιες φιλοδοξίες και όνειρα, θα βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη να περνά από «παράλληλο» σε «παράλληλο» σύμπαν, να συναντά τους οικείους του και την πόλη του ξανά και ξανά μεν, αλλά κάθε φορά αλλαγμένους, σχεδόν άγνωστους, μεταμορφωμένους από την εκάστοτε ιστορία της γης, έτσι όπως τη διαμορφώνουν οι άπειρες επιλογές μας: το μέλλον «διπλασιάζεται», και εντέλει γίνεται χαοτικό και άπειρο, όποτε ακολουθήσουμε με την ελεύθερη βούλησή μας τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Ακούγεται δυσνόητο, αλλά δεν είναι. Γενικά, η «Σκοτεινή ύλη» δεν είναι σκληρή Επιστημονική Φαντασία: δεν χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις Φυσικής για να την καταλάβεις — ίσα-ίσα, όλα εξηγούνται και όλα μπαίνουν στη θέση τους από τον Τζέισον Ντέσεν και τους υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου, που λύνουν όσα μυστήρια ανοίγονται μπροστά τους μαζί με εμάς: στον κατάλληλο χρόνο.

 

Αυτό εδώ είναι επίσης ένα μυθιστόρημα για τις εμμονές μας. Για την εμμονή με την οποία αντιμετωπίζουμε τα πάντα σαν να ήμασταν το κέντρο του σύμπαντος. Η αίσθηση αυτή (το ότι τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την ύπαρξή μας), κοινή σε ένα μυρμήγκι, σε μια μέδουσα και σε κάθε άνθρωπο, είναι προφανώς ένα συναρπαστικό εξελικτικό όπλο, αλλά δεν συνιστά σε καμία περίπτωση κάποια αλήθεια. Όλη η «Σκοτεινή ύλη» περιστρέφεται γύρω από αυτό. Και το κάνει με όρους σκληρού θρίλερ που δεν σταματά και που δεν κάνει κοιλιά ποτέ, πράγμα γοητευτικό. Περιστρέφεται διαρκώς, αλλά και επιστρέφει σε αυτό: ναι, δεν είμαστε το κέντρο κανενός σύμπαντος, αλλά έχουμε μεγάλη, τεράστια, απεριόριστη αξία σαν πρόσωπα. Κυρίως δε σαν πρόσωπα που αγαπάμε, ή που πρέπει, ή που αξίζει να αγαπήσουμε — και να αγαπηθούμε. Αυτό το μυθιστόρημα (το κυνήγι της μοίρας ενός ανθρώπου), αυτό το συναισθηματικό ταξίδι από σύμπαν σε σύμπαν, εντέλει είναι κυρίως ένα ερωτικό μυθιστόρημα.

 

ΥΓ. Λογοτεχνικός Διαφωτισμός. Ο Crouch σημείωνε στο επιλογικό σημείωμα της Wayward Trilogy πως δεν θα είχε εμπνευστεί εκείνη την ιστορία, αν δεν είχε δει μικρός το Twin Peaks τού Λιντς. Που το είδαμε όλοι μας. Αλλά που κανείς μας δεν έγραψε, ή δεν σκέφτηκε καν ότι θα μπορούσε ποτέ να γράψει, κάτι σαν τη Wayward Trilogy. Πράγμα όχι απαραίτητα κακό, βέβαια... Αλλά, για να το πω αλλιώς: αν δεν γεννηθεί μια γενιά συγγραφέων μας που θα επιδοθεί σε μεγάλα ποσοστά σε τέτοιου είδους μυθιστορήματα, πρωτίστως και κυρίως απαιτητικά από τον «εαυτό» τους, σοβαρά γραμμένα μεν αλλά που να απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό έξω από τα σύνορα της χώρας και να προσδοκούν μία ταπεινή πλην αξιόλογη διεθνή διαδρομή έστω και σε επίπεδο digital publishing, λογοτεχνικό Διαφωτισμό δεν θα περάσουμε. Κουβαλάμε τόση σοβαρότητα, που δεν την αντέχει η πλάτη μας. Έχουμε άμεση ανάγκη από πολλούς μικρούς, ταπεινούς, Έλληνες Στίβεν Κινγκ. Έχουμε άμεση ανάγκη από συγγραφείς που θα πουν δυνατά, «Θα μπορούσα να είχα γράψει εγώ τη "Σκοτεινή ύλη"». Και που θα την έγραφαν. Και για να ανανεωθούμε λογοτεχνικά, αλλά και μπας και αποκτήσουν κάποια στιγμή υψηλή ποιότητα και οι καθ' ημάς Μάρκες-Κάφκα-Μπόρχες-Προυστ και λοιποί.