Είχα καιρό να νιώσω τέτοια λαχτάρα. Με νωπές ακόμη τις εντυπώσεις από το τελευταίο μυθιστόρημα του Κολμ Τομπίν «Νόρα Γουέμπστερ», δεν έβλεπα την ώρα να ξεκινήσω δύο παλιότερα έργα του σπουδαίου Ιρλανδού συγγραφέα, τα οποία, μεταφρασμένα κι αυτά από την Αθηνά Δημητριάδου, μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ίκαρος και Gutenberg: το «Μπρούκλιν» και το «Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό» αντίστοιχα. Ανυπομονούσα να επιστρέψω στην απλή, κουβεντιαστή γραφή του και στον χαμηλόφωνο, γεμάτο συναισθήματα κόσμο του, απ' όπου απουσιάζει οτιδήποτε το φανταχτερό. Στα πεζά του Τομπίν δεν θα βρεις αποφθέγματα να υπογραμμίσεις ούτε καμιά συναρπαστική δράση. Συγκινητικές και διαποτισμένες με λεπτό χιούμορ, με απολύτως πειστικούς χαρακτήρες και σφιχτή πλοκή, οι ιστορίες του είναι απ' αυτές που τις διαβάζεις και δεν θέλεις να τελειώσουν, μονολότι πραγματεύονται τις μεγαλύτερες ανατροπές – απώλειες, αρρώστιες, ξεριζωμούς.

 

Γεννημένος το 1955 στους κόλπους μιας καθολικής και έντονα πολιτικοποιημένης οικογένειας –ο παππούς κι ένας από τους θείους του ήταν μέλη του IRA–, ο πολυβραβευμένος Τομπίν, στα εννιά του, ούτε να διαβάσει μπορούσε ούτε να μιλήσει με άνεση. Τραύλιζε. Ευτυχώς, λέει, οι γονείς του δεν το έκαναν θέμα. Τον άφησαν να τα βγάλει μόνος του πέρα και μια ωραία μέρα τον άκουσαν έκπληκτοι να απαγγέλει το «Daddy» της Σίλβια Πλαθ. Εκείνο που στα δώδεκά του θα τον σφραγίσει διά βίου, αφήνοντας γερό αποτύπωμα και στο λογοτεχνικό έργο του, είναι ο θάνατος του πατέρα του, ενός λαμπρού δασκάλου, ιδιαίτερα αγαπητού. Όλη του την εφηβεία θα την περάσει περιστοιχισμένος από γυναίκες –τη μητέρα του, τις αδελφές, τις θείες του–, αφουγκραζόμενος τις κουβέντες τους και παρατηρώντας τις κινήσεις τους με τις κεραίες τεντωμένες. Εκείνη την περίοδο θα φλερτάρει με την ιδέα να γίνει ιερέας. Με το που μπαίνει ωστόσο στο πανεπιστήμιο και έρχεται σ' επαφή με το έργο του Κόνραντ, του Χέμινγουεϊ και του Λέοναντ Κοέν, με το που συνειδητοποιεί ότι θα μπορούσε να υπερασπιστεί δημόσια την ομοφυλοφιλία του, η πίστη του στον Θεό αντικαθίσταται από το πάθος του για τη μουσική, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία.

 

Ο Ιρλανδός συγγραφέας επιμένει να θυμίζει πώς όσο οδυνηρή κι αν είναι μια απώλεια, εκείνοι που μένουν πίσω, αργά ή γρήγορα παρασύρονται και πάλι από το κύμα της ζωής.

 

Από τα πρώτα μυθοπλαστικά έργα του Τομπίν, το «Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό» (1999) αναφέρεται μεν στην ομοφυλοφιλία, αλλά ως κεντρικό του θέμα έχει τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια, τη σχέση με τη μητέρα για την ακρίβεια. Δοσμένο από τη ματιά μιας τριαντάχρονης γυναίκας, της Έλεν, που κουβαλάει μέσα της κάτι πολύ παγωμένο, είναι επίσης ένα μυθιστόρημα για τις πληγές που κινδυνεύουν να κακοφορμίσουν, για τα καταχωνιασμένα αισθήματα που πρέπει επιτέλους να βγουν στην επιφάνεια. Όπως ο Τομπίν, έτσι και η ηρωίδα του έχει χάσει τον πατέρα της σε τρυφερή ηλικία. Πάνω απ' όλα, όμως, έχει σημαδευτεί από τη στάση που κράτησε η μητέρα της απέναντι στην ίδια και τον μικρότερο αδελφό της, αφότου ο πατέρας τους αρρώστησε. Το ότι δεν τους μίλησε για τον καρκίνο του, το ότι τα «πάρκαρε» στη γιαγιά τους όσους μήνες έτρεχε μαζί του στα νοσοκομεία, το ότι ως την κηδεία του δεν τους έδωσε σημεία ζωής, όλα αυτά, καλώς ή κακώς, η Έλεν τα έχει εισπράξει ως ασυγχώρητα δείγματα μητρικής εγκατάλειψης.

 

Μάνα και κόρη, χρόνια τώρα, έχουν κόψει κάθε επαφή. Ένα τραγικό γεγονός, όμως, θα σταθεί αφορμή για να ξανασυναντηθούν. Ο Ντέκλαν, ο αδελφός της Έλεν, πεθαίνει από AIDS και επιθυμία του είναι να μην περάσει τις τελευταίες του μέρες στο νοσοκομείο, αλλά στο σπίτι της γιαγιάς, στο Blackwater, πλάι στον φάρο τον οποίο είχε συνδέσει με τα ανέμελα, παιδικά καλοκαίρια του. Πάει καιρός που τον έχει χτυπήσει η αρρώστια, αλλά δεν το είχε πει σε κανέναν από τους δικούς του, όπως δεν τους είχε μιλήσει ανοιχτά ούτε για την ομοφυλοφιλία του. Και να που, τώρα, όλα αποκαλύπτονται. Συγκλονισμένες πάνω από το προσκεφάλι του, τρεις γυναίκες από τρεις διαφορετικές γενιές, με διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και διαφορετικά πιστεύω, θα μυηθούν έστω και με καθυστέρηση στο προσωπικό σύμπαν του νεαρού άντρα, θα συγχρωτιστούν με τους γκέι φίλους του που του συμπαραστέκονται ολόψυχα σαν στενοί συγγενείς και θα έχουν την ευκαιρία να λύσουν τους λογαριασμούς μεταξύ τους, γεφυρώνοντας κάπως τις αποστάσεις που τις χώριζαν.

 

 

Το τίμημα για την επαναπροσέγγισή τους είναι πανάκριβο. Ωστόσο, επιμένει να θυμίζει ο Ιρλανδός συγγραφέας, όσο οδυνηρή κι αν είναι μια απώλεια, εκείνοι που μένουν πίσω, αργά ή γρήγορα παρασύρονται και πάλι από το κύμα της ζωής. Το ίδιο αυτό μήνυμα, ότι η ζωή συνεχίζεται, καταφέρνει να περάσει στα παιδιά της και η νεαρή χήρα Νόρα Γουέμπστερ, κι αυτό ακριβώς θα διαπιστώσει με τη σειρά της η Έιλις, η πρωταγωνίστρια του «Μπρούκλιν». Δημοσιευμένο το 2009, μετά το «Χένρι Τζέιμς, ο δάσκαλος» (εκδ. Ωκεανίδα) και πριν από τη «Διαθήκη της Μαρίας» (εκδ. Ίκαρος), το «Μπρούκλιν» είναι μια ιστορία ενηλικίωσης που εκτυλίσσεται ανάμεσα στην Ιρλανδία του '50 και τη Γη της Επαγγελίας, όπως φάνταζε τότε η Αμερική, επικεντρωμένη πάνω σε μια ευαίσθητη, εσωστρεφή κοπέλα, η οποία ψάχνει τον βηματισμό της ανάμεσα στην ανάγκη, το καθήκον και τις βαθύτερες επιθυμίες της.

 

Η Έιλις δεν επέλεξε να ξενιτευτεί, άλλοι το κανόνισαν – για το καλό της. Δεν ξετρελαίνεται με τη δουλειά της πωλήτριας που της έχουν βρει, αλλά την κάνει φιλότιμα. Λιώνει από νοσταλγία για τον τόπο της και τους δικούς της ανθρώπους, αλλά, με τη βοήθεια του Ιρλανδού εφημέριου που της στέκεται σαν φύλακας-άγγελος, ξεκινά μαθήματα λογιστικής, αρπάζει τις ευκαιρίες για διασκέδαση, συνέρχεται. Δεν είναι ερωτευμένη με το αγόρι που ισχυρίζεται πως την αγαπάει, αλλά η ευγένεια και η αφοσίωσή του τη σκλαβώνουν όλο και περισσότερο. Κι εκεί που αρχίζει να συντονίζεται με τους ρυθμούς της αμερικανικής μεγαλούπολης, ο ξαφνικός θάνατος της αδελφής της την οδηγεί πίσω, στο ασφυκτικά μικρό Ένισκορθι, φέρνοντάς την αντιμέτωπη με νέα διλήμματα και νέες προοπτικές – συναισθηματικές και επαγγελματικές. Όλοι γύρω της θεωρούν δεδομένο ότι θα μείνει στην Ιρλανδία να γηροκομήσει τη μητέρα της, ότι η εμπειρία της Αμερικής δεν ήταν γι' αυτήν παρά μια απλή παρένθεση. Τώρα, όμως, η Έιλις μπορεί ν' αποφασίζει μόνη της για την τύχη της. Όπως έχει δείξει ο Τομπίν, ακολουθώντας την βήμα προς βήμα κι αποτυπώνοντας με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τον ψυχισμό της, η Έιλις έχει καταφέρει ν' αυτονομηθεί.