Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

Άνταμ Σίμτσικ: «Έχω διαβάσει ένα σωρό ανοησίες- Όχι, δεν ψάχνω δουλειά στην Ελλάδα»

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της documenta 14 σε μια διεξοδική συνέντευξη-απολογισμό της διοργάνωσης που είχε θέμα «Μαθαίνοντας από την Αθήνα» και για περίπου ενάμιση χρόνο «συγκλόνισε» Γερμανία και Ελλάδα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ 9.11.2017

Ήταν η μοναδική documenta στην ιστορία του θεσμού που το Κάσελ μοιράστηκε με μία άλλη πόλη, την Αθήνα, προσδίδοντάς της για κάπου ενάμιση χρόνο ένα κοσμοπολίτικο, εστέτ στίγμα με «αύρα» συγκρουσιακή, αφού ήταν επίσης από τις πιο πολιτικοποιημένες διοργανώσεις, καθώς και από εκείνες που συζητήθηκαν περισσότερο –από τις καλλιτεχνικές επιλογές, το στήσιμο, τα θέματα που έθιγε και τον λόγο που εξέφερε μέχρι την όλη σύλληψη και την ίδια την κουλτούρα της–, πυροδοτώντας έντονες αντιπαραθέσεις όχι μόνο στα ΜΜΕ αλλά ακόμα και σε χώρους ιδεολογικά «συγγενείς». Το έλλειμμα με το οποίο «έκλεισε» ο θεσμός ήταν μία ακόμα αφορμή για επικρίσεις, από εκείνες που ο συνομιλητής μου «έχει βαρεθεί να ακούει», καθώς λέει χαρακτηριστικά.

 

Το απογευματινό ραντεβού με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της documenta 14 δόθηκε στα γραφεία της στα Εξάρχεια, στον ίδιο χώρο όπου είχαμε μιλήσει λίγο πριν από τα επίσημα εγκαίνια της Αθήνας, στην ίδια γειτονιά όπου μπορεί να πετύχεις ακόμα κάποια φθαρμένη αφίσα με το σύνθημα «Fuck Documenta» κι ας κατηγορήθηκε από το άλλο «άκρο» ως διοργάνωση περίπου αναρχοκομμουνιστική – άλλο ένα δείγμα των πολλών και διαφορετικών αντιδράσεων που προκάλεσε. Ενάμιση χρόνο μετά, ο Άνταμ Σίμτσικ απαντά στους επικριτές του σε Ελλάδα και Γερμανία (όπου πρόσφατα τον στοχοποίησε το ακροδεξιό AfD), υπερασπιζόμενος με πάθος την τόλμη, αν όχι την ορθότητα των περισσότερων επιλογών του και αναδεικνύοντας τα πολλά διαφορετικά ερεθίσματα που προκάλεσε η έκθεση, τον πλούτο των εκθεμάτων και των εκδηλώσεων, τη μεγάλη προσέλευση, τη δουλειά του ίδιου, των συνεργατών του και όλων όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διοργάνωση. Ναι, συμφωνεί ότι δεν πήγαν όλα τόσο τέλεια, πιστεύει όμως ότι το κέρδισε το στοίχημα, έστω και αν οικονομικά δεν του «βγήκε», αναλύει δε τους λόγους για τους οποίους συνέβη αυτό. Μάλιστα, παρά τη γραφειοκρατία, την οικονομική δυσπραγία και κάποιες νοοτροπίες «μπετόν» που συνάντησε, πιστεύει ότι το να δουλεύει κανείς στην Αθήνα είναι εν γένει άνετο, ενδιαφέρον και παραγωγικό.

 

Αν και δηλώνει ανοιχτός στην κριτική, χαρακτηρίζει από αστεία έως ύποπτη την τόση πολεμική που δέχτηκε ο ίδιος και συνολικά η documenta 14. Μιλά για «κυνήγι μαγισσών», απαντώντας δε στις κριτικές που δέχτηκε και από αριστερά τονίζει ότι φυσικά και η documenta δεν είναι ένα «λυτρωτικό» πολιτικό κίνημα, μπορεί ωστόσο, ακόμα και αποδομώντας εαυτήν, να χρησιμοποιηθεί «ως εργαλείο ελέγχου αλήθειας των γεγονότων και απόδοσης ευσήμων ή ευθυνών». Εκθειάζει εκείνες τις καλλιτεχνικές πτυχές της documenta που τον συγκίνησαν περισσότερο, απαντά πρόθυμα ακόμα και σε ερωτήσεις «δύσκολες», αρνείται ότι έχει προς ώρας κάποια επίσημη πρόταση συνεργασίας από άλλον καλλιτεχνικό οργανισμό στην Ελλάδα και καταλήγει ότι αν τελικά έμαθε κάτι από την Αθήνα, ήταν τα όρια στα οποία μπορεί να κινηθεί και όχι το ξεπέρασμά τους, πράγμα που χρειάστηκε, λέει, περισσότερη δουλειά απ' όση φανταζόταν! Επιβεβαίωσε, επίσης, την πεποίθησή του ότι όχι, δεν γίνεται να ευχαριστείς τους πάντες, ούτε έχει νόημα.

 

Έχω διαβάσει ένα σωρό ανοησίες, έχω κουραστεί πραγματικά από όλο αυτό. Είναι η κλασική προπαγανδιστική τακτική τού να επαναλαμβάνεις τόσες φορές ένα ψέμα ώστε από κάποιο σημείο και μετά να μοιάζει αλήθεια.

 

— Βλέπω ότι τα γραφεία λειτουργούν ακόμη. Αυτό σημαίνει ότι η documenta δεν έχει λήξει ακόμα ή απλώς κάνετε τον τελικό απολογισμό σας;

Για την ακρίβεια, και τα δύο. Αφενός υπάρχουν ορισμένα διοικητικά ζητήματα που πρέπει να τακτοποιηθούν, αφετέρου θέλαμε να επιτρέψουμε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που δούλεψαν εδώ τόσο καιρό να έχουν για την ώρα μια πιο ομαλή «προσγείωση» και ένα οικείο μέρος. Επομένως, είναι ένας χώρος εργασίας, καθώς, ακόμα και αν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν δουλεύουν πλέον επίσημα για την documenta, παραμένουν συνδεδεμένοι με το πρότζεκτ ποικιλοτρόπως – ένα είδος συμπληρωματικής δουλειάς που βρίσκεται σε εξέλιξη.

 

— Μείνατε στην Αθήνα για να δουλέψετε σε κάποιον άλλο πολιτισμικό οργανισμό, όπως ακούστηκε, ή για κάποιον άλλο λόγο;

Το μόνο που έχω να πω είναι ότι με εκπλήσσουν όσα διαβάζω στον Τύπο. Όμως όχι, δεν έχω αναζητήσει κάποια άλλη θέση εργασίας στην Αθήνα μέχρι τώρα. Προσπαθώ να ολοκληρώσω την documenta, καθώς το συμβόλαιό μου παραμένει σε ισχύ, υπάρχουν ακόμα πράγματα που πρέπει να κάνω. Αναφέρομαι ειδικότερα στις πρόσφατες συζητήσεις που αφορούν το έλλειμμα. Είναι κάτι που απαξιώνει τη δουλειά τη δική μου αλλά και ολόκληρης της ομάδας της documenta 14. Είναι επίσης η πρώτη φορά που οι Γερμανοί, οι Έλληνες και οι άλλοι επικριτές μας μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν πιο «χειροπιαστά» επιχειρήματα. Υπάρχει, θα έλεγα, ένας ύποπτος συγχρονισμός, εφόσον οι κριτικές αυτές ξεκίνησαν σχεδόν ταυτόχρονα σε Κάσελ και Αθήνα. Επέκριναν την έκθεση καθαυτή, βασισμένοι στο επιχείρημα του ελλείμματος.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Πόσο μεγάλο είναι τελικά αυτό το έλλειμμα;

Ειλικρινά, δεν γνωρίζουμε ακόμη. Λάβετε υπόψη ωστόσο ότι τα 7 εκατ. που παρουσιάστηκαν από τα ΜΜΕ συμπεριλαμβάνουν και τους φόρους που θα μας επιστραφούν. Μιλάμε για το 15% του συνολικού προϋπολογισμού της documenta 14 για την περίοδο 2014-17.

 

— Γιατί όμως θεωρείτε «ύποπτες» αυτές τις κριτικές;

Διότι συμβάλλουν σε ένα κλίμα «κυνηγιού μαγισσών» που πάει να διαμορφωθεί γύρω από εμένα και πολλούς άλλους ανθρώπους της documenta, βλάπτοντας μακροπρόθεσμα τον οργανισμό. Ελπίζω πως το ζήτημα αυτό σύντομα θα επιλυθεί, όμως η ζημιά έχει γίνει ήδη... Δεν ξέρω πραγματικά τι να σχολιάσω για πρωτοσέλιδα του τύπου «υπάλληλοι της documenta14 κουβαλούσαν σακούλες με μετρητά στην Αθήνα». Έχω διαβάσει ένα σωρό ανοησίες, έχω κουραστεί πραγματικά από όλο αυτό. Είναι η κλασική προπαγανδιστική τακτική τού να επαναλαμβάνεις τόσες φορές ένα ψέμα ώστε από κάποιο σημείο και μετά να μοιάζει αλήθεια. Μας κατηγόρησαν ακόμα ότι το γερμανικό κράτος θα εξαναγκαστεί να «διασώσει» και το ελληνικό κομμάτι του θεσμού. Εντούτοις, η documenta είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός, στοιχείο το οποίο δεν αναφέρεται πουθενά.

 

— Θα πρέπει όμως τα πάντα να αποτιμώνται με κριτήριο το χρηματικό κέρδος; Τα καλλιτεχνικά, πολιτιστικά, κοινωνικοπολιτικά ερεθίσματα και αφορμές διαλόγου ή και διαφωνιών που δίνει ένα τέτοιο εικαστικό γεγονός δεν συνιστούν επίσης κέρδος;

Σίγουρα το κέρδος δεν έχει ή δεν πρέπει να έχει μόνο υλική έννοια, αυτό όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Ως προς το καθαρά χρηματικό κομμάτι, μπορεί να πει κανείς πως η βασική επιδίωξη της διοργάνωσης δεν είναι το κέρδος καθαυτό αλλά μια οικονομική ισορροπία, η επίτευξη ενός είδους ισοσκελισμένου απολογισμού. Για να φτάσουμε όμως εκεί η προϋπόθεση είναι η documenta να βγάλει αρκετά χρήματα από εισιτήρια (υπόψη ότι στην Αθήνα οι περισσότερες εκθέσεις και εκδηλώσεις ήταν δωρεάν), έντυπες εκδόσεις και άλλες εμπορικές χρήσεις. Ακολουθεί, οπότε, ένα είδος οικονομίας που καθορίζεται από τα έσοδα της ίδιας της λειτουργίας της. Ο μισός προϋπολογισμός μας είναι κρατικός, ο άλλος μισός πρέπει να καλυφθεί από την ίδια την έκθεση. Μοιάζει με ένα στοίχημα βασισμένο στη λογική πως ναι, θα προσπαθήσουμε να έχουμε έσοδα, αν όμως αποτύχουμε και τα έξοδα είναι περισσότερα, τότε θα βρεθούμε σε μία ιδιαίτερα δυσχερή οικονομικά θέση, παρόλο που είμαστε ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Δυστυχώς, οι πολιτικοί και οι οργανισμοί που είναι υπεύθυνοι για την κατανομή των οικονομικών πόρων δεν είδαν κάποια πιθανότητα ή αναγκαιότητα ώστε να συμβάλλουν περισσότερο σε ό,τι είχε προκαθοριστεί ως βασικός προϋπολογισμός, παρά τη διαφορετική φύση του εν λόγω πρότζεκτ σε σχέση με οποιαδήποτε προηγούμενη documenta.

 

Δουλεύαμε για τέσσερα χρόνια, κάναμε πολλά και είναι στο χέρι των επισκεπτών που ήρθαν μαζικά να δουν την έκθεση και των ανθρώπων που επιθυμούν να συνεχίσουν τη συζήτηση για το πρότζεκτ να το κάνουν. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Δουλεύαμε για τέσσερα χρόνια, κάναμε πολλά και είναι στο χέρι των επισκεπτών που ήρθαν μαζικά να δουν την έκθεση και των ανθρώπων που επιθυμούν να συνεχίσουν τη συζήτηση για το πρότζεκτ να το κάνουν. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Εκτός από το οικονομικό ζήτημα, η documenta της Αθήνας κατηγορήθηκε για αποικιοκρατική προσέγγιση, για μια ακόμα ρομαντική εξιδανίκευση του Νότου κ.λπ.

Φαίνεται πως για κάποιους το μοναδικό πιθανό μοντέλο ζύμωσης ενός οργανισμού όπως η documenta με μία σκηνή ή με τους ανθρώπους που ζουν σε ένα άλλο μέρος του κόσμου είναι αυτό του οριενταλισμού και της αποικιοκρατικής κατάκτησης – ανοησίες. Πιστεύω πως αυτές οι κριτικές βασίζονται, με τη σειρά τους, σε μια απολύτως στερεοτυπική εικόνα αυτής της συνάντησης μεταξύ Αθήνας και Κάσελ. Ήταν εντούτοις ένα πολύ περίεργο είδος «αποικισμού» κατά τον οποίο βασικά εκθέσαμε μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού μας -που είναι, όπως είπαμε, κατά το ήμισυ δημόσιο χρήμα- σε ένα σημαντικό ρίσκο προκειμένου να δώσουμε τη δυνατότητα στο κοινό της Αθήνας να βιώσει την documenta με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, όπως το εκτενές, πολύμηνο πρόγραμμα κινηματογραφικών ταινιών στην ΕΡΤ, οι εκδόσεις, τα έντυπα, τα περιοδικά, οι συναυλίες, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και τελικά η έκθεση.


Θα μπορούσαμε κάλλιστα να μην κάνουμε τίποτα και πάλι να μας κατηγορήσουν για αποικιοκρατία. Να μην πραγματοποιήσουμε καμία δημόσια εκδήλωση στην Αθήνα, όπως κάναμε ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2016, αν όχι νωρίτερα, να μην εμπλέξουμε κανέναν Έλληνα στη διοργάνωση... Ωστόσο και Έλληνες καλλιτέχνες παρουσιάσαμε και πολλοί περισσότεροι συμμετείχαν στην έκθεση του ΕΜΣΤ στο Κάσελ, η επιμέλεια της οποίας βρισκόταν απολύτως στα χέρια της Κατερίνας Κοσκινά και των επιμελητών του μουσείου. Οπότε δεν είχαμε καμία σχέση με αυτό, όχι γιατί δεν θέλαμε να αναμειχθούμε με την ελληνική τέχνη στον κεντρικό εκθεσιακό χώρο στο Κάσελ αλλά ακριβώς επειδή αυτό το μέρος της έκθεσης ήταν υπό την επιμέλεια της κ. Κοσκινά και της ομάδας που ηγήθηκε.


Νομίζω ότι ξέρετε πως τα στερεότυπα υπάρχουν για να αναιρούνται – ό,τι προσπαθήσαμε να κάνουμε στην documenta 14 ήταν ακριβώς να μην υποπέσουμε σε στερεοτυπικές αντιλήψεις. Όσοι είπαν πως τάχα «στραγγίξαμε τα οικονομικά αποθέματα της Ελλάδας» είναι εντελώς άσχετοι ή κακόβουλοι. Εκτός από τη συνεργασία μας με την Aegean, που ήταν σε είδος, δηλαδή εισιτήρια, είχαμε μηδενική οικονομική υποστήριξη από Έλληνες χορηγούς. Οπότε σαφώς και δεν «καταχραστήκαμε» χρήματα ελληνικά.

 

— Έχει επίσης ενδιαφέρον το γεγονός πως δεχτήκατε κριτική από πολλούς διαφορετικούς, ακόμα και εκ διαμέτρου αντίθετους πολιτικούς χώρους. Δεν αφήσατε κανέναν ασυγκίνητο, άρα μιλάμε για μια διοργάνωση που έκανε αρκετό θόρυβο, αν μη τι άλλο!

Κοιτάξτε, πιστεύω πως οι άνθρωποι που ασχολούνται με την πολιτική σε οποιοδήποτε επίπεδο μισούν το να συμβαίνει κάτι που ενέχει μια πρακτική διάσταση την οποία δεν μπορούν να αγνοήσουν. Οπότε νιώθουν υποχρεωμένοι να το υποβαθμίσουν, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να σκεφτούν κάποια εξίσου πρακτική αντιπρόταση. Σπεύδουν, λοιπόν, να σε συκοφαντούν και να σε σχολιάζουν πισώπλατα, κάτι όχι αφύσικο βέβαια, όμως οι κριτικές τους είναι νομίζω η καλύτερη απόδειξη του γεγονότος πως κάναμε κάτι εδώ πέρα, παρήγαμε έργο, πυροδοτήσαμε συζητήσεις, εισχωρήσαμε στη δημόσια σφαίρα, φέραμε καινούργιες ιδέες και θέσαμε ερωτήματα. Δεν λέω ότι ήταν απαραίτητα οι καλύτερες ή οι πιο εύστοχες, είναι όμως γεγονός πως προκαλέσαμε αντιδράσεις από πολλές μεριές, απόδειξη ότι τουλάχιστον ήταν ενδιαφέρουσες. Οπότε πιστεύω πως ήταν, τρόπον τινά, αποδοτικό και πως δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καλύτερη ανταπόκριση.

 

Η documenta 14 προσπάθησε να μοιάσει πιο πολύ με την ίδια τη ζωή, όχι με μια ιδέα του πώς θα έπρεπε να είναι η ζωή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η documenta 14 προσπάθησε να μοιάσει πιο πολύ με την ίδια τη ζωή, όχι με μια ιδέα του πώς θα έπρεπε να είναι η ζωή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Έγιναν ακόμα κάποια παράπονα για τις αμοιβές ανθρώπων που δούλεψαν εκεί.

Αναφέρεστε στους επιτηρητές της έκθεσης. Με δική μου πρωτοβουλία ήρθαμε σε διαπραγματεύσεις με όσους ισχυρίζονταν ότι αντιπροσώπευαν μεγάλο μέρος των επιτηρητών και έγινε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων. Οι όροι του αρχικού συμβολαίου, που νομίζω πως ήταν το βασικό πρόβλημα, άλλαξαν κι ένα νέο συμβόλαιο υπογράφηκε από όλους. Η αντίδραση που είχα από επιτηρητές και συγκεκριμένα από αυτά που μου έγραψαν ήταν θετική γιατί δουλεύαμε συνεχώς για τρεις μήνες με εντελώς ξεκάθαρους όρους τακτικών πληρωμών, κάτι που βέβαια θα έπρεπε να είναι η νόρμα, αλλά είναι πολύ δύσκολο να το πετύχεις στην Ελλάδα υπό αυτές τις συνθήκες. Οι επισκέπτες επίσης πραγματικά εντυπωσιάστηκαν από το επίπεδο των επιτηρητών μας και την αλληλεπίδρασή τους με το κοινό. Αυτή η αλληλεπίδραση ήταν ένα πολύ φωτεινό στοιχείο της όλης εμπειρίας. Προσπαθήσαμε, ξέρετε, να επιλύσουμε όλα αυτά τα ζητήματα γιατί ήθελα να είμαι σίγουρος πως όλοι νιώθουν ωραία δουλεύοντας για την documenta.

 

Κάναμε κάτι εδώ πέρα, παρήγαμε έργο, πυροδοτήσαμε συζητήσεις, εισχωρήσαμε στη δημόσια σφαίρα, φέραμε καινούργιες ιδέες και θέσαμε ερωτήματα. Δεν λέω ότι ήταν απαραίτητα οι καλύτερες ή οι πιο εύστοχες, είναι όμως γεγονός πως προκαλέσαμε αντιδράσεις από πολλές μεριές, απόδειξη ότι ήταν τουλάχιστον ενδιαφέρουσες"

 

— Ένα επιπλέον ερώτημα είναι πόσο μπορεί να κινηθεί αντισυστημικά ένας μεγάλος θεσμός με επώνυμους χορηγούς, διαφημιστικές καμπάνιες κ.λπ.

Mπορείς να προσπαθήσεις να αποδομήσεις μια έκθεση καθαυτή και νομίζω πως αυτή η documenta έλαβε μορφές και τρόπους παρουσίασης που ξέφυγαν από το πλαίσιο της συμβατικής επίσκεψης σε μια έκθεση. Χρειάστηκε πολύ χρόνο, σημαντικό χώρο (τουλάχιστον δύο πόλεις και άλλα μέρη στο ενδιάμεσο) και πιστεύω πως έφτασε σε μια διάσταση και πολυπλοκότητα που ήταν πέρα από τις δυνάμεις μας να την ορίσουμε. Μερικά από τα πρότζεκτ πήγαν εξαρχής πολύ μακριά, μερικά άλλα δεν είχαν τόσο πετυχημένη κατάληξη. Αλλά αυτό είναι και πάλι υποκειμενικό γιατί οι περισσότεροι επισκέπτες βρήκαν κομμάτια πολύ ενδιαφέροντα, άλλα πάλι πιθανόν να τα μίσησαν. Η documenta 14 προσπάθησε να μοιάσει πιο πολύ με την ίδια τη ζωή, όχι με μια ιδέα του πώς θα έπρεπε να είναι η ζωή.

 

— Υπήρξε κάποιο συμβάν κατά τη διάρκεια της documenta που σας άγγιξε περισσότερο συναισθηματικά, που σας ενθουσίασε πραγματικά;

Με όρους συναισθηματικής εμπειρίας υπήρξε σίγουρα ένας μεγάλος αριθμός συναυλιών στο Μέγαρο που ήταν πολύ ξεχωριστές γιατί αφενός δεν ήταν μέρος του βασικού προγράμματος, αφετέρου αδυνατούσα να φανταστώ πως θα ήμουν σε θέση να οργανώσω μια συναυλία σαν αυτήν του Frederic Rzewski ή την παγκόσμια πρεμιέρα του Symphony from the Third World από τον Joaquín Orellana Mejía – άνθρωποι με μακρά, σημαντική καριέρα που ήρθαν στην Αθήνα για να προσφέρουν κάτι πολύτιμο και το απόλαυσαν. Ναι, αυτό ήταν σίγουρα κάτι μοναδικό. Σε άλλες περιπτώσεις είχαμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε μερικές ιστορικές δουλειές, π.χ. στην Πινακοθήκη του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα φιλοξενήθηκε μια μικρή συλλογή από έργα Αλβανών καλλιτεχνών. Πρόκειται για μικρές κινήσεις, αλλά είχαν σημασία ή τουλάχιστον θα μπορούσαν να έχουν έστω λίγη. Σε μια συλλογή αφιερωμένη στην εξέλιξη της ελληνικής μοντέρνας τέχνης εμφανιζόταν ξαφνικά ένα «ένθετο» από έξι πίνακες που δεν έχουν παρουσιαστεί ποτέ εκτός Τιράνων –βρίσκονται στην Αλβανική Εθνική Πινακοθήκη–, αμφιβάλλω δε αν τους γνώριζε το κοινό, παρότι τα Τίρανα δεν είναι τόσο μακριά από την Αθήνα. Αυτό ήταν για μένα δυνατό. Η πολυεπίπεδη συνεργασία της documenta 14 με το έργο του Δημήτρη Πικιώνη, συμπεριλαμβάνοντας ουσιαστικά τα μονοπάτια του ως αυτούσια έργα στην έκθεση, θεωρώ ότι σου άνοιγε το μυαλό.


Επιπλέον, καταφέραμε να δείξουμε τα έργα της Elizabeth Wild και της Vivian Suter που βρίσκονταν στο Αναπαυτήριο πίσω από το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη, καθώς και σπάνιο υλικό από το αρχείο του Δημήτρη Πικιώνη, μέσα στο οποίο υπήρχαν κάποιες πολύ καθημερινές φωτογραφίες από τις εργασίες αναμόρφωσης. Η δουλειά μας δεν σχετιζόταν τόσο με τις ίδιες τις φωτογραφίες όσο με το να φωτίσουμε τη δουλειά του με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: να προσκαλέσουμε άλλους καλλιτέχνες να δουλέψουν στην αρχή του μονοπατιού, να αναδείξουμε το ίδιο το μονοπάτι και το εκπληκτικό φυσικό περιβάλλον του που είναι η αυθεντική ενσάρκωση της ελληνικής αρχαιότητας, μεταφέροντάς το μέσα από μια μοντέρνα οπτική στο τοπίο και την κατασκευή. Θα μπορούσα να μιλήσω με τον ίδιο ενθουσιασμό για τις περισσότερες δουλειές της έκθεσης επειδή ήταν πράγματι ιδιαίτερες. Στην Αθήνα δράσαμε, ξέρετε, πολύ ελεύθερα, μακριά από συμβάσεις και καλούπια. Το να εξετάζουμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά μας πήρε έναν χρόνο, έπειτα ξεκινήσαμε αμέσως να σχηματίζουμε και να εφαρμόζουμε συγκεκριμένες ιδέες. Πιστεύω γενικά ότι το πιο συναρπαστικό γεγονός είναι πως η έκθεση στην Αθήνα εν τέλει υλοποιήθηκε, δεν θα πω χωρίς προσπάθεια, αλλά με μια ελαφρότητα στην πράξη, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων και της τελικής φάσης της συνεργασίας με διάφορους οργανισμούς. Κι όλα αυτά ούτε με προβλημάτισαν ούτε με εξέπληξαν, συχνά όμως καλούμαι να απαντήσω σε ερωτήσεις τύπου «πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο να δουλέψετε εδώ στην Αθήνα, σωστά;».

 

Νομίζω πως δουλειά μας είναι να αποκαλύπτουμε πράγματα με έναν διττό τρόπο: από τη μια γνωστοποιώντας στο κοινό, όσο ευρύτερο γίνεται, τον λόγο των καλλιτεχνών και των διανοουμένων, και από την άλλη αναδεικνύοντας τις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται αυτή η παραγωγή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Νομίζω πως δουλειά μας είναι να αποκαλύπτουμε πράγματα με έναν διττό τρόπο: από τη μια γνωστοποιώντας στο κοινό, όσο ευρύτερο γίνεται, τον λόγο των καλλιτεχνών και των διανοουμένων, και από την άλλη αναδεικνύοντας τις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται αυτή η παραγωγή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Δεν ήταν;

Όχι, πρακτικά δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, μάλλον πολιτικά. Αρχικά σε επίπεδο γραφειοκρατικών και διοικητικών δομών που ασκούν τις δικές τους μικροπολιτικές και επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών καθημερινά και στην πορεία από τις επιθέσεις –ορισμένες πραγματικά ανόητες– που δεχτήκαμε όχι μόνο από συντηρητικούς κύκλους αλλά και από την αριστερά και από την άκρα αριστερά.

 

— Εκτός από την Αθήνα, υπήρξε έντονη πολεμική και στο Κάσελ. Ήταν μόνο το έλλειμμα η αφορμή;

Όχι δεν είναι μόνο αυτό, ούτε ότι «μοιράσαμε» μια διοργάνωση που ορισμένοι εκεί θεωρούν αποκλειστικά δική τους. Το νέο θέμα που έχει προκύψει είναι από το AfD, το κόμμα των δεξιών λαϊκιστών και των φασιστών που στις πρόσφατες εκλογές έστειλε στην Μπούντεσταγκ 80 αντιπροσώπους. Ο τοπικός ηγέτης του AfD, λοιπόν, κατέθεσε αναφορά όπου βασικά κατηγορεί τον πρώην και τον νυν δήμαρχο της πόλης κι εμένα για κακοδιαχείριση. Δεν έχω δει ακόμα την αναφορά γιατί στο Κάσελ μαθαίνεις τα πάντα από μια τοπική εφημερίδα που με κάποιον τρόπο έχει νωρίτερα απ' όλους τις πληροφορίες, όμως είναι ήδη στα χέρια της αστυνομίας που τώρα είναι υποχρεωμένη να τη μεταβιβάσει στον εισαγγελέα – εκείνος πια θα αποφασίσει αν θα ασκήσει δίωξη εναντίον μας ή αν θα τη βάλει στο συρτάρι. Προς το παρόν, δεν ξέρουμε τι θα κάνει, άρα είναι μια νέα κατάσταση για εμάς.

 

— Μετά από τα τρία χρόνια διαρκούς σχεδόν παραμονής εδώ και τώρα που η documenta14 ολοκληρώθηκε, τι έμαθες από την Αθήνα και από την ίδια την documenta;

Kαταρχάς έμαθα, επιβεβαίωσα μάλλον, ότι δεν είναι καλό να προσπαθείς να ευχαριστείς τους πάντες. Όχι ότι το προσπαθήσαμε, απεναντίας θα έλεγα, αλλά μοιάζει σαν όλοι να ήθελαν να νιώσουν ικανοποιημένοι από την documenta, κάτι αδύνατο. Επίσης έμαθα πως η Αθήνα είναι ένας χώρος πιο κατάλληλος γι' αυτό που κάνω εγώ και πολλοί άλλοι άνθρωποι, την πολιτισμική παραγωγή δηλαδή. Νομίζω πως μεταξύ πολιτισμού και πολιτικής, όπως τουλάχιστον ορίζεται από τα κόμματα, υπάρχει ένα κενό: δεν γίνεται να μεταβούμε από την τέχνη στην πολιτική απλώς επειδή θέλουμε να είμαστε ριζοσπάστες. Αυτό το τεράστιο άλμα είναι προϊόν φαντασίας, υπηρετεί μια κριτική έτοιμη να αποβάλει καλλιτεχνικές δράσεις ή δουλειές που δεν είναι, υποτίθεται, αρκετά ριζοσπαστικές. Πάντοτε θα υπάρχουν αυτοί που θέλουν να θέσουν μια συγκεκριμένη ιεραρχία ριζοσπαστισμού. Νομίζω πως δουλειά μας είναι να αποκαλύπτουμε πράγματα με έναν διττό τρόπο: από τη μια γνωστοποιώντας στο κοινό, όσο ευρύτερο γίνεται, τον λόγο των καλλιτεχνών και των διανοουμένων, και από την άλλη αναδεικνύοντας τις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται αυτή η παραγωγή. Κρίνοντας δε τόσο από την επιθετικότητα όσο και από το ενδιαφέρον που γνώρισε η documenta, εκτιμώ πως αποκαλύψαμε κάποιες από αυτές τις αντιφάσεις.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Λέτε ότι τελικά πολλοί περίμεναν μάλλον υπερβολικά πολλά πράγματα από αυτή την έκθεση...

Λέω πως πιθανόν ναι. Όμως δεν νομίζω πως γίνεται να μετατρέψουμε την documenta σε κάτι διαφορετικό, κάτι σαν κίνημα ας πούμε που θα μας «λυτρώσει» άπαντες, οδηγώντας μας με στυλ σε έναν καλύτερο κόσμο. Μπορούμε, ωστόσο, να τη χρησιμοποιήσουμε ως ένα εργαλείο για να ελέγχουμε την αλήθεια των γεγονότων και να αποδίδουμε τα εύσημα ή τις ευθύνες στους ανθρώπους και στους χώρους που τους αντιστοιχούν. Για παράδειγμα, φανταστείτε πως δεν μας επιτρεπόταν από το ΚΑΣ (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο) να εκθέσουμε ένα έργο τέχνης σε κάποιον αρχαιολογικό χώρο, θελήσαμε όμως τουλάχιστον να εξηγήσουμε δημόσια γιατί δεν μας το επέτρεψαν. Εν τέλει συναίνεσαν, γι' αυτό και πιστεύω πως είναι σημαντικό να θέτουμε αυτές τις ερωτήσεις δημόσια: αν δεν ρωτήσουμε γιατί δεν είναι ok να εκθέσεις ένα έργο τέχνης σε έναν αρχαιολογικό χώρο, τότε η γενική αίσθηση θα είναι πως όντως δεν είναι ok. Επιμένοντας όμως και επιχειρηματολογώντας σχετικά, αλλάζεις σταδιακά την οπτική τού πώς αποφασίζονται τα πράγματα. Παραδόξως, στην Αθήνα έμαθα περισσότερο για τα όρια μέσα στα οποία μπορώ να κινηθώ παρά για το ξεπέρασμά τους – όρια που χρειάζομαι για να δουλέψω εις βάθος και να παραδεχτώ πως όντως υπάρχουν, προτού βρω τρόπο να τα υπερβώ. Δεν ήταν άλλωστε μόνο η έκθεση καθαυτή αλλά και ο τεράστιος όγκος ομιλιών, συναντήσεων, παράλληλων εκδηλώσεων κ.λπ. Βρισκόμουν σε μια μόνιμη διαδικασία κατά την οποία μάθαινα πώς να πετύχω κάτι χωρίς να διαλύσω κάποια ασταθή ισορροπία που έχει κατά σύμβαση δημιουργηθεί. Αυτό βέβαια προκαλεί συχνά απορριπτικές αντιδράσεις γιατί μπορεί αυτή η ισορροπία να είναι ασταθής αλλά είναι «δική μας», δεν θέλουμε κανένας να μπλεχτεί μαζί της. Οπότε, σύμφωνα πάντα με ορισμένους ανθρώπους, είναι προτιμότερο να σου ανήκει κάτι ως έχει από το να σου δείξουν τι μπορεί να κάνει παραπέρα.

 

— Εν κατακλείδι, αν κάποιος σας ρώταγε τι πήγε πραγματικά καλά σε αυτήν τη διοργάνωση και πού δεν φανήκατε τόσο αποτελεσματικοί, τι θα αποκρινόσασταν;

Αυτή είναι μια ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί από τους κριτικούς. Επιπλέον, δεν θέλω να ασχοληθώ με κάποιο είδος μετακριτικής του δικού μου πρότζεκτ έναν μήνα μετά το τέλος του. Δουλεύαμε για τέσσερα χρόνια, κάναμε πολλά και είναι στο χέρι των επισκεπτών που ήρθαν μαζικά να δουν την έκθεση και των ανθρώπων που επιθυμούν να συνεχίσουν τη συζήτηση για το πρότζεκτ να το κάνουν. Δεν είμαι άνθρωπος που σκέφτεται «τι θα γινόταν εάν» και «τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερα». Καλύτερα σε τι, σε ποιο επίπεδο; Υπάρχουν πολλά σημεία που θα μπορούσαμε να έχουμε βελτιώσει, αλλά αυτή είναι μια κλισέ σκέψη. Ναι, ο φωτισμός θα μπορούσε να είναι αρτιότερος, η σήμανση ευκρινέστερη, η θερμοκρασία στις εκθέσεις πιο σωστή, στο ΕΜΣΤ για παράδειγμα. Αυτά με ενόχλησαν κάπως, για όλα τα άλλα είμαι ικανοποιημένος.

 

Ως προς το καθαρά χρηματικό κομμάτι, μπορεί να πει κανείς πως η βασική επιδίωξη της διοργάνωσης δεν είναι το κέρδος καθαυτό αλλά μια οικονομική ισορροπία, η επίτευξη ενός είδους ισοσκελισμένου απολογισμού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ως προς το καθαρά χρηματικό κομμάτι, μπορεί να πει κανείς πως η βασική επιδίωξη της διοργάνωσης δεν είναι το κέρδος καθαυτό αλλά μια οικονομική ισορροπία, η επίτευξη ενός είδους ισοσκελισμένου απολογισμού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Μαθήτευσε στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας και το αθηναϊκό underground press. Ως επαγγελματίας γραφιάς συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τις εκδόσεις Τερζόπουλος, τον ΔΟΛ, την Ελευθεροτυπία, το free press Metropolis, τα περιοδικά 01, 10% και Υποβρύχιο. Aρθρογραφεί τακτικά στην έντυπη και την ηλεκτρονική Lifo. Έχει επίσης ασχοληθεί με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

VIDEOS/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ