Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
 

Σαμσών Ρακάς: Το κοινό είναι ο δικτάτορας του καλλιτέχνη

Ο ποιητής και εκδότης δίνει στο LIFO.gr την πρώτη του συνέντευξη και εξηγεί γιατί τον αφορά η ποίηση
ΒΙΒΛΙΟ | M. HULOT 28.1.2017
"Το κοινό είναι κάπως υπερεκτιμημένο στην τέχνη, είναι ο δικτάτορας του καλλιτέχνη, που σε εκβιάζει να πεις αυτό που επιθυμεί να ακούσει για να επιβεβαιωθεί. Άθελά σου υπακούς στις προσδοκίες του, αλλοτριώνεσαι."

 

Το πρώτο ποίημα του Σαμσών Ρακά που διάβασα είχε τίτλο «Η Lindsay Whalen είναι γενναία» και ξεκίναγε έτσι: «Μοναξιά / είναι να κάθεσαι σε μια γωνιά / στα έβερεστ της Πειραιώς / τέσσερις και τριάντα πέντε ακριβώς τη μέρα που πέθανε ο Χατζησάββας / δεν υπάρχει ψυχή / θλιμμένη μια υπάλληλος σφουγγαρίζει / φορώντας τον σκούφο του άη βασίλη / σημασία δε μου δίνει / κι ας έχω το δίκιο με το μέρος μου / όπως το έχουν όλοι οι μόνοι». Ο Σαμσών Ρακάς είναι ποιητής. Ένας νέος ποιητής που εμφανίστηκε στο Διαδίκτυο με το blog του το πορτατίφ το φθινόπωρο του 2011, συνέχισε με την «Ψυττάλεια», η οποία έκανε τρεις διαφορετικές κυκλοφορίες εκτός εμπορίου (με διαφορετικές γραφές), σε χειροποίητη και χειρόγραφη έκδοση, και από το 2015 μπήκε στον εκδοτικό χώρο, φτιάχνοντας τις εκδόσεις Υποκείμενο.

 

Από το Υποκείμενο κυκλοφόρησε το 2015 το έργο του «Αμπερλουδαχαμίν», το οποίο, αφού εξαντλήθηκε, επανεκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2016, μετά τη μελοποίησή του από τον Χαρίλαο Τρουβά – οι δυο τους από αυτό το Σάββατο ξεκινούν εμφανίσεις σε πόλεις της Ελλάδας, με πρώτη στάση τη Θεσσαλονίκη. Από το Υποκείμενο κυκλοφόρησαν επίσης η «Προσευχή του Ελάχιστου» της Όλιας Λαζαρίδου, το «Γκρόζνι» του Γιάζρα και η «Πάσα Ανάσα» του γιώργου δομιανού, ενώ ως ειδική έκδοση αναφέρεται η εκτροπή του Σαμσών Ρακά στον «Άμλετ», μέρος της οποίας παρουσιάστηκε από την Όλια Λαζαρίδου στην Ολονυχτία για τον Σαίξπηρ που έγινε στο Θέατρο Τέχνης τον περασμένο Δεκέμβριο. Πέρσι κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος μιας περιοδικής θεματικής έκδοσης με τίτλο «Ινοστρανσέβια». Ο Σαμσών διοργανώνει ποιητικές βραδιές, κατά τις οποίες ο ίδιος κρατά τον ρόλο του αφηγητή-περφόρμερ. Μια τέτοια βραδιά ήταν η περσινή παρουσίαση του υπό έκδοση έργου του «Ούτις» στο θέατρο Σφενδόνη. Λίγο πριν ξεκινήσει το ταξίδι του για τη Θεσσαλονίκη, μιλήσαμε για ποίηση και τις εκδόσεις Υποκείμενο που έχουν κυκλοφορήσει μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα.

 

Ξεκάθαρα οι συνθήκες είναι που σε εξωθούν στην ποίηση. Και μάλιστα γράφεις για να υπερακοντίσεις αυτές ακριβώς τις συνθήκες. Πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο, εκτός κι αν διαθέτεις ένα έμφυτο χάρισμα και καταφέρει το μολύβι σου να μοιάσει με ξιφολόγχη

 

 —Πες μου μερικά πράγματα για τον Σαμσών Ρακά. Ποιος είναι;

Ένας τύπος που προσπαθεί μονίμως να ισορροπήσει πάνω σε μια διαλυμένη ζωή. Ίσως ακούγεται υπερβολική η απάντηση, απλώς δεν θέλω να αφήσω τίποτε απέξω.

 

Γιατί σε ενδιαφέρει η ποίηση;
Δεν νιώθω να με ενδιαφέρει ακριβώς. Το θέατρο με ενδιαφέρει ή το σινεμά ή η πεζοπορία μες στη νύχτα. Η ποίηση με αφορά.

 

—Και τι είναι αυτό που σε οδήγησε στην ποίηση;
Φαντάζομαι, μια ανεξιχνίαστη αλληλουχία γεγονότων. Αλλά αν πρέπει να σου καταθέσω μια καθοριστική στιγμή, αυτή νιώθω πως συνέβη όταν παρακολουθούσα μια ταινία του Αγγελόπουλου που δεν ήμουν ακόμη έτοιμος να αντικρίσω, τον «Μεγαλέξανδρο». Καθόμουν μόνος –ήταν μεσάνυχτα, θυμάμαι– στο πρακτορείο ΠΡΟΠΟ των γονιών μου στη Σαλαμίνα. Ήμουν ασφυκτικά κυκλωμένος από λαχεία, ομαδικά δελτία και το Ξυστό, και κάπως άγαρμπα αντιλήφθηκα μέσα από την ταινία την έννοια του συγκινησιακού βάθους, ένιωσα το μεγαλείο της ανατροπής, είδα ολοκάθαρα το πέρασμα που οδηγεί στην απέχθεια για την ύλη.

 

—Σε τι περιβάλλον μεγάλωσες;

Σε ασφαλές και «αδιάθετο». Γεμάτο αγάπη και ΠΑΣΟΚ.

 

—Είχες κάποιο ποιητικό «προνόμιο» από μικρός;
Τώρα θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να πω πως είχα έναν θείο διανοούμενο που με μύησε από νωρίς στην ποίηση του Καρυωτάκη, αλλά δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Δεν είχα φίλους στο σχολείο – πιάνεται αυτό;

 

—Είναι η ποίηση κάτι έμφυτο ή σε κάνουν οι συνθήκες ποιητή; 
Ξεκάθαρα οι συνθήκες είναι που σε εξωθούν στην ποίηση. Και μάλιστα γράφεις για να υπερακοντίσεις αυτές ακριβώς τις συνθήκες. Πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο, εκτός κι αν διαθέτεις ένα έμφυτο χάρισμα και καταφέρει το μολύβι σου να μοιάσει με ξιφολόγχη.

 

Νιώθω πως καμιά φορά η ποίηση είναι που σκηνοθετεί τη ζωή μου και όχι το αντίστροφο.
Νιώθω πως καμιά φορά η ποίηση είναι που σκηνοθετεί τη ζωή μου και όχι το αντίστροφο.

 

—Πόσο «βιωματική» είναι η ποίησή σου;
Το βίωμα είναι, νομίζω, το πρωταρχικό λιθαράκι. Αν καταφέρεις να το κρύψεις καλά, να το καταχωνιάσεις μέσα σε ένα ευρύτερο οικοδόμημα, τότε κάνεις ποίηση. Αν μείνεις στην περιγραφή του, θα πάρεις απλώς μπόλικα likes. Μέχρι που έρχεται ο Ρεμπώ, γράφει το «Μεθυσμένο Καράβι» χωρίς να έχει δει ποτέ του θάλασσα, και αναγκάζομαι να πάρω την απάντηση πίσω.

 

—Σου αρέσει ο τρόπος που ζεις τη ζωή σου;
Δεν είμαι σίγουρος. Καλώς ή κακώς, ανήκω σε αυτούς που είναι ανίκανοι να ασχοληθούν με κάτι άλλο πέρα από την τέχνη. Νιώθω ανάπηρος από παρόν. Πράγματα γνωστά, λίγο-πολύ. Ανασαίνω σαν χώρα.

 

—Ποια περιστατικά απ' όσα ζεις σου δίνουν έμπνευση για να γράψεις; Έχεις επιχειρήσει ποτέ να «σκηνοθετήσεις» τη ζωή σου για να γίνει πιο ενδιαφέρουσα;
Τα πάντα σημαίνουν γύρω σου, αρκεί να τα σημάνεις. Προχθές με πέτυχε μια βροχή στον δρόμο, όπως περπατούσα. Έκοψα λίγο το βήμα μου και είδα τόσο γυάλινη την ατμόσφαιρα, ώσπου άρχισα να περπατάω με προσοχή, σχεδόν στις μύτες, για να μη σπάσει ο δρόμος. Ήθελα απλώς να κρίνω εμπειρικά αν μπορεί να γίνει ποίημα αυτή η σκέψη μου. Δεν έγινε ποτέ. Οπότε νιώθω πως καμιά φορά η ποίηση είναι που σκηνοθετεί τη ζωή μου και όχι το αντίστροφο.

 

—Τι άλλο σου δίνει κίνητρο;
Η ταπείνωση που νιώθω να αγαπάω μονίμως τον λάθος άνθρωπο.

 

—Έχεις ζηλέψει ποτέ την ποίηση κάποιου άλλου; 
Την ποίηση όχι, ποιητή όμως ναι. Θαυμάζω, για παράδειγμα, το σθένος του Άγγελου Σικελιανού. Θα ήθελα να πατάω όπως πατούσε. Να έχω τον υγιή ναρκισσισμό του, τόσο δυνατή πίστη στο θαύμα. Ξέρεις πως προσπάθησε κάποτε να αναστήσει έναν άνθρωπο;

 

Θαυμάζω, για παράδειγμα, το σθένος του Άγγελου Σικελιανού. Θα ήθελα να πατάω όπως πατούσε. Να έχω τον υγιή ναρκισσισμό του, τόσο δυνατή πίστη στο θαύμα. Ξέρεις πως προσπάθησε κάποτε να αναστήσει έναν άνθρωπο;
Θαυμάζω, για παράδειγμα, το σθένος του Άγγελου Σικελιανού. Θα ήθελα να πατάω όπως πατούσε. Να έχω τον υγιή ναρκισσισμό του, τόσο δυνατή πίστη στο θαύμα. Ξέρεις πως προσπάθησε κάποτε να αναστήσει έναν άνθρωπο;

 

—Υπάρχει κάποιος κριτής της ποίησής σου; Που του δείχνεις ένα ποίημα που γράφεις και μετράει η γνώμη του; Που θα άλλαζες κάποιο ποίημα για χάρη του;
Το κοινό είναι κάπως υπερεκτιμημένο στην τέχνη, είναι ο δικτάτορας του καλλιτέχνη, που σε εκβιάζει να πεις αυτό που επιθυμεί να ακούσει για να επιβεβαιωθεί. Άθελά σου υπακούς στις προσδοκίες του, αλλοτριώνεσαι. Χρειάζεται μπόλικες αντοχές και από τις δύο πλευρές για να χτιστεί μια σχέση βάθους. Νομίζω πως υπάρχουν κάποιες τέτοιες σχέσεις και με αφορά απόλυτα η γνώμη τους.

 

—Μίλησέ μου για το «πορτατίφ». Πότε και γιατί το ξεκίνησες; 
Δεν θυμάμαι ακριβώς. Με πηγαίνεις τουλάχιστον δέκα χρόνια πίσω, σίγουρα. Σε μια περίοδο γεμάτη εφηβισμούς και βεβαιότητες. Μετά ήρθαν οι προδοσίες του εαυτού, των άλλων, κι όλες οι βεβαιότητες κατέρρευσαν. Είναι αλήθεια, πάντως, πως στη σχεδόν καθημερινή μου εξάσκηση στο μπλογκ οφείλεται απόλυτα το συγγραφικό μου παρόν.

 

—Τι άλλο γράφεις, εκτός από ποιήματα;
Μail στη διοίκηση της ΕΥΔΑΠ για να παραχωρήσει άδεια να απαγγείλω την Τέταρτη την οριστική γραφή της «Ψυττάλειας» στο ομώνυμο νησί, δίπλα στον ξεχασμένο τάφο της 17χρονης Λουίζας Άρμανσμπεργκ. Έχω το κείμενο στο κεφάλι μου. Αλλά αν δεν μου δοθεί η άδεια, δεν θέλω να το γράψω. Είναι καθαρά ποίημα in situ.

 

—Η «Ψυτάλλεια» τι ακριβώς είναι;
Είναι το πρώτο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε σε τρεις διαφορετικές γραφές το 2013/14. Ίσως θα πρέπει να μιλάμε για τρία διαφορετικά βιβλία, με κοινή όμως μοίρα. Η κύρια σύνδεσή τους, εκτός από το νησί-σύμβολο, είναι η δομή της έκδοσης, καθότι παράχθηκε εκτός τυπογραφείου. Το σώμα του βιβλίου, που κουβαλούσε χειροτεχνημένο στην πλάτη του το μακροσκελές ποίημα της «Ψυττάλειας», ήταν παλιές εκδόσεις των «Απάντων» του Παλαμά ή περιοδικά της «Νέας Εστίας» από το έτος 1936, που δημιουργούσαν έτσι ένα παλίμψηστο νόημα. Κάθε έκδοση κυκλοφόρησε σε 150 περίπου μονότυπα. Μπορεί να φαίνονται λίγα, μα ήταν αρκετά επίπονα και οι προεκτάσεις που πήραν δυσανάλογες της ποσότητάς τους.

 

 

—Άξιζε τον κόπο;
Αρκετοί μου έχουν πει πως κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι πια, σε φωτοτυπίες, ή επισκέπτονται διάφορους χώρους για να τη διαβάσουν, όπως, για παράδειγμα, τη βιβλιοθήκη της bijoux de kant, κάτι που έμαθα πρόσφατα και με χαροποίησε ιδιαίτερα. Επίσης, έχουν γραφτεί ήδη δύο δημόσιες κριτικές. Θέλω να πω ότι υπάρχει μια ολοκληρωμένη πορεία, παρόλο που μιλάμε για ένα βιβλίο εκτός εμπορίου. Πάντως, το πιο σημαντικό είναι πως αποτέλεσε τον φυσικό πρόγονο των εκδόσεων Υποκείμενο. Οπότε ναι, άξιζε τον κόπο.

 

—Γιατί έφτιαξες τον δικό σου εκδοτικό; Με τι κριτήρια επιλέγεις τι θα κυκλοφορήσεις;
Θέλησα απλώς να έχω τον έλεγχο των γραπτών μου, γιατί κατάλαβα πως μόνο με όρους αυτονομίας μπορώ να λειτουργήσω. Χωρίς να με αναγκάζουν να κάνω βιβλιοπαρουσιάσεις ή να ανέχομαι εξώφυλλα που δεν μου αρέσουν. Από κει και πέρα, εκδίδουμε επιλεκτικά μαζί με τη Σοφία Σούπαρη, με την οποία συνεργαζόμαστε σε απόλυτο βαθμό, βιβλία που αγαπάμε σαν να είναι δικά μας, που έχουν μια προσωπική φωνή, που γράφτηκαν από ανάγκη και όχι από φιλαρέσκεια.

Ο «Άμλετ» πώς προέκυψε;
Μου ζήτησε η αγαπημένη ηθοποιός Όλια Λαζαρίδου να επιχειρήσω μια μετάφραση του γνωστού μονολόγου του Άμλετ για την Ολονυχτία Σαίξπηρ που θα γινόταν στο Θέατρο Τέχνης. Αν και φοβισμένος στην αρχή, κύλησε καλύτερα απ' ό,τι φανταζόμουν. Άρχισα να μεταφράζω ελεύθερα το κείμενο, ώσπου, ξαφνικά, λόγω και της συγγραφικής αναίδειας που με ταλαιπωρεί, εξελίχθηκε σε μια προσωπική εκτροπή επηρεασμένη από τον «Άμλετ». Έτσι, γεννήθηκε σε έναν μήνα ο δεκασέλιδος «Άμλετ: Να είμαι εγώ ή να μην είμαι;». Ήταν μια πολύ ευχάριστη περιπέτεια, που συνεχίστηκε με την ειδική κυκλοφορία του σε μια κομψή έκδοση λίγων αντιτύπων από το Υποκείμενο, και κορυφώθηκε με την παρουσίασή του στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Αν και με το ζόρι βγήκαν τα έξοδά του, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτού που έλεγα πριν. Χωρίς την ευελιξία και την ελευθερία κινήσεων που μου προσφέρει ο μικρός εκδοτικός δεν θα είχαν προκληθεί τόσο όμορφα συναισθήματα, θέλω να πιστεύω, ούτε σ' εμένα ούτε στους αναγνώστες.

 

 Θέλησα απλώς να έχω τον έλεγχο των γραπτών μου, γιατί κατάλαβα πως μόνο με όρους αυτονομίας μπορώ να λειτουργήσω. Χωρίς να με αναγκάζουν να κάνω βιβλιοπαρουσιάσεις ή να ανέχομαι εξώφυλλα που δεν μου αρέσουν.

 

—Τι ήταν αυτό που σε έκανε να κυκλοφορήσεις τη συλλογή του Γιάζρα;
Η επιθυμία του να θέλει να βγάλει το πρώτο του βιβλίο στο Υποκείμενο λόγω της αλληλοεκτίμησής μας και της πολύχρονης συνεργασίας μας στο ΤΕΦΛΟΝ, αλλά κυρίως το γεγονός πως περιέχονται σε αυτήν τουλάχιστον επτά ποιήματα που τα θεωρώ πολιτισμικό κατόρθωμα. Όπως αυτό που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην «Guardian», σε μετάφραση της Karen van Dyck. Γενικά, οι εκδόσεις Υποκείμενο δεν εκδίδουν κάτι που δεν το αγαπούν. Κι αυτό ισχύει σε απόλυτο βαθμό και για την «Προσευχή του Ελάχιστου» της Όλιας Λαζαρίδου και για την πρόσφατη έκδοσή μας, την «Πάσα Άνασα» του γιώργου δομιανού.

 

—Ποια ανάγκη σού καλύπτει η ποίηση; Για ποιον λόγο επιστρέφεις στα ποιήματα;
Επιστρέφω μόνο για να κόβω τους δεσμούς μου μαζί τους. Αν δεν πλήττω με τα προηγούμενα, δεν βρίσκω τον λόγο να συνεχίσω να γράφω. Ξέρω πως όταν γράψω το βιβλίο που θα με ικανοποιεί εντελώς, θα πάψω και τη σχέση μου με τη συγγραφή. Δες, για παράδειγμα, το «Αμπερλουδαχαμίν», το πρώτο «επίσημο» βιβλίο μου. Ήμουν έτοιμος να πάω παρακάτω, στον «Ούτις». Μέχρι που ο Χαρίλαος Τρουβάς μελοποίησε εκτενή αποσπάσματα, γεννώντας μου μια εντελώς φρέσκια ματιά, μια νέα αγάπη για το κείμενο. Έτσι, αποφάσισα να το επανεκδώσω και πλέον έχω ξαναβουτήξει μέσα του για τα καλά.

 

—Πες μου για τις παραστάσεις του «Αμπερλουδαχαμίν» με τον Χαρίλαο Τρουβά. Τι θα κάνετε το Σάββατο;
Οι οκτώ συναυλίες στο σπίτι του στους Αμπελόκηπους τον περασμένο Νοέμβριο αποτέλεσαν μια γερή βάση γι' αυτό που ακολουθεί τώρα – τι ακριβώς, δεν ξέρω. Μουσική παράσταση, ποιητική περφόρμανς, απαγγελία με πιάνο; Πάντως, εμπλέκομαι σκηνοθετικά, εμπλουτίζω τα νοήματα με κείμενα πέρα από το βιβλίο και θα προσπαθήσω, με τη βοήθεια του Χαρίλαου στο πιάνο, να «ξετυλίξω τη μούμια» στη σκηνή, αναζητώντας ειλικρινώς το αρχέγονο ποιητικό σώμα. Η πρώτη παρουσίαση θα γίνει στη Θεσσαλονίκη το Σάββατο 28 Γενάρη, και θα ακολουθήσει η Λάρισα στις 13 Φλεβάρη. Πρέπει να ομολογήσω πως μου δίνει ευχαρίστηση να συνεργάζομαι με τον πιο αυτομορφωμένο άνθρωπο που έχω γνωρίσει.

 

 

—Θα έχεις βαρεθεί να σε ρωτάνε, αλλά σημαίνει κάτι το «Αμπερλουδαχαμίν»;
Έχω όντως βαρεθεί να λέω πως δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Και γι' αυτό θα επιχειρήσω με τις επικείμενες παραστάσεις να δώσω επιτέλους μια απάντηση. Αν θέλεις να σε προϊδεάσω κάπως, μπορώ να σου αποκαλύψω τη φράση-κλειδί του Αγκάμπεν: «Μαγεία είναι η επιστήμη των μυστικών ονομάτων».

 

—Πώς λειτουργεί καλύτερα η ποίηση; Χρειάζεται η απαγγελία, η μελοποίηση και η περφόρμανς ή αρκεί η ιδιωτική ανάγνωση;
Όλα μπορούν να συγκινήσουν με τον τρόπο τους, αρκεί να μην υπερβάλλουν σε στυλ.

 

—Τι είναι η Ινοστρανσέβια;
Είναι μια ζαβολιά των εκδόσεων, ένα ποιητικό φύλλο τέχνης, αρκετά ευέλικτο και φτηνό, που επιθυμεί να αποδεσμεύσει την ποίηση από τη γάγγραινα του ελιτισμού. Το πρώτο τεύχος είχε για θέμα την «ποίηση γύρω στα είκοσι», συστήνοντας τέσσερις πολύ νέους ποιητές. Εξαντλήθηκε, επανεκδόθηκε και συνεχίζει ακάθεκτο, καθότι τα νέα που λαμβάνουμε είναι πολύ αισιόδοξα. Αξίζει να σου αναφέρω πως πρόσφατα διδάχτηκε σε δύο σχολεία στην Ελλάδα και λειτούργησε, έστω και για μία σχολική ώρα, ως ένα παράδειγμα διδασκαλίας.

 

—Ο «Ούτις» τι είναι;
Είναι ένα μονίμως υπό εξέλιξη ποιητικό βιβλίο που θέλει να αναγκάσει τη θεολογία να συνομιλήσει με τον έρωτα. Σχηματικά, θα έλεγα πως φιλοδοξεί να χτίσει έναν προσωπικό θεό στον οποίο προσεύχεσαι έτσι: «συνομίλησα τόσο πολύ μαζί σου / που όταν σε ξανάδα, πόσα; / τριανταπέντε χρόνια μετά; / την ώρα που με ρώτησες με έκπληξη τι κάνω / σου απάντησα σε τόνο συζυγικό / να πάρουμε χαρτί κουζίνας όπως γυρνάμε». Το εγχείρημα μόνο προβλήματα μου δημιουργεί. Έχει φτάσει τις 400 σελίδες και είμαι εντελώς μπλεγμένος. Το μέλλον του είναι ομιχλώδες. Το ευχάριστο είναι πως μεγάλο μέρος του βιβλίου παρουσιάστηκε πέρσι, για μία βραδιά, στο ασφυκτικά γεμάτο ένταση, κόσμο αλλά και αμηχανία θέατρο Σφενδόνη. Λες και υπήρχε ένα προαίσθημα για την αντιξοότητά του. Είμαι πεισματάρης πάντως.

 

—Πώς τα βλέπεις τα πράγματα Σαμσών;
Εκδοτικά εννοείς; Νομίζω ότι μόνο με όρους αυτοθυσίας μπορείς πλέον να τα βγάλεις πέρα. Εκτός κι αν θες να γίνεις εκδότης σαν κι αυτούς που δεν θυμούνται ούτε τους τίτλους των βιβλίων που τυπώνουν. Ή μήπως εννοείς συγγραφικά; Κι εκεί το ίδιο ισχύει. Αν εξαιρέσεις το Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο και τρεις-τέσσερις ακόμα, δύσκολα συναντάς μεγάλους ποιητές στις μέρες μας. Οι περισσότεροι πασχίζουν για την καταξίωση, παρά για τις λέξεις τους, μηχανορραφώντας για την έγκριση των ποιημάτων τους σε κάτι αναχρονιστικά λογοτεχνικά τομίδια, αξιώνοντας πολύ περισσότερα τετραγωνικά απ' όσα απαιτούνται για την έμπνευση. Όμως η ποίηση ποτέ δεν είναι, πάντα φιλοδοξεί να γίνει. Άπαξ και ενστερνιστείς τον τίτλο του ποιητή, το παιχνίδι έχει χαθεί. Ή τουλάχιστον έτσι το νιώθω εγώ μέσα μου. Τώρα, αν με ρωτάς γενικότερα, ως κοινωνία, θα σου πω πως κάποτε έβλεπα το ποτήρι μισοάδειο. Πλέον νομίζω ότι ραγίζει και το ίδιο το ποτήρι. Ζητείται νέο σκεύος.

 

«Αμπερλουδαχαμίν: "Ξετυλίγοντας τη μούμια"», Ιδέες - Piano Bar, Βύρωνος 6, πλ. Ναυαρίνου, Θεσσαλονίκη, 28/1, 22:00.

O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO και δουλεύει σε αυτήν από το πρώτο φύλλο της
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ