Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

Τέσσερις καλλιτέχνες και ένας ακαδημαϊκός μας ξεναγούν στο Hypnos Project

Άννα Παπαέτη, Νάνα Σαχίνη, οι αρχιτέκτονες της Φάλαινας, Πάνος Κοκκινιάς και Δημήτρης Παπανικολάου
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ 24.4.2016

Άννα Παπαέτη: «The Dark Side of the Tune»

 

Η εγκατάσταση που δημιουργήσαμε με τον Νεκτάριο Παππά (ο οποίος ειδικεύεται στον ήχο) έχει ως θέμα τη στέρηση ύπνου σε κρατούμενους της χούντας μέσα από τη χρήση της μουσικής και του ήχου. Μας ενδιέφερε η χρήση ενός συνδυασμού μεθόδων βασανισμού από το Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΑΤ/ΕΣΑ), οι οποίες περιλάμβαναν συνεχή υποχρεωτική ορθοστασία σε άδειο δωμάτιο, στέρηση ύπνου, στέρηση φαγητού και νερού, ξυλοδαρμούς και παρατεταμένη έκθεση σε συνεχείς δυνατούς ήχους και μουσική. Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι ήχοι στα κρατητήρια του ΕΑΤ/ΕΣΑ περιλάμβαναν χτυπήματα στα κάγκελα και τις πόρτες, φωνές των δεσμοφυλάκων, κραυγές των βασανισθέντων, μουσική από τα μεγάφωνα και ήχους από «τεχνικά μέσα». Οι συνεντεύξεις που έκανα με πρώην κρατούμενους αλλά και έναν στρατιώτη της ΕΣΑ μου επιβεβαίωσαν πως λαϊκές επιτυχίες της εποχής παίζονταν δυνατά και επαναλαμβανόμενα από τα μεγάφωνα κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων αλλά και το βράδυ, μην αφήνοντάς τους να κοιμηθούν. Ακούγονταν τραγούδια όπως ο «Ταρζάν» του Θέμη Ανδρεάδη, τα «Παιδιά, τα φιλαράκια τα καλά» του Γιώργου Κοινούση, το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε» της Βίκυς Μοσχολιού και ο «Στέφανος» του Αντώνη Καλογιάννη. Επαναλαμβανόμενος ήχος υπήρχε και σε άλλα μέρη κράτησης, όπως το ηλεκτρικό κουδούνι που ακουγόταν ασταμάτητα στα τρία μικρά κελιά της Ασφάλειας του Πειραιά.

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς


Αυτό που θέλαμε με τον Νεκτάριο ήταν να μεταφέρουμε το κλειστοφοβικό αλλά και φρικιαστικό συναίσθημα τού να είναι κανείς κλεισμένος σ' έναν πολύ μικρό χώρο, απομονωμένος, άυπνος κι ανελέητα εκτεθειμένος σε επαναλαμβανόμενο ήχο. Θέλαμε να αναδείξουμε ένα άγνωστο κομμάτι των βασανιστηρίων της χούντας, να δείξουμε πως η χρήση του ήχου και της μουσικής δεν ήταν απλώς ένας τρόπος να καλυφθούν οι κραυγές των βασανισθέντων. Αντιθέτως, ήταν μέρος ενός συστηματικού και προσεκτικά σχεδιασμένου προγράμματος βασανιστηρίων που ήταν σωματικά και ψυχικά επιβλαβές. Αυτό το πρόγραμμα συνδεόταν με διεθνή κέντρα εξουσίας. Βλέπετε, οι πρακτικές αυτές ήταν οι πλέον σύγχρονες μέθοδοι βασανισμού παγκοσμίως στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Είχαν αναπτυχθεί μέσα από ενδελεχή έρευνα (κυρίως ψυχολόγων) και είχαν χρησιμοποιηθεί και από τις δύο πλευρές κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου – ενδεικτικό είναι το εγχειρίδιο «Kubark Counterintelligence Interrogation» της CIA (1963).

 

Νάνα Σαχίνη: «Μια ρυτίδωση σε λιμνούλα είναι ένα παράδειγμα (της μηχανής κυμάτων)»

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Μια γλυπτική εγκατάσταση καλεί τον καθένα να γίνει μέρος της. Ένας τόπος κατασκευασμένος από ίχνη σωματικότητας, κομμάτια μνήμης από ένα προ-λογικό και προ-γλωσσικό παρελθόν, επινοήματα φαντασίας, θραύσματα επιστήμης κι επιστημονικής φαντασίας, μυθολογικών αφηγήσεων και κυρίως βιωμάτων που θα ήθελαν να είναι ή και να γίνουν κοινά.
Μια ατρακτοειδής κατασκευή φιλοξενεί έναν θάλαμο. Δεν είναι σίγουρο αν η κατασκευή είναι μάτι, αιδοίο, φωλιά, κούνια ή απλώς μια άτρακτος. Οι υπνικές άτρακτοι, λέει, λειτουργούν υπναγωγικά. Κάτι σαν το γάλα και το κούνημα στο βρέφος, τα υπνωτικά χάπια ή λίγο ποτό παραπάνω στον καθένα μας ή το «νάνι-νάνι, κούνια κάνει». Ο θάλαμος προορίζεται συνήθως για τη διαμονή περισσοτέρων του ενός ατόμων. Στην ανατομία είναι και χώρος του εγκεφάλου και του ματιού.


Αν θέλεις, κοιμήσου σ' εμένα, κάποτε κι εγώ κοιμήθηκα σε κάποιον άλλον, άνθρωπο ή cyborg, ποτέ δεν το ξεκαθάρισα. Αναρωτιέμαι αν το έζησα πραγματικά ή ήταν παραίσθηση. Άραγε, κοιμόμαστε ποτέ πραγματικά ΜΑΖΙ; Και για το δωμάτιο-θάλαμο τότε δεν έχω μνήμη, μόνο αισθήσεις. Τα μάτια ίσα που διέκριναν μορφές. Τα χέρια ψηλαφούσαν όγκους. Ποτέ πλήρης ησυχία. Ενίοτε αναστάτωση. Συχνά συναγερμός.

 

Η εγκατάσταση αυτή θέλει να ψηλαφήσει ζητήματα όπως η σχέση του ύπνου με τη σωματικότητα, τα βιοπολιτικά ζητήματα που εμπλέκονται σε αυτή, η επισφάλειά τους, τι σημαίνει κοιμίζω κάποιον κάπου και κυρίως ποιοι και πώς είμαστε όταν κοιμόμαστε κι όταν είμαστε ξύπνιοι.


Η εγκατάσταση αυτή θέλει να ψηλαφήσει ζητήματα όπως η σχέση του ύπνου με τη σωματικότητα, τα βιοπολιτικά ζητήματα που εμπλέκονται σε αυτή, η επισφάλειά τους, τι σημαίνει κοιμίζω κάποιον κάπου και κυρίως ποιοι και πώς είμαστε όταν κοιμόμαστε κι όταν είμαστε ξύπνιοι.


Μια ελάχιστη πορεία σε έναν μαγικό χωροχρόνο, όπως ακριβώς και ο ύπνος.


Ας κοιμηθούμε τώρα, γιατί βλέπω διπλά. Φταίει, άραγε, το ξενύχτι ή εκείνη η αγκωνιά στο μάτι όταν έβλεπα το τρίτο όνειρο;
Ας κοιμηθούμε, λοιπόν, γιατί δεν νιώθω πια κανένα από τα μέλη μου. Φταίει η αϋπνία ή εκείνο το μελί, σαν ορείχαλκος, υγρό που πιέζει χαμηλά την κοιλιά;

 

Οι αρχιτέκτονες της Φάλαινας (γι' αυτό το έργο Ίρις και Λήδα Λυκουριώτη, Δάφνη Παπαδοπούλου, Vjosana Shkurti) συμμετέχουν με το έργο «Ο Τρελός Έρως / κοιτώνες ιμερολυκείου».

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Το έργο μας είναι μια πρόσκληση να ασχοληθούμε ξανά με το μέλλον, με όχημα το μέσο που ύμνησε η νεωτερικότητα, δηλαδή την ουτοπία. Εδώ και δεκαετίες έχει εξοριστεί από τον δημόσιο λόγο και την πολιτική η συζήτηση για το μέλλον, λες και βρισκόμαστε ήδη μέσα σε αυτό. Εμείς διαφωνούμε και το αποδεικνύουμε αντιπαραβάλλοντας στο νεοφιλελεύθερο τεχνο-παρόν τον τρελό έρωτα, ώστε να δούμε τι είδους (ποιοτική όχι ποσοτική) δουλειά έχουμε ακόμη μπροστά μας.


Ο απολύτως παρεξηγημένος τρελός έρωτας –και τον εννοούμε όπως τον εννόησαν οι σουρεαλιστές– είναι η πιο ριζοσπαστική πολιτική πράξη. Είναι η γνήσια, αδιαμεσολάβητη, μη αλλοτριωτική σύνδεση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Αν αφεθεί να ευδοκιμήσει (και γι' αυτό σπανίως μπορεί), θα προβάλλεται διαρκώς και σε άλλες κοινωνικές σχέσεις, καταλαμβάνοντας τον χώρο τον οποίο συνήθως καλύπτουν τα εμπορεύματα, η θρησκεία, οι πατριαρχικές δομές.

 

Tα όνειρα γίνονται η πραγματικότητα και όχι το ανάποδο, που μας οδηγεί στον μυστικισμό. Αυτό ήταν το ριζοσπαστικό νόημα που ανέγνωσαν οι σουρεαλιστές κι εξύμνησαν στην ταινία την εποχή της κυκλοφορίας της: το όνειρο που μπορεί να γίνει πραγματικότητα.


Επειδή αγαπάμε πολύ τους ήρωες της λογοκρισίας, δηλαδή τους ανθρώπους που μπόρεσαν να φανταστούν αυτό το μέλλον και γι' αυτό τους αφαιρέθηκε ο λόγος, μπλέκουμε πολλές ιδέες από τα έργα τους κάτω από μία κεντρική αναφορά, τα ιμερολύκεια. Αυτά είναι τα εκπαιδευτήρια της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας, της ουτοπίας που φαντάζεται ο Ιούλιος Βερν, στη βιβλιοθήκη του μεγάλου υπερωκεάνιου, διαβάζοντας τον 5ο τόμο της Παγκοσμίου Γεωγραφίας του Malte-Brun και κοιτάζοντας γραμματόσημα, στο κεφάλαιο 61 του «Μεγάλου Ανατολικού» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Φτιάχνουμε τους κοιτώνες των ιμερολυκείων, θέλοντας να τραβήξουμε την προσοχή του κοινού προς αυτήν τη μοναδική ουτοπία που βάζει στο επίκεντρο τον έρωτα και γι' αυτό παραμένει τελείως άγνωστη και παρεξηγημένη στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία.


Στα ιμερολύκεια παρακολουθούν τα παιδιά και οι ερωτογυμναστές, λίγο πριν κοιμηθούν, για νανούρισμα, την άγνωστη σήμερα χολιγουντιανή ταινία «Peter Ibbetson» (1935) του Henry Hathaway. Βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Georges du Maurier (1891), αναφέρεται στον τρελό έρωτα. Οι δύο τρελά ερωτευμένοι ήρωες, χωρισμένοι από τα κοινωνικά και τραγικά εμπόδια που απορρέουν από τη συμβατική ζωή που αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν, καταφέρνουν να ζήσουν στον κόσμο του ονείρου. Κοιμούνται και βλέπουν τα ίδια όνειρα. Τα όνειρα γίνονται η πραγματικότητα και όχι το ανάποδο, που μας οδηγεί στον μυστικισμό. Αυτό ήταν το ριζοσπαστικό νόημα που ανέγνωσαν οι σουρεαλιστές κι εξύμνησαν στην ταινία την εποχή της κυκλοφορίας της: το όνειρο που μπορεί να γίνει πραγματικότητα.


Τονίζοντας, τέλος, την δραματική έλλειψη συζητήσεων περί έρωτος στις μεγάλες πολιτικές μεταβολές που συμβαίνουν τα τελευταία πέντε χρόνια παγκοσμίως, σε αντίθεση με το αίτημα για ερωτική απελευθέρωση που μεσουράνησε τη δεκαετία του '60, μπλέκουμε λίγη ακόμη αντιπροσωπευτική βιβλιογραφία από εκείνη την ένδοξη εποχή, όπως το βιβλίο «Amour, Εrotisme et Cinema» του Άδωνη Κύρου. Το εξέδωσε ο περίφημος εκδότης της ερωτικής παρανομίας στη Γαλλία, των σουρεαλιστών και του περιοδικού «Positif», Eric Losfeld, και λειτουργεί για εμάς ως το τεκμήριο των συνδέσεων μεταξύ της ταινίας, του πολιτικού προγράμματος, του τρελού έρωτος και των προσώπων που τον βγάζουν από την αφάνεια.

 

Πάνος Κοκκινιάς: «Βόλακας»

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Το σκηνικό του «Βόλακα», ένα τίποτα μέση του πουθενά, που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε στην Ελλάδα, θυμίζει λίγο έργο του Μπέκετ, παραπέμποντας έτσι σε μια υπαρξιακή κατάσταση.


Ο άνθρωπος που κείτεται ανάσκελα πλάι στην αυτοσχέδια κολόνα φωτισμού μπορεί να είναι κοιμισμένος, μπορεί νεκρός. Μεθυσμένος ή βυθισμένος σε μια ενατένιση. Μπορεί να είναι ένας ντόπιος ανέστιος, εξόριστος της ζωής ή ξένος, εξόριστος από τον τόπο του. Ή απλώς ένα ρεμάλι, σαν αυτά του Reizer, μια κατάντια.


Δίπλα του, ένας φωτογενής σκουπιδοτενεκές διεκδικεί βραβείο δεύτερου ρόλου ως βασικός συντελεστής στη σύσταση του εννοιολογικού περιβάλλοντος. Κι ένα οδικό σήμα με γυρισμένη την πλάτη, ό,τι πρέπει για να αναρωτιέται κανείς. Λουσμένα όλα από ένα ανελέητο αλλά και υπερβατικό φως που, ως τέτοιο, αναδεικνύει το παράλογο της ζωής.


Το σκηνικό προϋπήρχε, η εικόνα σκηνοθετήθηκε. Αλλά δεν έχει σημασία ο τρόπος που φτιάχνεται μια εικόνα. Σημασία έχει αν ένας άνθρωπος θα μπορούσε να υπάρχει εκεί. Σημασία έχει εάν είναι ακόμα εκεί.


Το έργο δεν επιχειρεί έναν μονοσήμαντο συμβολισμό. Μπορεί να διαβάζεται σε σχέση και με σημερινές καταστάσεις, σαν ένα «σιγά, η πατρίδα κοιμάται», αλλά όχι αποκλειστικά. Ο ύπνος κι ο θάνατος έκαναν πάντα καλή παρέα.

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Δημήτρης Παπανικολάου, ερευνητής, λέκτορας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πολιτισμικών Σπουδών και Σπουδών Φύλου στην Οξφόρδη, fellow του Κολεγίου St. Cross.

 

— Στο πλαίσιο του Hypnos Project συντονίζεις μια συζήτηση για το σώμα, τον ύπνο, τον θάνατο και την ανάσταση. Τι θα ακούσουμε εκεί;

Η συζήτηση είναι μέρος μιας μεγαλύτερης σειράς που διοργανώνουμε αυτήν τη χρονιά με κεντρικό θέμα το σώμα (προηγήθηκαν οι συζητήσεις με θέμα «Σώμα και δημόσιος χώρος» και «Σώμα και Φύλο»). Η συγκεκριμένη συνδέεται με το Hypnos Project και έχει μεν τίτλο «Σώμα, θάνατος, ανάσταση», αλλά και υπότιτλο «Πολιτικές διαχείρισης του θανάτου και δημιουργίας της ζωής». Στόχος είναι να φέρουμε κοντά δύο πολύ μεγάλους σύγχρονους προβληματισμούς, αφενός την κοινωνιολογική/θεωρητική ανάλυση για τη βιοπολιτική και τη θανατοπολιτική (πώς, δηλαδή, η σύγχρονη εξουσία προστατεύει και προγραμματίζει τη ζωή κάποιων ανθρώπων, ενώ παράλληλα διαχειρίζεται τον θάνατο κάποιων άλλων), αφετέρου τη μεγάλη συζήτηση για τη «δημιουργία ζωής» από τη βιοτεχνολογία. Και να δέσουμε αυτές τις συζητήσεις με το μεγαλύτερο θέμα της πίστης στη μετά θάνατον ζωή αλλά και της μνημολογίας των νεκρών, του θρήνου, της εικόνας του φαντάσματος. Όπως και τις προηγούμενες φορές, στόχος μου είναι να φέρω στη σκηνή της Στέγης ανθρώπους που θα ξεκινήσουν από διαφορετικές αφετηρίες: κοινωνιολόγους, καλλιτέχνες, ερευνητές των θεωρητικών αλλά και των θετικών επιστημών. Και, όπως πάντα, η συμμετοχή του κοινού είναι αυτή που δίνει στη συζήτηση την ουσιαστική της τροπή.

 

— Πόσο συμφιλιωμένος είναι, λες, ο σημερινός πολιτισμός με τη μόνη ανθρώπινη βεβαιότητα; Πώς την αντιμετωπίζεις εσύ;

Για μένα, το μεγαλύτερο ζήτημα σήμερα είναι το πώς συνδυάζεται μια διαρκής πίστη στη δυνατότητα της επιστήμης να αρχίσει κάποτε να δημιουργεί ουσιαστικά ζωή με την ταυτόχρονη επέκταση της εικόνας του θανάτου ως μιας εικόνας καθημερινού τρόμου, βάσει του οποίου όλο και περισσότερο κυβερνιόμαστε. Από τη μια, πλαίσιο της καθημερινότητάς μας γίνονται οι εικόνες θανατώσεων, θυμάτων μαζικής βίας και τρομοκρατικών επιθέσεων, αλλά και οι εικόνες των προσφύγων και των αφανών ως «παραπανίσιων ανθρώπων» που αφήνονται να πεθάνουν, σε σύνορα, θάλασσες, εμπόλεμες ζώνες ή στα υπόγεια της πόλης. Από την άλλη, μας σαγηνεύει κυριαρχικά η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι πλέον (θα μπορούν να) παραγγέλνουν ιατρική περίθαλψη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του DNA τους. Αυτά είναι τα δύο άκρα μιας πολύ ευρύτερης διαχείρισης της ζωής και οργάνωσης του θανάτου, που μοιράζουν έτσι τα ανθρώπινα σώματα σε δύο κατηγορίες: από τη μια οι «ζωντανοί» κι «εξασφαλισμένοι» πολίτες, από την άλλη οι οιονεί νεκροί, οι εκτός ασφάλειας και προστασίας, οι κάθε φύσης «εκεί έξω». Μιλάμε, ουσιαστικά, για μια νέα πολιτική συνθήκη ιδιαίτερα προβληματική, κατά την οποία ο καθένας καλείται να αγωνιστεί για τη συμμετοχή του στους μεν, και να συνθηκολογήσει με την ύπαρξη των δε. Η κρίση δεν δημιούργησε μόνο έναν γενικευμένο φόβο της απο-εξασφάλισης· απασφάλισε κι αυτή την εκρηκτική συμπλοκή βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής που μας οδηγεί σε μια βαθιά, πολύ εσωτερική, πολιτική ήττα. Μέσα σε αυτά τα δεδομένα η τέχνη, αλλά επίσης η θεωρία και η πίστη καλούνται να ξανασκεφτούν τα λεξιλόγιά τους.

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

— Πώς μπορεί να εννοηθεί η προοπτική της ανάστασης (και κατ' επέκταση της αιώνιας ζωής), αν όχι μεταφυσικά; Πόσο εύκολο είναι ακόμα και για έναν ακραιφνή ορθολογιστή να αποδεχτεί την ανυπαρξία;

Εδώ, την απάντηση, νομίζω, τη δίνει και λίγο το ότι κάνουμε αυτήν τη συζήτηση στο πλαίσιο ενός αφιερώματος για τον Ύπνο. Όπως ο άνθρωπος από πολύ νωρίς παρατήρησε και η τέχνη πολύ επέμεινε να υπενθυμίζει, ο ύπνος είναι μια πρόβα θανάτου, το ενύπνιο μια πρόβα διαχείρισης του μεταφυσικού, το ξύπνημα, η καθημερινή αλληγορία της ανάστασης.


Τώρα, για τα περί του ορθολογιστή και του τρόπου με τον οποίον μπορεί να αποδεχτεί την ανυπαρξία: κάτι προσπαθώ να πω στο κείμενο που έγραψα για τον τόμο που συνοδεύει την έκθεση, με τίτλο «Όταν τους βλέπω να κοιμούνται». Μιλώ εκεί για τη σκηνή όπου ξυπνάς δίπλα σε κάποιον άλλον και παρατηρείς. Κι αισθάνεσαι τότε και ότι σου ανήκει λίγο, και την ίδια στιγμή καταλαβαίνεις πόσο βρίσκεται κάπου αλλού ήδη. Ορθολογιστής ή όχι, καθένας μας κάνει πρόβες συνεχώς για το χωρίς.

 

— Οι πιο ενδιαφέρουσες σχετικές αναφορές στη νεοελληνική λογοτεχνία;

Τι να σου πω... Όλη η λογοτεχνία, και δη η πιο ενδιαφέρουσα, συχνά σε μαθαίνει τα της ζωής διά του θανάτου, τα του θανάτου διά της ζωής, και τα περί του ανάμεσα των δύο διά της γραφής. Αλλά για να μείνω λίγο στο πνεύμα αυτής της συζήτησης, μπορούμε να διαβάσουμε τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Βιζυηνού και την «Κερένια Κούκλα» του Χρηστομάνου, κοιτάζοντας πώς διαπλέκονται σ' αυτά τα τρία κείμενα οι στρατηγικές της ζωής και η διαχείριση του θανάτου, στην κάθε περίπτωση με διαφορετική κορνίζα εξουσίας: την κοινωνία, τη φαντασία, τον έρωτα.


Από τα καινούργια, το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, εκεί που μιλάνε οι νεκροί όσο μιλάει το αίμα, η Ιστορία γίνεται νεκροκρέβατο για να ξενυχτιούνται οι δεσμοί που δένουν τους ανθρώπους, η κοινότητα κάτι σαν επίμονο φάντασμα και ο ανδρισμός, το πιο ανοίκειο βαμπίρ. Επίσης, η συγκινητικά πρωτότυπη δουλειά του Ισπανού συναδέλφου μας Άλβαρο Γκαρθία Μαρίν (δες, για παράδειγμα, το «Στοιχειωμένες κοινότητες: Το ελληνικό βαμπίρ ή το ανοίκειο στον πυρήνα της κατασκευής του έθνους», έξοχα μεταφρασμένο από τον Άκη Γαβριηλίδη). Ο Μαρίν τα τελευταία χρόνια δημοσιεύει μελέτες για το πώς το νεοελληνικό έθνος ουσιαστικά κατασκευάστηκε ως ένα βαμπίρ (=το ζωντανεμένο σώμα μιας αρχαίας χώρας), και την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο του Διαφωτισμού, προσπάθησε να καταπιέσει όλο το πολιτισμικό υλικό, τις ιστορίες, τα τραγούδια, τους θρύλους για φαντάσματα και βαμπίρ που κυκλοφορούσαν στον ελλαδικό χώρο, όπως και σε όλα τα Βαλκάνια. Διάβαζα το «Γκιακ» και τον Μαρίν πέρσι, όταν είδα την παράσταση «Έλλην Βρυκόλαξ» του Κωνσταντίνου Ντέλλα στο Μουσείο Μπενάκη. Και τα τρία, έστω και εμμέσως, δείχνουν ότι το να μιλάς για τον θάνατο και τη ζωή σημαίνει να σκέφτεσαι και για την πολιτική τους. Και το να το κάνεις αυτό στην Ελλάδα σήμερα σημαίνει να θέλεις και κάτι άλλο να πεις.

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς
Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς

 

 

 

Info:

Hypnos Project, έναρξη-εγκαίνια κεντρικής έκθεσης: 18/4, 20.00, Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, λεωφ. Συγγρού 107-109, Νέος Κόσμος, 210 9005800, διάρκεια ως 19/6, πλήρες πρόγραμμα sgt.gr


Συζήτηση
Σώμα: Ύπνος, θάνατος και ανάσταση, 9 Μαΐου, 19:00, Είσοδος ελεύθερη, Mικρή Σκηνή, Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα και να παρακολουθήσετε τη συζήτηση σε live streaming
Συντονισμός: Δημήτρης Παπανικολάου

Μαθήτευσε στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας και το αθηναϊκό underground press. Ως επαγγελματίας γραφιάς συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τις εκδόσεις Τερζόπουλος, τον ΔΟΛ, την Ελευθεροτυπία, το free press Metropolis, τα περιοδικά 01, 10% και Υποβρύχιο. Aρθρογραφεί τακτικά στην έντυπη και την ηλεκτρονική Lifo. Έχει επίσης ασχοληθεί με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

VIDEOS/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ