Τα ποιήματα του Γιώργου Φιλιππίδη άργησα πολύ να τα πάρω είδηση. Κοντεύει μια εικοσαετία από τότε που έφυγε πρόωρα, βίαια και ξαφνικά, λίγο πριν συμπληρώσει τα είκοσι χρόνια του, τον Ιούλιο του 1997. Τα οχτώ ποιήματά του που κυκλοφόρησαν δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, συγκεντρωμένα σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τη μητέρα του, είναι τα μόνα που έχουν διασωθεί, συν μία επιστολή που όταν γνωρίζεις τον τρόπο που έβαλε τέλος στη ζωή του γίνεται βασανιστική και ανατριχιαστική: «Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια˙ τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει˙ τόσο που καμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου».

 

Ο Γιώργος Φιλιππίδης είναι ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές της δεκαετίας του ’90. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας από την ελληνική πραγματικότητα, έγραψε σε πολύ νεαρή ηλικία (έφηβος) όλα τα ποιήματα και έδωσε τέλος στη ζωή του με έναν ιδιαίτερα άγριο τρόπο (απαγχονισμό και ταυτόχρονη αυτοπυρπόληση). Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο. Μέσα από τις γλυκόπικρες στιγμές που δείχνουν ένα παιδί που χρησιμοποιεί με υπέροχο και αξιοθαύμαστο τρόπο τις λέξεις (Ακούστε καλά! / Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα, / σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου, / στο αχανές πεδίο της καμπούρας μου όπου, / απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται η αστρόσκονη που είμαι) ξεπετάγονται λόγια προφητικά, που φανερώνουν την διαίσθησή του για αυτό που ερχόταν (Αφού σπαρτάρησε στ’ αγκίστρι της βίας / η Ευρώπη κοιμάται / σαν κρέας σε χασάπικο, / φρουρούμενη από διμοιρίες μπάτσων).

  

«Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38.»... Ο Γιώργος Φιλιππίδης (δεξιά) με τον Σύλλα Τζουμέρκα σε εκδρομή στην Μύκονο.
«Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38.»... Ο Γιώργος Φιλιππίδης (δεξιά) με τον Σύλλα Τζουμέρκα σε εκδρομή στην Μύκονο.

 

Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Ήταν ένα παιδί μικροαστικής προς μέσο-αστικής οικογένειας, πήγε σχολείο στα Ανάβρυτα. «Ο Γιώργος ήταν πολύ στα Εξάρχεια από νεαρός έφηβος, καταλήψεις, Πολυτεχνείο, μέχρι την Τρίτη Λυκείου είχε ζήσει όλον τον μεγάλο πανικό του ’95» λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας, σκηνοθέτης και κολλητός φίλος του στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο και μέχρι το τέλος του. 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Γιώργου Φιλιππίδη ο Σύλλας έφτιαξε το ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο οποίο μιλούν συμφοιτητές τους και άνθρωποι που τον γνώρισαν. Το συγκεκριμένο Παρασκήνιο ήταν η αφορμή να γνωρίσω τα ποιήματα του Γιώργου. «Αποφάσισα να το κάνω και για προσωπικούς λόγους. Το έκανα και για μένα αυτό το Παρασκήνιο» λέει. «Είναι κομμάτι της ζωής μου με έναν πολύ έντονο τρόπο αυτό. Τον Γιώργο τον γνώρισα στο Πανεπιστήμιο, περάσαμε μαζί στη θεατρολογία. Ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος από μένα και κάναμε παρέα από την αρχή. Πήραμε μαζί ένα ταξί ένα απόγευμα, έγιναν οι σωστές ερωτήσεις και κολλήσαμε. Είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη και ήταν τελείως άγνωστη η Αθήνα για μένα. Στην ουσία ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα στην Αθήνα. Μετά ζήσαμε μια μεγάλη περιπέτεια, εγώ πέρασα μεγάλη ευτυχία, κάναμε παρέα κι ήμασταν πάρα πολλές ώρες μαζί. Τα ποιήματά του τα έζησα από την αρχή. Η «Μελίσσα», η «Γαλάζια Μηχανή» και το «Γκρίζο» γράφτηκαν εκείνη τη χρονιά που είχαμε γίνει μια παρέα παράξενη: η Πολύ Φλουρέντζου, Γιούλα Μπούνταλη, Χριστίνα Θανάσουλα, Σοφία Θανοπούλου, Μάχη Αγγελούλη, κ.α. –είναι μια χρονιά της θεατρολογίας Αθήνας αυτή που ήταν λίγο αλλιώτικη απ’ τις άλλες».

 

 

Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο.

 

Όλα ξεκίνησαν μια αυγή που γκρίζεψε η θάλασσα και χλόμιασαν τα πεύκα. Χαλάσανε όλα τότε και η γη γέμισε δάκρυα που στάζουν μαζί με το φόβο, το φόβο, το φόβο. Κάτι πέτρες, που πρωτύτερα τις πλάθαμε στις παλάμες μας, γίνανε βράχια. Μερικοί κιόλας, μοναχά που τις βλέπουν, σκέφτονται τώρα πόνο και αξίνα και φτυάρι. Πώς έτσι έγινε και όλα τα πλοία έχουνε άξαφνα μια πατρίδα και σε κανέναν δεν μπορείς να βάλεις τα όνειρά σου να τα πάει στ’ αστέρια, καθόλου δεν καταλάβαμε και ούτε μας είχε περάσει από τον νου πως κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε συμβεί. Την πρώτη μέρα είχαμε τον θάνατο του σχοινοβάτη. Ήταν κακόκεφος και μονάχος του πάντα κοίταζε να περνά τις ώρες του. Τη μοίρα μας αυτός την έπλεξε στο βήμα του, σε μια από τις παραστάσεις του, με τα επιδέξια δάχτυλά του σημάδεψε το ύψος και τα κόκκινα χείλη φίλησαν το μέτωπο της αλήθειας και η καρδιά του γδύθηκε σ’ ένα υπόγειο και τα μάτια του έσταζαν αίμα και λεπίδες σαν θέλησε να στρέψει το βλέμμα του ψηλά, πιο πάνω από τη χορδή αυτή που τον στήριζε. Μα εμείς σαν έπεσε βουίξαμε όλοι και χαϊδέψαμε το θόρυβό του με τις θολές κραυγές μας.

 

«Είχε και κάτι βαθιά ηλίθιο αυτό που ζήσαμε σ’ εκείνα τα χρόνια. Σε όλα τα επίπεδα. Και βαθιά βλακώδες, σε σχέση με πράγματα που καταλαβαίνεις αργότερα» συνεχίζει ο Σύλλας. Τον ρωτάω πώς ήταν ως άνθρωπος. «Υπάρχουν χαρακτηριστικά Δον Ζουανικά, υπάρχει μια μεγάλη ευθυμία σε βαθμό παραλόγου, ένα μεγάλο άνυσμα σε διαθέσεις, από μεγάλες ευθυμίες σε μεγάλες κατατονίες, μεγάλες σιωπές. Δεν μιλάμε για μια κατάσταση που πηγαίνει ευθεία. Υπάρχει και έντονη ανασφάλεια με τη γραφή σε βαθμό συχνά αυτοκανιβαλιστικό. Μιλάμε για εφηβεία, μια συνθήκη ανασφάλειας που σου δημιουργούν τα 16, 17, 18 χρόνια. Όλο το πράγμα είναι τελείως ασαφές, μπορεί να είσαι απλά ένας κλόουν, μπορεί αυτό που κάνεις να μην έχει καμία αξία. Είναι άλλο πράγμα να είσαι 35 και άλλο στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο –επί ΠΑΣΟΚ, σε μια Ελλάδα που δεν έχουν συμβεί όλα αυτά που ακολούθησαν, μιλάμε για την Ελλάδα των ’90s. Όλοι προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε μέσα σε όλο αυτό το πράγμα και ο Γιώργος προσπαθούσε το ίδιο. Αν δεν το δεις ως κάτι εύθραυστο, κάτι εξαιρετικά ευάλωτο το έχεις δει λάθος».

 

Τη δεύτερη μέρα συνέβη το εξής: ένας από μας, κρατώντας σφιχτά ένα δρεπάνι στο χέρι του, έδωσε μια και αποκεφαλίστηκε, αφού (όπως φάνηκε) είχε ακούσει τα πεισιθανάτια λόγια ενός συντρόφου του (αυτού με τη μακριά γενειάδα). Αμέσως τη θέση του, που ως τότε κατείχε το κεφάλι του, κατέλαβε το σώμα ενός ιχθύος, που έδειχνε με τη συννεφιασμένη όψη του ξεκάθαρα την ατράνταχτη θέλησή του ν’ ανταμώσει το πέλαγο. Λίγο αργότερα κύλησε εκεί, εξαρτώντας το σώμα του από αγάλματα ανέκφραστα μα χρόνια δουλεμένα. Αυτά που γίνανε μας ξαφνιάσανε πολύ, αν και δεν ήταν διόλου απίθανα να συμβούνε (έτσι το ’χουμε να νομίζουμε για απίθανα τα πιο πιθανά) και αποφασίσαμε κάτι να κάνουμε να τους δώσουμε τέλος. Συνταχτήκαμε έτσι τη δεύτερη μέρα το απόγευμα κοντά στην πηγή, αυτή που μας δίνει το ακριβό νερό που πίνουμε, και πολλοί θέλησαν να μιλήσουν και πολλοί μιλήσανε. Μα ήτανε δυο τρεις που είπανε πολύ σημαντικά και σοφά πράγματα, βγαλμένα βαθιά μέσα απ’ τη γροθιά ανάμεσα στα στήθια τους, την κόκκινη. Αυτά θα σας τα πω κι εγώ όπως τα είπανε, για να δείτε ακόμη, και μ’ όλα όσα στο μεταξύ διάστημα είχανε συμβεί, υπήρχαν ακόμη μερικοί που μίλαγαν με σύνεση και έρωτα στα λόγια τους: Πρώτος πήρε το λόγο ένας που ήταν στην εμφάνιση ίδιος παιδαρέλι. Μονάχα τα μπράτσα του ήταν αντρίκια, καθώς και αυτά που έλεγε και έτσι κανείς δεν βρέθηκε να του πει να σταματήσει. Είπε λοιπόν: «Σε μια θεώρηση αντιθέτων προσωπική, το κόκκινο δεν είναι παρά λανθάνον γκρίζο κι απαιτητικό. Μας ζητά άθλους μύριους και ούτε άνθη προσφέρει ούτε αλήθειες. Κι όλοι ξέρουμε τη θλίψη την από την απόρριψη προερχόμενη πως είναι απέραντη και λεία σαν ευθεία γραμμή». Ύστερα πέταξε το καπέλο του στον αέρα και εξαφανίστηκε ή μάλλον χύθηκε κάτω από την χρυσόσκονη, σαν στάχτη το σώμα του. Κι είπε κάποιος πως έφυγε έτσι για να τιμήσει τα λόγια του. Και τις άλλες μέρες ποτέ κανείς δεν τον ξανάδε και ποτέ δεν ξαναμνημονεύτηκαν αυτά που είπε (πλην σήμερα). Και σαν κόπασαν τα λιγοστά σχόλια για τον λόγο του  και μίλησαν και άλλοι και άλλοι και τέλειωσαν και αυτοί και κάθισαν και έπαψαν να ρητορεύουν, πήρε μια γυναίκα να μιλάει και είπε πράγματα που κανείς δεν άκουσε, για πολέμους και τέτοια. Κι ύστερα είπε και αυτά που όλοι αφουγκράστηκαν με ευλάβεια, μιας και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Κι είπε τα ακόλουθα: «Μακριά σου δεν είναι καθόλου ωραία, χιονίζει και βρέχει πολύ και δεν υπάρχει πουθενά κόκκινο, μόνο γκρίζο, γκρίζο, γκρίζο. Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δαχτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ’ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω».

 

Μύκονος, 1997
Μύκονος, 1997

 

«Τον έβλεπες ως ποιητή;». «Και βέβαια τον έβλεπα ως ποιητή, όπως έβλεπα τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη. Δυνάμει ποιητής και δυνάμει σκηνοθέτης, έστω. Ήμασταν πολύ αποφασισμένοι, ακραία αποφασισμένοι να κάνουμε αυτό που θέλαμε, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Αυτή η σχολική χρονιά το 1997-98, για μένα είναι καθοριστική. Άρχισαν από το Μάρτη και μετά να γίνονται διάφορα πράγματα που και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρα, γιατί βασίζονται σε φίλτρα ανθρώπων. Δεν είναι η αλήθεια του Γιώργου όμως, είναι η αλήθεια όπως την ξέρει ο καθένας μας. Από κει και πέρα υπάρχει μια συναισθηματική, υπαρξιακή και ψυχική ένταση στο πρόσωπο η οποία είναι θηριώδης, υπέροχη και μοναδική. Κατά τη γνώμη μου αυτό υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και στα ποιήματα. Το Γκρίζο είναι πάρα πολύ ένα τέτοιο έργο. Έχει μια καταγραφή από το ύψος του κενού και είναι και το έργο το οποίο γράφτηκε τότε, το Πάσχα.».

 

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα»

 

«Τι εποχή αυτοκτόνησε;». «Ήταν Ιούλιος. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε κανονίσει να πάμε interail με άλλους φίλους μας. Ο Γιώργος το ακύρωσε δυο μήνες πριν φύγουμε και μας έκοψε όλους, άρχισε να απομονώνεται. Είχε μια μεγάλη άρνηση, ένα μεγάλο όχι σε όλα. Και μιλάμε για μία εξαιρετικά βίαιη αυτοκτονία. Έχει μια σημασία για όλους εμάς που τον ζούσαμε, είναι μια πολύ σημαντική πτυχή όλου αυτού, υπάρχει μια τρομακτική βία».

 

«Υπάρχει ένας πυρήνας οργής και έντασης, αυτό γιατί δεν το έβγαζε στα ποιήματά του;». «Τα ποιήματα του Γιώργου δεν είναι ποιήματα οργής, η κατάλληλη λέξη να χαρακτηρίσεις αυτό που υπάρχει είναι η ευθραυστότητα. Δεν υπάρχει η εφηβική ή μετεφηβική αντίδραση. Υπάρχει κάτι αληθινά ασφυκτικό, κάτι εορταστικό και μεγάλη ευαλωτότητα. Τα ποιήματα τα διάβαζα από το ξεκίνημά τους, ήταν μια εποχή μου ήμασταν πολύ κοντά. Μου άρεσαν, έγραφαν και άλλοι φίλοι μας, αλλά τα ποιήματα του Γιώργου μου άρεσαν στα αλήθεια. Κι είναι αληθινή καλλιτεχνία και τίποτα άλλο. Υπήρχε μέταλλο. Το ήξερα ότι υπάρχει μέταλλο, μου το έλεγε το ένστικτό μου ότι υπάρχει ειδικό μέταλλο, και κολλήσαμε και στην καθημερινότητά μας. Νιώσαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Δεν έχει τίποτε να κάνει με άλλα πράγματα που έρχονται πιο μετά, την αναγνώριση ή την μη αναγνώριση, την άβυσσο της κακίας και της μικρότητας, και  όλο αυτό μου άλλαξε τη ζωή. Και με καλό και με άσχημο τρόπο».

 

"Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα..."
"Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα..."

 

Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι’ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καυγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της. Ο τρίτος που μίλησε με ενδιαφέρον ήταν στ’ αλήθεια ζοφερός και μήνυσε πως ήρθε τάχα το τέλος, μα αποδείχτηκε στο τέλος ένας τρελός πως ήταν. Με τα εξής λόγια απευθύνθηκε στο ακροατήριο: «Ακόμη και οι λέξεις σκαρφαλώνουν να κοιτάζουν μέσα στα μάτια μου. Ο τρόμος με δένει σαν να με ελέγχει και αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια για την ειλικρίνειά του. Κι αν κάτι να μη μου πρέπει δουν στο μυστικό μου καταφύγιο, ποια η φρικτή μου η μοίρα μετά!». Τότε ακριβώς φάνηκε η αρρώστια του. Κι αυτός άφρισε στο στόμα και άρχισε να κτυπά τα μέλη του στην εξέδρα, που είχε στηθεί για τις ρητορείες, και ούρλιαζε με λέξεις ακατάληπτες πάνω στη σύγχυση που είχε και ύστερα έκλαιγε πικρά. Αυτός μόλις του πέρασε η κρίση αυτή έφυγε μακριά ντροπιασμένος και λένε πως είναι ακόμη και μέχρι τις μέρες μας κλεισμένος σε μια σπηλιά πίσω από τους καταρράκτες, όπου με αγάπη μια που τη λένε Άννα τον νοιάζεται. Κι αυτοί ήταν οι αξιοσημείωτοι λόγοι. Η απόφαση πάντως που βγήκε, μια και δεν μπορούσαμε αλλιώς το κακό να σταματήσουμε, ήταν να κινήσουμε για τη δύση του ήλιου, που όλοι παραδέχονται πως αυτή ρυθμίζει και κανονίζει το χρώμα που θα ανατείλει η μέρα. Και τ’ άλλο πρωί συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε. Και θα το κάναμε, αν δεν συνέβαινε αυτό που συνέβη: Πρωί πρωί της τρίτης μέρας λοιπόν στέρεψε η πηγή μας και πια μέρος για να πίνουμε νερό δεν είχαμε. Με μαύρες φτερούγες μας αγκάλιασε ο θάνατος. Μαράθηκαν τα χορτάρια και οι λάσπες  στέγνωσαν κι έσκασε η γη. Στην πρόχειρη πολιτεία που οργανώσαμε στον καταυλισμό μας αυτόν, πάνω από το άλλοτε υγρό οδόστρωμα (είχαμε ασφαλτώσει για τις ανάγκες των οχημάτων ένα δυο δρομάκια) κάθονταν μόνο η σκόνη κι η ομίχλη, αυτή που είχε κουρνιάσει εκεί από την υγρασία διαλύθηκε, μα ό,τι είδαμε δεν ήτα καθαρότερο και καθόλου δεν μας ξεθάρρεψε. Το τέλος κάθε μόχθου στους κορμούς που είναι ακόμη γεροί μα άδειοι και στα φύλλα που αλάφρωσαν άξαφνα, η αρχή εκεί κοντά στις φωλιές των μυρμηγκιών και των άλλων εντόμων, που ως τώρα τα ακούγαμε και τώρα έτσι απρόσμενα σώπασαν και αυτά μαζί με τις αχτίδες του ήλιου. Στον ύπνο τους πολλοί ξυπνούσαν με κραυγές και αγωνία από το ατσάλι –τη στυφάδα αυτή- που τους έδενε τη γλώσσα, και σχημάτιζαν ζωγραφιές στον αέρα με τα δάχτυλά τους μέσα στο παραλήρημά τους, μήπως έτσι έφερναν κοντύτερα τον σκοπό τους. Κι έτσι πέρασε και η τρίτη νύχτα και ξημέρωσε γκρίζα η τέταρτη μέρα.  Και με έκπληξη είδαμε, όσοι αντέξαμε τη φοβερή δοκιμασία, πως πάλι το νερό έτρεχε στη στέρνα. Και αμέσως όλοι ενοήσαμε τον σκοπό τον ανώτατο που είχε αυτή η προσωρινή λειψυδρία: πως ήταν δηλαδή σημάδι· πως μας ορμήνευε κάτι. Και τότε πολλές προτάσεις και εξηγήσεις ακούστηκαν, πως τάχα τον κώδικα θα έλυναν μα μία μόνο γίνηκε πιστευτή, ενός σμιλευτή του μαρμάρου.

 

 

 

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα» γράφει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας στον πρόλογο της Γαλάζιας Μηχανής. «Γιατί ο Φιλιππίδης ενσαρκώνει την τεράστια υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, με μια γλώσσα πυρετική, ακροβατική, χίλιες φορές πιο ακροβατική από το χαμόγελο του Da Vinci. Γιατί δεν αρκείται στην κραυγή, αλλά ξέρει και να την σκαρφαλώνει. Κάτι –που κατά τη γνώμη μου- είναι κι ο μοναδικός μας δρόμος προς το όνειρο: Αδέλφια μου / ακούστε καλά / μια μέρα θα φτιάξουμε / τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε / μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του / θα αντλήσουμε / ζεστή σοκολάτα / και λουλούδια εντελβάις. Γιατί διαθέτει μια κοινωνική συνείδηση κοφτερή –κοφτερή, όπως ακριβώς πρέπει: Μήπως και να καταλάβει κανείς / πόσο πολύ δεν με νοιάζει / αν καούν όλα / τα δολάρια / και τα μάρκα / και τα γιεν του κόσμου. Ε, τέτοιος άνθρωπος είναι. Με την ευαισθησία ξενυχτισμένου λουλουδιού: Γύρεψα πάντοτε εκδίκηση / στ' όνομα κάθε τι εύθραυστου / είχα ξεχάσει πως ό,τι είναι εύθραυστο / είμαι εγώ / πως είσαι εγώ. Ή: Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ' έναν έρωτα / ... Αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα) / Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ξέρετε, μου είναι πολύ δύσκολο να σας μεταδώσω πώς λειτουργεί αυτή η ποίηση μέσα μου. Κι ίσως, αν σας έλεγα ότι ηλεκτρίζει το κουράγιο μου κι ότι μέρα με την ημέρα με κάνει να μαντεύω μες στους ανθρώπους μια δύναμη σχεδόν αστρονομική, του εσαεί – καινοφανούς αστέρα. Ή, μάλλον, ξεχάστε τα όλα αυτά και κρατήστε μονάχα το εξής: Λύσου και λιώσε / ζούμε μονάχα για το χνώτο του φωτός / ... ζούμε για μιαν ανάσα σβησμένη / άπειρο / όμως άπειρο είναι / ό,τι το άπειρο βυζαίνει. Έτσι είναι. Γι' αυτό και όποτε σκέφτομαι τον Γιώργο Φιλιππίδη, τον σκέφτομαι σε χρόνο αποκλειστικά ενεστώτα. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: μα η μηχανή –γαλάζια θα προσθέσω εγώ- / Μα η μηχανή αγρυπνά και ταξιδεύει / έστω και χωρίς αναβάτη».

 

Το χρονικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και έγραψε ο Γιώργος Φιλιππίδης ήταν μια περίοδος ψευδο-ευημερίας, με την Ελλάδα να ετοιμάζεται για την Ολυμπιάδα, τη φούσκα του χρηματιστηρίου να διογκώνεται και να ετοιμάζεται να σκάσει, ΠΑΣΟΚ, νεοπλουτισμό και τους Έλληνες να προσπαθούν να πλουτίσουν με ψέματα.

 

«Δεν υπήρχε καμία σύνδεση με την ελληνικότητα. Αισθανόμασταν πιο πάνω» λέει ο Σύλλας. «Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα life style γύρω από αυτό, φαντάσου ένα παιδί με σπυράκια, δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, είναι μια συνθήκη εφηβείας που δεν είχε περιθώρια για περισσότερα πράγματα. Διαβάζαμε πολύ Ρεμπώ, Απολινέρ, Ντοστογιέσφκι, Βερλέν, οι βασικές συζητήσεις μας ήταν για τον Ντοστογιέσφκι. Από κει και πέρα υπήρχε μεγάλη απόσταση κατά το δυνατόν από την ελληνική τέχνη, πολύ συνειδητή. Βλέπαμε πολύ σινεμά, Τρίερ, Κρόνενμπεργκ, δεν ήταν μόνο λογοτεχνικές οι αναφορές, ήταν κάτι πιο ευρύ στις δικές μας γενιές, μουσική, Πάουντ, έπαιξε σίγουρα έναν ρόλο και ο μοντερνισμός. Μουσικά ακούγαμε πάρα πολύ Spiritualized, Nirvana, grunge που ήταν κάτι πολύ κοινό, είχαμε έναν φίλο που τραγούδαγε ρεμπέτικα, μας άρεσαν τα rave πάρτι, ακούγαμε τα πάντα. Υπήρχε μια απίστευτη ζωντάνια, υπήρχε ζωτικότητα, υπήρχε ένα άρπαγμα από τη ζωή, ακόμη και από τον θάνατο. Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38».

 

Αφού λοιπόν χτύπησε τη γροθιά του με πάταγο στο δρύινο ξύλο του πάγκου, που δούλευε την  τέχνη του, και με οργή περίσσεια, που πολλοί την απόδωσαν στην αναμονή και την αναβλητικότητα που είχαμε ως τότε (μάλλον) δείξει, βροντοφώναξε τη γνώμη του και και ξεχείλιζε σαν μιλούσε θάλασσα από τα μάτια του και κύματα ήταν τα λόγια του: «Μα τι τάχα να σήμαινε σαν όχι πως δεν έχουμε άλλο χρόνο για συζητήσεις και λόγους. Ήτα η πρόγευση αυτού που σιμώνει σαν φιλί που σου δείχνει τον έρωτα. Ας φύγουμε αμέσως από το καταραμένο μέρος, να κυνηγήσουμε την τύχη μας, να ξαναβρούμε τα χρώματα. Μα γι’ αυτό το ταξίδι, που σαν πάνε όλα καλά θα ξεκινήσουμε αύριο, θα χρειασθεί κάτι ο καθένας σας να δώσει. Θέλω να περνάτε όλοι, ένας ένας, μπροστά από τον πάγκο, αυτόν που πάνω του θαυμάζετε τα όσα έχω φτιάξει, και να αφήσετε ο καθένας ό,τι ποτέ κανείς δεν σας ζήτησε!». Και περάσαμε όλοι από το ορισμένο μέρος και ο καθένας έδινε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος ψέμα, τρυφεράδα, σκέψη, λογικό, αλήθεια, έχθρα, τη γη, και έδωσε ακόμη κι αυτόν τον ήλιο. Και αυτά τα πήραμε όλα μαζί  μας και όταν ήρθε η στιγμή να φανούν χρήσιμα και να πάρουμε βοήθεια απ’ αυτά, τότε ένα ένα τα χρησιμοποιούσαμε κατά την περίσταση. Πάντως, καθώς μας είχε προταθεί, τραβήξαμε για τη δύση την Πέμπτη μέρα το πρωί πρωί. Και παραδώσαμε τον καταυλισμό μας στις φλόγες. Και δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω και το ξέραμε. Μερικοί που ποτέ δεν είχανε πιστέψει ότι τελικά θα αναχωρούσαμε τα χάσανε και αντί ν’ ακολουθήσουν εμάς, πέφτανε μέσα στις φλόγες και αυτοπυρπολιόντουσαν, αφού είχαν πρώτα ξεγυμνωθεί και κρατώντας στα χέρια τους λουλούδια, γαρδένιες, μαργαρίτες, κυκλάμινα. Και κάποιοι άλλοι στήνανε οδοφράγματα και ρίχνανε πέτρες ο ένας στον άλλον χωρίς ευτυχώς να μας πειράζουν εμάς. Και αυτή ήταν μία ομαδική μανία που δεν μπορούσαμε ποτέ να εξηγήσουμε και που αφάνισε πολλούς από μας, που τους λέγαμε αντριωμένους ως τότε. Και μερικοί έκαναν κάτι πολύ αστείο σ’ εμάς που είχαμε τα φρένα μας σώα ολωσδιόλου: ετοιμάζανε τις βαλίτσες τους ή άλλες τσάντες που είχαν και τις γέμιζαν με τα χρειαζούμενα (χτένες, βούρτσες, ρούχα, σαπούνια και τέτοια), χωρίς να τους περνά απ’ το μυαλό πως το ταξίδι μας θα ’ταν πολύ διαφορετικό. Και εύλογα όσοι τόσο είχαν παρανοήσει τον στόχο μας δεν τους πήραμε μαζί μας, γιατί μάλλον φορτίο θα ήτανε παρά πολύτιμη βοήθεια. Μα όλα αυτά καθώς και οι χαμοί των άλλων τις προηγούμενες μέρες μάς λιγόστεψαν στ’ αλήθεια και μείναμε βέβαια, με κάποιες εξαιρέσεις, λιγότεροι από πριν αλλά πιο εκλεκτοί. Και ξημέρωσε λοιπόν η πέμπτη μέρα. Ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι πολύ στενό, που δεν μας χωρούσε να περπατάμε δυο δυο και κάναμε φάλαγγα που άγγιζε πέραν από τα βλέμματά μας, ως το δάσος. Είχαμε αποφασίσει να μη σταματήσουμε την πορεία μας ώσπου να έρθει το σκοτάδι. Κι αυτό έκανε πολλούς από την κούραση και την απογοήτευση να σκάβουν λαγούμια σαν τα ποντίκια στη γη και να λένε πως εκεί πια θα κατοικήσουν, μέσα σε υπόγειες στοές, και πως θα έκαναν εκεί ζωή καλύτερη απ’ την αβέβαιη τη δικιά μας... Έψαχναν να βρουν φαγητό μέσα εκεί που δεν έφτανε αυτό το λιγοστό φως που μας ζωγράφισε εμάς που συνεχίσαμε, ίσα ίσα για να διαφέρουμε αναμεταξύ μας. Και ως να βραδιάσει είχαμε διανύσει δρόμο πολύ, μα είχαμε πολύ περισσότερο μπροστά μας. Κι ο ύπνος που κάναμε σαν σταματήσαμε ήταν τέτοιος, που κάποιοι το θέλησαν να μην ξυπνήσουν καθόλου, ούτε την έκτη μέρα, για να συνεχίσουμε στο μονοπάτι. Την έκτη μέρα κατά το απόγευμα στέρεψε έξαφνα το μονοπάτι. Χάσαμε τα ίχνη του και όσο κι αν ψάχναμε, ήταν μάταιο. Έπρεπε έτσι μόνοι μας πιο να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα.  

 

Το χειρόγραφο του ποιήματος Γαλάζια Μηχανή.
Το χειρόγραφο του ποιήματος Γαλάζια Μηχανή.

 

 

 

 

Τα ποιήματα της «Γαλάζιας Μηχανής» είναι σπαρακτικά, χωρίς ηλικία, απίστευτα ώριμα και όσο και αν προσπαθείς να τα κατατάξεις κάπου στέκουν αυτόνομα και μοναδικά, όπως μοναδικός ήταν και ο δημιουργός τους. Και η αυτοχειρία του τα κάνει ακόμα πιο φωτεινά -γιατί είναι το έργο ενός νεαρού ανθρώπου που μπορεί να έφυγε πρόωρα και ξαφνικά, σε μια ηλικία επικίνδυνη, που πολλά αγόρια ξεπερνούν το όριο, αλλά τουλάχιστον ήταν μια πράξη επιλογής και η εκπλήρωση μιας επιθυμίας. Λογοτεχνικά δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία.

 

«Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσεις τον Γιώργο λογοτεχνικά με την έννοια των σχολών» λέει ο Σύλλας. «Μιλάμε για κάτι το οποίο βγήκε τελείως μόνο του, είναι αυτόνομο. Δεν υπήρχε και χρόνος για να γίνει αυτή η επαφή και να τον γνωρίσουν άλλοι συγγραφείς, ήταν πολύ μικρός, από το λύκειο πέρασε στο πανεπιστήμιο και πρακτικά υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των ανθρώπων που μπορείς να γνωρίσεις.

 

Θυμάμαι απίθανα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, μια εκδρομή στη Μύκονο, ετερόκλητα πράγματα, θυμάμαι ότι είχε πάει στην Πάτρα για το καρναβάλι, ένα ελληνικό κιτς μετα-μεταπολίτευσης σε όλο του το μεγαλείο. Τώρα το βλέπουμε, μετά, αφού όλος αυτός ο κόσμος έχει καταρρεύσει. Συγκρουόμασταν ακόμα πολύ άγουρα τότε, αλλά με ένα πραγματικό μίσος για την προηγούμενη γενιά. Ποια ήταν η εύκολη ζωή ακριβώς; Τα σόγια; Τα φροντιστήρια; Τα Πάσχα στο χωριό; Μιλάμε για την απόλυτη αποπνευματικοποίηση, για τον απόλυτο επαρχιωτισμό, για τον απόλυτο νεοπλουτισμό, και μέσα σε όλα αυτά τα κατσάβραχα που γκρεμίστηκαν στη συνέχεια με εκκωφαντικό θόρυβο βγήκαν μερικά λουλούδια. Αυτή η συλλογή είναι σίγουρα ένα από αυτά. Τα άνθη μας θεωρώ ότι βγήκαν από τα κατσάβραχα». 

 

 

Ο Γιώργος Φιλιππίδης αυτοκτόνησε λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν ένα χρόνο μετά το θανατό του σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τα αποσπάσματα είναι από το «Γκρίζο». 
Ευχαριστώ πολύ τον Σύλλα Τζουμέρκα για τις πληροφορίες που επέτρεψαν τη δημιουργία αυτού του αφιερώματος και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο.