Η μνήμη είναι η μόνη αληθινή ιδιοκτησία» επέμενε ο Ναμπόκοφ που ήξερε πως οι ιστορίες είναι κάτι παραπάνω από ανάγκη για αφήγηση – είναι πόλεμος, διεκδίκηση και διαφυγή. Η μνήμη μοιάζει να σαρώνει τα πάντα, να φωλιάζει ολάκερη στον χορό μιας μπαλαρίνας, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, σε μια παλιά κασέτα με μουσικές, σε έναν παραστατικό πίνακα, σε μια φθαρμένη φωτογραφία ή σε μια καρτ ποστάλ, και γίνεται η πιο ουσιαστική περιουσία, αυτή που δεν μπορεί να υποκλέψει κανείς, μια και τα πάντα μπορούν να μεταμορφωθούν σε ανάγκη για εξιστόρηση, τη μόνη ανάγκη που κάνει τον άνθρωπο να θέλει πραγματικά να ζει.

 

Όλα αυτά τα στοιχεία, όπως και η ίδια η ρήση του Ναμπόκοφ, ενυπάρχουν αυτούσια σαν διάσπαρτα διαμάντια στο νέο βιβλίο του Άντοντι Μάρα «Ο Τσάρος της αγάπης και της τέκνο», ο οποίος, δεξιοτεχνικά, σαν παλιός τεχνίτης, τα σηκώνει με την αριστουργηματική αφηγηματική τσιμπίδα του, τα καθαρίζει κυριολεκτικά από τις λάσπες τους και τα παραθέτει σαν απαστράπτουσες ιστορίες που μοιάζουν αυτόνομες, αλλά δένουν σαν τα κομμάτια μιας κασέτας σε ένα αρμονικό όλο – γι' αυτό στο βιβλίο υπάρχουν η α' και η β' πλευρά. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας δεν φοβάται να καταστήσει πρώτο υλικό του το γαϊτανάκι της μνήμης που στήνεται πάνω από το Κίροφσκ, τη λασπωμένη πόλη της μακρινής Τσετσενίας, γεμάτη απόβλητα και ναρκοπέδια, τρελαμένους και ζωντανούς-νεκρούς, γεμίζοντάς τo με αδιανόητα στοιχεία, τα οποία συνθέτει και παραθέτει ως μουσικά κομμάτια μιας εξωφρενικής όπερας: από άγριους λύκους που είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν την αιματοβαμμένη σάρκα μέχρι τρελαμένους οπαδούς της τέκνο, παλιούς λογοκριτές μαφιόζους, ακόμα και φιλόδοξους «αφορισματογράφους»! Ο Μάρα ευτυχώς δεν έχει έλεος, μα πραγματικά κανένα έλεος, στον τρόπο που εντοπίζει και εξιστορεί το ουσιαστικό, εμποτίζοντάς το με γερές δόσεις χιούμορ: περιγράφοντας, φέρ' ειπείν, καταλεπτώς τη στιγμή που η μητέρα που πεθαίνει από καρκίνο λέει στα παιδιά της να μην ξεχάσουν να πλύνουν τα πιάτα ή βάζει έναν άγριο λύκο, αφότου έχει κατασπαράξει το πτώμα ενός στρατιώτη, να ουρεί πάνω στο πόδι του άλλου, παρ' ολίγον θύματός του σαν άκακο σκυλί.

 

O συγγραφέας δεν φοβάται να καταστήσει πρώτο υλικό του το γαϊτανάκι της μνήμης που στήνεται πάνω από το Κίροφσκ, τη λασπωμένη πόλη της μακρινής Τσετσενίας, γεμάτη απόβλητα και ναρκοπέδια, τρελαμένους και ζωντανούς-νεκρούς, γεμίζοντάς τo με αδιανόητα στοιχεία, τα οποία συνθέτει και παραθέτει ως μουσικά κομμάτια μιας εξωφρενικής όπερας

 

Σε μια άγρια ζώνη, όπου με το φως του ήλιου επανέρχονται όχι μόνοι οι λύκοι αλλά πρωτίστως οι ιστορίες, οι πρωταγωνιστές ζουν μόνο για να τις μεταδίδουν, σαν ήρωες αρχαίας τραγωδίας που τις μεταφέρουν από γενιά σε γενιά. Οι ιστορίες έχουν διαφορετικές εκδοχές, ανάλογα με τον αφηγητή, αλλά πηγή έμπνευσής τους μπορούν να γίνουν τα πάντα, ακόμα και οι αχαρτογράφητες τροχιές των ηλεκτρονίων και το μπιγκ μπανγκ: «Κάθε στοιχείο βαρύτερο απ' το ήλιον σφυρηλατήθηκε στις πυρηνικές αντιδράσεις που τροφοδοτούσαν με άστρα, και μετά εκτοξεύτηκε στο Διάστημα στη λάμψη ενός σουπερνόβα». Τα πιο αποτρόπαια στοιχεία γίνονται έτσι υλικά ενός σουπερνόβα που φώτιζε την άγονη χώρα, έναν χώρο εγκατάλειψης και θανάτου με μοναδική ομορφιά τη Λίμνη Υδραργύρου. Τα δώδεκα καμίνια που υψώνονταν επιβλητικά πάνω από αυτή δεν έβγαζαν παρά διοξείδιο του θείου, ειρωνικά συνώνυμα με τους δώδεκα Αποστόλους: «Η βροχή έκαιγε το δέρμα μας. Η ρύπανση στερεοποιούνταν σε κάτι σαν πηχτή οροφή που δεν άφηνε να περάσει το φως των αστεριών. Το φεγγάρι ανήκε πια στο παρελθόν για το οποίο μας μιλούσαν οι γιαγιάδες μας. Εμείς αξιοποιούσαμε το καλοκαίρι όπως μπορούσαμε: μέρες χωρίς σχολείο, νύχτες χωρίς σκοτάδι».

 

Δίπλα ακριβώς σε αυτό τον εφιάλτη βρισκόταν ο Λευκός Δρυμός, «ένα τεχνητό δάσος με μεταλλικά δέντρα και πλαστικά φύλλα, κατασκευασμένο στα ευλογημένα χρόνια του Μπρέζνιεφ, όταν η γυναίκα του κομματάρχη αισθάνθηκε νοσταλγία για τις σημύδες της νιότης της. Από τότε, όμως, που σερνόμασταν από κάτω τους, τα χρόνια είχαν ρημάξει τόσο το δάσος όσο και τη γυναίκα του κομματάρχη, και τα πλαστικά φύλλα από πάνω μας είχαν σακουλιάσει και γεμίσει κηλίδες όπως και τα μάγουλά της. Εμείς, παρ' όλα αυτά, συνεχίζαμε. Η λάσπη ήταν μια μουστάρδα που τη διασχίζαμε με βαριά βήματα. Στο τέλος του δάσους βλέπαμε τα θειούχα απόβλητα να εκτείνονται ως τον ορίζοντα. Φωνάζαμε. Διαδηλώναμε. Εκεί, δεν χρειαζόταν να ψιθυρίζουμε. Για λίγες μόνο εβδομάδες του Ιουλίου, κόκκινα αγριολούλουδα φύτρωναν ανάμεσα στα οξειδωμένα απόβλητα, κι ολόγυρα κουφόβραζε μια Αποκαλυπτική Ομορφιά». Τα κόκκινα λουλούδια ήταν το μοναδικό σημάδι ζωής σε ένα μέρος όπου επικρατούσε διαρκώς ο θάνατος. Σπάνια έβρισκες ζωντανό να έχει κλείσει τα πενήντα και έτσι όλοι έμεναν να αφηγούνται ιστορίες για όλους όσοι είχαν πεθάνει: όπως εκείνη η μητέρα του στρατιώτη Κόλια που πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα και έμεινε να δεσπόζει θελκτική και ερωτική στην οικογενειακή φωτογραφία και στις αφηγήσεις των στρατιωτών με ένα λεοπαρδαλί μαγιό. Αλλά ακόμα κι αν τη γλίτωνε, θα πήγαινε από «νάρκες ή σφαίρες, από υπερβολική δόση ναρκωτικών ή δηλητηρίαση από αλκοόλ, από δυστυχήματα στα μεταλλεία ή από μανιακούς οδηγούς, από φυματίωση ή από ΑIDS». Μέσα σε όλα αυτά αρκεί, ωστόσο, ένας ζωγράφος, ο Ζαχάροφ, για να κάνει το θαύμα σε έναν και μόνο πίνακα. «Ένα λιβάδι, μια βερικοκιά, ένας μαντρότοιχος που τέμνει το λιβάδι διαγώνια και μαιανδρικά, ένα κοπάδι ζωντανά στον ακρόλοφο, ένα σανιδωμένο πηγάδι, ένα σπίτι» είναι οι λέξεις που περιγράφουν ένα άλλο φαινομενικό σκηνικό ηρεμίας όπου παραμονεύει διαρκώς ο θάνατος. Ο συγκεκριμένος πίνακας γλίτωσε από μια έκρηξη και άλλαξε χέρια για να εκτεθεί στη μοναδική γκαλερί του Γκρόζνι –το υποτιθέμενο «Ντουμπάι» της περιοχής– και τελικά να αγοραστεί από έναν ολιγάρχη που παντρεύτηκε την απόλυτη σταρ του Κίροφσκ και όχι μόνο, την Γκαλίνα, η οποία επέμενε να τον αγοράσουν γιατί εκεί είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο πρώτος της αγαπημένος, ο Κόλια. Η Γκαλίνα μπορεί να μην ήταν τόσο ταλαντούχα μπαλαρίνα όσο η γιαγιά της –αυτή που ερωτεύτηκε ένας μέγας λογοκριτής και καλλιτέχνης, τον οποίο σκότωσε το σταλινικό καθεστώς και στο τέλος μαθαίνουμε ότι τον λένε Ρομάν Μάρκιν– αλλά έχει την ικανότητα να μετατρέπει τον εαυτό της σε αντικείμενο ειδωλοποίησης, για να γίνει τελικά η πρώτη συμβολική δύναμη απελευθέρωσης σε έναν τόπο που χρειάζονταν τις αφίσες με τη μορφή της για να επιβιώσουν.

 

Από το Κίροφσκ, λοιπόν, έως την Αγία Πετρούπολη είναι που υψώνονται κατόπιν τα νέα ποπ σύμβολα και ακούγονται οι μουσικές της τέκνο σαν ξεφτισμένα σέπια, σε έναν τόπο που ο Έλιοτ θα γέμιζε με κούφιους ανθρώπους και με κόκαλα, έναν τόπο όπου συνευρίσκονται οι δεισιδαιμονίες με τις παραδόσεις, τα αγάλματα του Λένιν και ο κυνισμός που καίει τα σωθικά της παλιάς πατριωτικής καρδιάς. Ακόμα όμως και ο ίδιος ο Λένιν, επιμένει ο Μάρα, δεν μπορούσε να αντισταθεί στη σονάτα 13 του Μπετόβεν, τον οποίο μισούσε γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο: γιατί διέθετε την ανεξάντλητη δύναμη του δημιουργού. Κι ο Μάρα, ως συγγραφέας, το ξέρει καλά ότι ο μοναδικός εχθρός του ολοκληρωτισμού είναι η δημιουργία: γι' αυτό το καθεστώς σκότωσε τον λογοκριτή-εικαστικό διορθωτή, ο οποίος μέχρι τότε κατάφερνε να σβήνει με περισσή επιμέλεια και κρυφό ταλέντο τους εχθρούς του καθεστώτος από τις φωτογραφίες και τα έργα τέχνης, γι' αυτό και μισούσαν οι υποτιθέμενες φίλες της Γκαλίνα την ίδια τους τη φίλη και όλοι έκαναν ο,τι μπορούσαν για να εξοντώσουν οποιονδήποτε αντιστεκόταν στην ισοπέδωση. Τη δημιουργία την απεχθάνονται οι ηγήτορες και το «ανώνυμο πλήθος που ζει και πεθαίνει στο φρύδι της γης», απόδειξη ότι το μόνο που μένει ζωντανό πραγματικά σε έναν τόπο όπου απονεκρώνονται τα πάντα είναι τα έργα τέχνης και οι ιστορίες βγαλμένες κυριολεκτικά από το τίποτα: από μια κασέτα, από τη μορφή μιας καμηλοπάρδαλης ή από τη φωτογραφία μιας χορεύτριας.

 

Για παράδειγμα, η αφήγηση της ερωτικής ιστορίας που συνέδεε τον στρατιώτη Ντανίλο με τη γυναίκα του ήταν αρκετή για να κάνει πολλούς στρατιώτες να αντέξουν τον θάνατο – τι κρίμα που αποδείχτηκε πως η γυναίκα του τον είχε τελικά αρνηθεί! Οι περισσότερες από αυτές, πάντως, αποδεικνύονται τόσο ενδιαφέρουσες και ενώνονται μεταξύ τους, κάνοντας έναν Τζέιμς Μποντ ή έναν Τζορτζ Κλουνεϊ, τους οποίους ενίοτε επικαλούνται οι νέοι κάτοικοι, να μοιάζουν απλώς με καρικατούρα. «Αυτοί που τους αρέσει η ηθοποιία του Τομ Χανκς δεν είναι γνώστες της ανθρώπινης φύσης» είναι η ύψιστη ατάκα που αρκεί για να δικαιολογήσει πόσο εύκολο είναι να ψυχολογήσεις ή να εκμεταλλευτείς έναν άνθρωπο που πείθεται από τις απλοϊκότητες του Χόλιγουντ. Και μην ξεχνάμε ότι ο Μάρα είναι ο ίδιος ένας Αμερικανός συγγραφέας –ίσως και ο καλύτερος της γενιάς του–, ο οποίος με την άνεση του χιουμορίστα αλλά και την ουσία του σπουδαίου δραματουργού μπορεί και περνάει ταυτόχρονα στις δύο όχθες της ύπαρξης, γραπώνοντας το ανεπανάληπτο: «Με ποιο όνειρο η άδεια άκρη του σύμπαντος κρατάει αυτή την ηχώ ζωτικότητας; Με ποια προσευχή ο τελευταίος άνθρωπος δεν πεθαίνει μόνος; Ποιος να φανταζόταν πως ήσαστε μαζί μου, εδώ, τόσο μακριά από τη ζωή πάνω στη Γη, τόσο γεμάτοι με τη χάρη της;». Ίσως, τελικά, οι ιστορίες που φτιάχνουν τα όνειρα να είναι ο μόνος λόγος που το σύμπαν, και όχι μόνο η πόλη του Κίροφσκ, μπορεί και υφίσταται στη μνήμη αυτών που την κατοικούν.