Δυτικό Βερολίνο, καλοκαίρι του '71. Ο Βασίλης Βασιλικός κάθεται στη βεράντα μιας μονοκατοικίας πλάι στον Γκίντερ Γκρας, δεξί χέρι τότε του Βίλι Μπραντ, και, αναπόφευκτα, ένα μέρος της συζήτησής τους έχει να κάνει με τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Τι προβλημάτιζε τον Γερμανό συγγραφέα; Η απάντηση βρίσκεται στο λήμμα «Grass» του ιδιότυπου λεξικού του Βασιλικού «290 πρόσωπα» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα): «Toν είχαν καλέσει απ' το Κέντρο Ελληνικών Μελετών (Πεσματζόγλου, Πεπονής, Φραγκόπουλος κ.ά.) για μια διάλεξη. Ρωτούσε αν θα 'κανε καλό η παρουσία του εκεί ή θα την εκμεταλλευόταν η χούντα, όπως φορτικά επέμεναν να μην πάει άλλοι συνάδελφοι, Έλληνες της Γερμανίας. Για μένα, του είπα, δεν υπήρχε ζήτημα: η διάβρωση του καθεστώτος έπρεπε να γίνει από τα μέσα. Τέρμα οι αποχές, το μποϊκοτάζ των πρώτων χρόνων. Συμφωνούσε κι αυτός. Εξάλλου, μαζί με τον Γκρας πήγαινε κι ένα κομμάτι της γερμανικής κυβέρνησης. Δεν ήταν πια μόνο ο πασίγνωστος συγγραφέας που είχε δει τα στραβά του κόσμου και τα περιέγραψε, αλλά κι ο μυστικοσύμβουλος του καγκελάριου, που μπορούσε, μέσω του κρατικού μηχανισμού, να τ' αλλάξει. Ένας λόγος παραπάνω που επιβαλλόταν η παρουσία του».

 

O συγγραφέας του «Τενεκεδένιου Ταμπούρλου» αποδέχτηκε την πρόσκληση και λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του '72, έδινε στο θέατρο «Άλφα» μια διάλεξη-καταπέλτη που μνημονεύουμε ακόμα. «Όταν μιλώ εδώ για δημοκρατία», έλεγε, «κάθε Έλληνας γνωρίζει ποια δημοκρατία εννοώ, το πώς χάθηκε, ποιος, πριν απολεσθεί, την είχε διακωμωδήσει και τι πράγματι σημαίνει απώλεια δικαιωμάτων. Σεις γνωρίζετε την ιστορία της χώρας σας. Δεν χρειάζεται να σας εξηγήσει ένας ξένος πώς έγινε δυνατό ν' αναβιώσει η δικτατορία του Αυγούστου του '36, ποιοι από τους κρατούντες είναι αρκετά ικανοί να παίξουν σήμερα τον ρόλο του Μεταξά και γιατί η Ιστορία, επαναλαμβανόμενη, στήνει τις τραγωδίες της σαν φάρσες (...). Η Ελλάδα είναι η έκφραση της Ευρώπης. Μόλις μαραζώσει η ελευθερία στην Ελλάδα, η Ευρώπη φτωχαίνει. Επειδή ακριβώς σας αφαίρεσαν τα δημοκρατικά δικαιώματα, απειλούνται και τα δικά μας». Κάτω από τα μάτια των συνταγματαρχών ο Γκίντερ Γκρας ζητούσε ευθαρσώς την αποφυλάκιση του Μπάμπη Πρωτόπαππα και του Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη και κατέληγε: «Δεν πρόκειται να ξεχάσω και δεν πρόκειται να συνηθίσω...».

 

Το 1968 είναι η χρονιά που ο Γκέοργκ Λούκατς θα καλέσει όλους τους διανοούμενους –είτε πρόκειται για κομμουνιστές είτε για φιλελεύθερους αστούς− να συμπαρασταθούν στον ελληνικό λαό, καθώς «η αμερικανική απόπειρα δημιουργίας μιας φασιστικής δικτατορίας στην Ελλάδα συνιστά απειλή για ολόκληρη την Ευρώπη».

 

Η συστράτευση κορυφαίων ξένων διανοουμένων και καλλιτεχνών στον αντιδικτατορικό αγώνα θα μπορούσε ν' αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της πρόσφατης Ιστορίας μας, αλλά, πενήντα χρόνια μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, η επιστημονική έρευνα στον τομέα αυτό παραμένει στα σπάργανα. Όπως εξηγεί ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και βασικό στέλεχος των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), «δεν υπάρχει κάποιο έργο αναφοράς γύρω από τη δράση των αντιχουντικών οργανώσεων στο εξωτερικό, φοιτητικών και μη, στην κινητοποίηση των οποίων οφείλεται εν πολλοίς και η αναζήτηση επιφανών συμμάχων από τον διεθνή πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο. Το σίγουρο είναι ότι τέτοιοι σύμμαχοι βρέθηκαν πολλοί και μια γεύση της δράσης τους μπορεί ν' αντλήσει κανείς ξεφυλλίζοντας ένα από τα σημαντικότερα αντιδικτατορικά έντυπα που εκδόθηκαν στο εξωτερικό κατά την περίοδο της χούντας, την εβδομαδιαία έκδοση "Ελεύθερη Πατρίδα" που τυπωνόταν στη Ρώμη και η οποία από το 1970 μετεξελίχθηκε στην εφημερίδα "Ελεύθερη Ελλάδα"».

 

Από την διαδήλωση που έγινε στις 20/4/1972 μπροστά στην χουντική Πρεσβεία της Ελλάδας στη Βιέννη. Φωτο: Αρχείο ΑΣΚΙ
Από την διαδήλωση που έγινε στις 20/4/1972 μπροστά στην χουντική Πρεσβεία της Ελλάδας στη Βιέννη. Φωτο: Αρχείο ΑΣΚΙ

 

Από τα πρώτα «θύματα» των ευαισθητοποιημένων ενάντια στο καθεστώς καλλιτεχνών ήταν το Φεστιβάλ Αθηνών. Σύμφωνα με ανταπόκριση γερμανικής εφημερίδας που αναδημοσιεύεται στην «Ελεύθερη Πατρίδα», το 1968, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η ακτινοβολία του θεσμού δέχεται πλήγματα. Άλλωστε, την ημέρα που η Εθνική Λυρική Σκηνή εγκαινιάζει στο Ηρώδειο το συρρικνωμένο σε χώρους και χρόνο Φεστιβάλ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γίνεται αποδέκτης μιας συλλογικής διαμαρτυρίας για την καταπάτηση της πνευματικής και καλλιτεχνικής ελευθερίας στην Ελλάδα. Ανάμεσα σ' εκείνους που έχουν αρνηθεί τη συμμετοχή τους στο Φεστιβάλ είναι ο κορυφαίος μαέστρος Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, ενώ κι ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ πολύ σύντομα καθιστά σαφές ότι απαγορεύει κάθε δημοσίευση έργων του στη χώρα μας όσο διαρκεί η δικτατορία.

 

Το 1968 είναι η χρονιά που ο Γκέοργκ Λούκατς, ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα, θα καλέσει όλους τους διανοούμενους –είτε πρόκειται για κομμουνιστές είτε για φιλελεύθερους αστούς− να συμπαρασταθούν στον ελληνικό λαό, καθώς «η αμερικανική απόπειρα δημιουργίας μιας φασιστικής δικτατορίας στην Ελλάδα συνιστά απειλή για ολόκληρη την Ευρώπη». Ο Ζαν Πολ Σαρτρ, από την πλευρά του, θα αφιερώσει στη χώρα μας ένα ολόκληρο τεύχος του περιοδικού «Les Temps Modernes», δίνοντας βήμα σε προσωπικότητες όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Νίκος Σβορώνος, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ή ο Μάριος Πλωρίτης για να εξηγήσουν πώς φτάσαμε στη χούντα, και προσφέροντας δείγματα γραφής της αφρόκρεμας των Ελλήνων λογοτεχνών – από Ρίτσο, Σεφέρη και Αναγνωστάκη μέχρι Τσίρκα, Χατζή και Φραγκιά.

 

Υπάρχει, άραγε, διαμαρτυρία ενάντια στη χούντα προερχόμενη από τη Γαλλία, δίχως τις υπογραφές του Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μποβουάρ, του Βιντάλ Νακέ και του Ζαν-Πολ Βερνάν, του Λουί Αραγκόν ή του Φρανσουά Μιτεράν; Εκείνη που είδε το φως στις 25 Ιουλίου του 1968 και αναδημοσιεύεται ταυτόχρονα στην «Ελεύθερη Πατρίδα» δεν φέρει το όνομά τους. Πρόκειται όμως για μια διαμαρτυρία κινηματογραφιστών, ηθοποιών και κριτικών του σινεμά. Κι ανάμεσα σ' εκείνους που «εν ονόματι των αρχών του ανθρωπισμού» ζητούν την άμεση απελευθέρωση των Μίκη Θεοδωράκη, Παύλου Ζάννα, Τάσου Βουρνά, Σπύρου Πλασκοβίτη, Γιάννη Νεγρεπόντη και Κώστα Κουλουφάκου είναι ο Γκοντάρ και ο Λουί Μάλ, ο Ζαν Λουί Μπαρό και η Μαντλέν Ρενό, η Σιμόν Σινιορέ, η Μαργκερίτ Ντιράς και, φυσικά, ο Κώστας Γαβράς.

 

Αντιδικτατορική διαδήλωση στο Άμστερνταμ. Φωτο: Αρχείο ΑΣΚΙ
Αντιδικτατορική διαδήλωση στο Άμστερνταμ. Φωτο: Αρχείο ΑΣΚΙ

 

Στις φωνές των παραπάνω και με ανάλογες αφορμές θα 'ρθουν να προστεθούν σταδιακά αυτές των Αλμπέρτο Μοράβια και Νατάλια Γκίνσμπουργκ από την Ιταλία, του Έντουαρντ Άλμπι και του Τρούμαν Καπότε από τη Νέα Υόρκη, της Τζόαν Μπαέζ από το Μπέρκλεϊ αλλά και του Χάινριχ Μπελ από την Αθήνα, καθώς εδώ θα τον βρει το 1972 η χαρμόσυνη είδηση ότι του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στην πρώτη συνέντευξη Τύπου που θα δώσει ως νομπελίστας, ο Μπελ θα κάνει μνεία στους κρατούμενους συγγραφείς και δημοσιογράφους και θ' αναφερθεί ονομαστικά στην περίπτωση του Σπύρου Πλασκοβίτη, ο οποίος εξέτιε ποινή πενταετούς φυλάκισης για την πατριωτική του δράση.

 

Η συστηματική κινητοποίηση των οργανώσεων του εξωτερικού, αλλά και αυτοεξόριστων καλλιτεχνών, όπως η Μελίνα Μερκούρη, ο Ζιλ Ντασέν και ο ελεύθερος πλέον Μίκης, μετά την «απαγωγή» του από τον Γάλλο εκδότη Ζαν-Ζακ Σερβάν Σρεμπέρ, θ' αποφέρει καρπούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η «βόμβα» που έσκασε στο Λονδίνο, στο Κόβεντ Γκάρντεν, τον Ιανουάριο του '73, με φυσικό αυτουργό τον σερ Λόρενς Ολίβιε. Παρουσία της βασίλισσας Ελισάβετ, του πρωθυπουργού και σύσσωμου του υπουργικού συμβουλίου, ο σπουδαίος ηθοποιός πήρε την πρωτοβουλία να διαβάσει απόσπασμα από γράμμα ενός Έλληνα πολιτικού κρατουμένου −του Γ.Α. Μαγκάκη, όπως αποκαλύφθηκε−, φέρνοντας τους συνταγματάρχες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.

 

Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη, «θα 'χε πολύ ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς συστηματικά τη συμπαράσταση που δεχτήκαμε απ' έξω εκείνα τα χρόνια, να συγκρίνει τον αντιδικτατορικό αγώνα στην Ευρώπη μ' εκείνον που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ ή να καταγράψει τη διαδικασία πολιτικής αφύπνισης των Ελλήνων μεταναστών». Κι ένας βασικός λόγος γι' αυτό είναι επειδή «η αντιστασιακή δράση και οι πνευματικές ζυμώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο εξωτερικό εκείνη την περίοδο λειτούργησαν σαν εργαστήριο παραγωγής σκέψης, επηρεάζοντας καθοριστικά το τοπίο της Μεταπολίτευσης». Για την ώρα, πάντως, η έρευνα είναι προσανατολισμένη προς το ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς, γεγονός που αποτυπώνεται και στο πρόγραμμα του επιστημονικού συνεδρίου «Πενήντα χρόνια μετά - Νέες προσεγγίσεις στη δικτατορία των συνταγματαρχών», το οποίο διοργανώνουν τα ΑΣΚΙ στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών από τις 20 ως και τις 22 Απριλίου.