Στις 28 Ιανουαρίου του 1881 ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι πέθανε στην Αγία Πετρούπολη (στις 9 Φεβρουαρίου του 1881 σύμφωνα με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο) από «αιμορραγία», η οποία πιθανόν συσχετιζόταν με επιληπτική κρίση.

 

Είχε ζήσει μια πολύ γεμάτη ζωή και μία τουλάχιστον φορά αντιμετώπισε το θάνατο κατάματα, κοιτώντας ένα εκτελεστικό απόσπασμα, περιμένοντας τον τελευταίο πυροβολισμό. Το 1849 ο συγγραφέας συνελήφθη μαζί με άλλα μέλη της επαναστατικής/προοδευτικής ομάδας του «κύκλου Petrashevsky», η οποία ήταν αντίθετη με τη διοίκηση του Τσάρου. Τα μέλη καταδικάστηκαν σε θάνατο και χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες για να αντιμετωπίσουν το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Ντοστογιέφσκι ήταν στη δεύτερη ομάδα, και καθώς παρακολουθούσε τα όπλα που σημάδευαν την πρώτη ομάδα, τους δόθηκε χάρη. Η ομάδα εξορίστηκε στη Σιβηρία όπου ο ίδιος έμεινε για τέσσερα χρόνια.

 

Σχέδια του συγγραφέα στο χειρόγραφο του «Έγκλημα και Τιμωρία»
Σχέδια του συγγραφέα στο χειρόγραφο του «Έγκλημα και Τιμωρία»

 

Γυρνώντας στο κελί του, μετά την χάρη που του δόθηκε, έγραψε ένα γράμμα στον αδερφό του. Εδώ βρίσκεται ολόκληρο το γράμμα, εγώ θα σας παραθέσω ένα απόσπασμα:

 

«Όταν αναπολώ το παρελθόν μου και σκέφτομαι πόσο χρόνο έχω χάσει για το τίποτα, πόσο πολύ χρόνο έχω σπαταλήσει ματαιοπονώντας, σε λάθη, τεμπελιά, σε ανικανότητα για να ζήσω – πόσο λίγο εκτιμούσα τη ζωή, πόσες φορές αμάρτησα ενάντια στην καρδιά μου και στην ψυχή μου – τότε η καρδιά μου ματώνει. Η ζωή είναι ένα δώρο, η ζωή είναι ευτυχία, κάθε λεπτό μπορεί να είναι μια αιωνιότητα ευτυχίας.

Δεν είμαι ούτε κακόκεφος ούτε αποκαρδιωμένος. Η ζωή βρίσκεται παντού, η ζωή είναι εντός μας, όχι εκτός μας. Θα βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπινα πλάσματα και θα είμαι ένας άντρας μεταξύ αντρών κι έτσι θα παραμείνω για πάντα, δεν θα αποκαρδιωθώ και δεν θα τα παρατήσω ό,τι κι αν συμβεί – αυτό είναι η ζωή, αυτό είναι το νόημά της, θα το θυμάμαι για πάντα. Αυτή η ιδέα έχει κυριεύσει τη ζωή μου και το αίμα μου.»

 

 

Το γραφείο του συγγραφέα.
Το γραφείο του συγγραφέα.

 

Στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» περιέγραψε την εμπειρία του από τη Σιβηρία. Αν θέλετε να εξακριβώσετε αν πράγματι αντιμετώπισε τη ζωή ως δώρο, ακόμα και μέσα στη φυλακή, μπορείτε να το διαβάσετε όλο εδώ.

 

Αρκετοί από τους διάσημους συγγραφείς και κριτικούς αντιμετώπιζαν το έργο του περιπαιχτικά, μεταξύ άλλων ο Τζόζεφ Κόνραντ («τρομερά κακός… υπερβολικά Ρώσος»), ο Χένρι Τζέιμς («ξεχειλωμένα τέρατα»), ο DH Laurence («ένας αρουραίος που κυλιέται στο μίσος») κι ο Χέρμαν Έσσε («σλάβικη σκοτεινιά»). Η σκοτεινή και πλούσια αντιμετώπισή του αναγνωρίστηκε τον 20ο αιώνα και ο RL Stevenson διαβάζοντας το «Έγκλημα και Τιμωρία» είπε «ο Χένρι Τζέιμς δεν κατάφερε να το τελειώσει, παραλίγο αυτό να τελειώσει εμένα. Ήταν σα να είχα μια αρρώστια» και μάλλον αυτή η αρρώστια εμφανίστηκε μετά στο βιβλίο του «Δρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ.»

 

Εδώ το «Έγκλημα και Τιμωρία» στα ελληνικά.