Νίκος Κεσσανλής

 

 

Amour

 

 

 "Amour. Μια ανάγνωση στο φωτογραφικό αρχείο του Νίκου Κεσσανλή".

 

'Ενα βιβλίο και μια έκθεση στο Σπίτι της Κύπρου (30.11.2017 - 19.01.2018) σε επιμέλεια του Δημήτρη Τσουμπλέκα και της Αμάντας Μιχαλοπούλου.

 

 

 

Τo βιβλίο Nikos Kessanlis Amour κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Futura με την ευκαιρία της έκθεσης "Αmour. Μία ανάγνωση στο φωτογραφικό αρχείο του Νίκου Κεσσανλή", που πραγματοποιήθηκε στο Σπίτι της Κύπρου με πρωτοβουλία της Μαρίας  Παναγίδου και την υποστήριξη του OUTSET. Contemporary Art Fund από τις 30-11-2017 έως τις 19-1-2018, σε επιμέλεια των Δημήτρη Τσουμπλέκα και Αμάντας Μιχαλοπούλου και συντονισμό της Μαρίας Ραγιά.
Τo βιβλίο Nikos Kessanlis Amour κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Futura με την ευκαιρία της έκθεσης "Αmour. Μία ανάγνωση στο φωτογραφικό αρχείο του Νίκου Κεσσανλή", που πραγματοποιήθηκε στο Σπίτι της Κύπρου με πρωτοβουλία της Μαρίας Παναγίδου και την υποστήριξη του OUTSET. Contemporary Art Fund από τις 30-11-2017 έως τις 19-1-2018, σε επιμέλεια των Δημήτρη Τσουμπλέκα και Αμάντας Μιχαλοπούλου και συντονισμό της Μαρίας Ραγιά.

 

 

Ι. Η  Χρύσα  στις  πόλεις

 

Με τη χρήση την οποία έχουμε επιφυλάξει στις φωτογραφίες, οι γυναίκες που φωτογραφίζονται σε μητροπόλεις, παραλίες, δάση, μπροστά σε μνημεία, ποτάμια ή απόκρημνες βουνοκορφές φαντάζουν τρομερά κοινότοπο θέμα. Φέρνουν στο νου Κινέζες με selfie sticks και κορίτσια όλο χυμούς που παίρνουν ύφος αυτοθαυμασμού μπροστά στις κάμερες. Ή ζευγάρια που φωτογραφίζει ο ένας τον άλλο στο ίδιο ακριβώς σημείο επειδή δεν έχουν κάποιον να τους απαθανατίσει αγκαλιασμένους μπροστά στον καθεδρικό ναό μιας ξένης πόλης. Mια γυναίκα περπατάει, σκαρφαλώνει, γέρνει σε μια γέφυρα, ξαπλώνει στο χορτάρι. Μια γυναίκα κάθεται στο παγκάκι με σταυρωμένα πόδια, καπνίζει, κοιτάζει τον ουρανό. Και λοιπόν;

 

Ο τρόπος που ο Νίκος Κεσσανλής φωτογράφιζε επί χρόνια τη Χρύσα Ρωμανού δεν έχει ούτε μακρινή σχέση με τα συνήθη λάφυρα διακοπών που φέρνουν τα ζευγάρια στην επιστροφή τους από ένα ταξίδι. Με την πρώτη ματιά αντιλαμβανόμαστε την εμμονική προσήλωση του φακού σε κάτι μυστηριώδες, έκκεντρο και αλλόκοτο. Για να το προ - σεγγίσουμε πρέπει να ξεχάσουμε ό ,τι ξέρουμε, ό ,τι έχουμε μάθει να θεωρούμε φωτογραφικό πορτραίτο. Και να εξοικειωθούμε με μια σειρά χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν εκ βάθρων τη φωτογραφία διακοπών, μετατρέποντάς την σε αξιέραστη ιστορία.

 

Τι κάνει ο Κεσσανλής; Κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκανε τον 18ο αιώνα ο Caspar David Friedrich, αυτός ο απαράμιλλος ζωγράφος ρομαντικών τοπίων, σκοτεινών ουρανών και γοτθικών ερειπίων. Τοποθετεί τη γυναίκα του μέσα στο τοπίο, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος να φωτογραφίσει τα αξιοθέατα. Μοιάζει να πιστεύει ότι μια αξιοθέατη παρουσία όπως η Χρύσα ("πιστέψτε με όταν λέω / ήταν όμορφη", γράφει ο Miroslav Holub) δίνει στο τοπίο όχι μόνο την ένταση που χρειάζεται, αλλά και το λόγο της ύπαρξής του. Αν η οπτική εξομολόγηση της σαγήνης του Άλλου δεν είναι η πιο ρομαντική αντίληψη της συντροφικότητας, τότε ποια είναι;

 

Η Simone de Beauvoir θα μας μάλωνε. Θα έλεγε ότι η μυθική αντιμετώπιση της γυναίκας ως Άλλου, η σεξουαλική εξιδανίκευση, ευθύνεται για την καταδυνάστευση του γυναικείου φύλου ανά τους αιώνες. Μια φεμινίστρια της γενιάς της θα ήταν δύσπιστη μπροστά στην απεικόνιση της γυναίκας ως μούσας, ως θεότητας των νερών, Σειρήνας και δύ - στροπης μάγισσας. Η Αστάρτη, η Ευρυδίκη, η Πηνελόπη, η Βεατρίκη, η Ιζόλδη, η αθώα Λόττε του Βέρθερου και η δυστυχισμένη Άννα Καρένινα, η Μπαμπέτ της Karen Blixen που μαγειρεύει θεσπέσια, η ξανθιά καλλονή του Hitchcock και η μελαχρινή του Antonioni με τους κρεπαρισμένους κότσους, τους ανασηκωμένους γιακάδες και τις γόβες, όλες τους επωμίστηκαν το ανδρικό βλέμμα, την ανδρική αξίωση να γοητεύουν, να φοβίζουν και να τυραννούν .

 

Περιέργως ο Κεσσανλής δεν μυθοποιεί τόσο, όσο καταγράφει. Σε αρκετές φωτογραφίες απομυθοποιεί κιόλας. Αξίζει τον κόπο να δούμε πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό. Η Χρύσα δεν είναι καλόβολη ως φωτογραφικό θέμα. Σκυθρωπή, αυστηρή, σε περισυλλογή, εκνευρισμένη, μουτρωμένη, κρυώνει μέσα στη γούνα της, τρέχει μακριά από το φωτογραφικό θέμα ή γυρνάει την πλάτη στο φωτογράφο.

 

Να τος πάλι ο Caspar David Friedrich με τη Rückenfigur του, τη στραμμένη πλάτη του αντικλασικισμού, την ανθρώπινη φιγούρα ως μέτρο του Σύμπαντος. "∆εν ξέρω τι είναι αυτό σ' εσένα που κλείνει και ανοίγει" , έλεγε ο Cummings, και δύσκολα συναντά κανείς φωτογραφίες που μεταχειρίζονται το μοντέλο ως κλείστρο – ως σημαδούρα του κόσμου και της απεικόνισής του .

 

Για να καταλάβουμε τη σημασία που αποδίδει στο αναντικατάστατο μοντέλο του ο Κεσσανλής, αρκεί να βάλουμε το δάχτυλο πάνω στη φιγούρα της Χρύσας και να την εξαφανίσουμε στιγμιαία από τη φωτογραφία. Παρατηρούμε τότε την πλήρη απομάγευση του τοπίου. Λες και η θέα δεν είναι αυθύπαρκτη, λες και υπάρχει εξαιτίας αυτής της πολυφωτογραφημένης γυναίκας. Το σκηνικό –ο αγρός, το βουνό, ο δρόμος μιας ισπανικής μεγαλούπολης, η βερολινέζικη Friedrichstrasse, ο Τάμεσης– ευτελίζεται. Εκπίπτει στο ευσυνείδητο αλλά άνευρο repérage που θα έκανε ο βοηθός σκηνοθέτη σε μια κινηματογραφική ταινία της σειράς.

 

Τραβάμε πάλι το δάχτυλο και να τη. Η Χρύσα είναι η γενεσιουργός αιτία της λήψης. Όσο κι αν ψάξουμε, δεν βρίσκουμε αποδείξεις ότι συναινεί στη φωτογράφιση, ότι στήνεται, ότι έχει συνείδηση της εικόνας της ενώ φωτογραφίζεται. ∆εν ποζάρει όπως οι σημερινές γυναίκες που κοιτάζουν το φακό σαν να είναι ή να πρόκειται να γίνει εραστής τους. Η Χρύσα κοιτάζει μέσα της. Ακόμη κι όταν εκνευρίζεται ή πλήττει, υπάρχει – είναι. Εκπροσωπεί και διατρανώνει τη χαϊντεγκεριανή οντολογία, το Dasein της. Η Χρύσα στις φωτογραφίες διακατέχεται από υπαρξιακή αγωνία. Τις σπάνιες φορές που κοιτάζει το φακό μάς απευθύνει το ερώτημα "τι θέλεις;", "γιατί είμαστε εδώ;", "τι κάνουμε τώρα;" ή "γιατί βασανιζόμαστε έτσι;" Μπροστά στο αστρονομικό ρολόι της Πράγας η τσάντα της δείχνει πιο βαριά απ' όσο πιθανότατα είναι. Στα δάση της Νορμανδίας βαδίζει με μαλλιά λυτά και ηλεκτρισμένα σαν τη μισότρελη Νατζά του Breton. Αλλού ο κότσος της και τα κλασικά αμάνικα φορέματα υπαινίσσονται κάτι στιβαρό, αυστηρό, αλλά διάπυρο – καθόλου εγκλωβισμένο στην ενδυματολογική πειθαρχία. Όταν γέρνει στις γέφυρες, ο κόσμος κλείνει σαν δαχτυλίδι όπως το θέλει o Οctavio Paz. Και μέσα στον περιφραγμένο κήπο του Ezra Pound, ή όταν κοιτάει έξω από κάποιο παράθυρο, ή όταν το παράθυρο είναι το κάδρο που επιλέγει ο Κεσσανλής, ας πούμε οι ισπανικές ταυρομαχίες, είναι "ώριμη στη νεότητά της / λευκή, λευκή στο πρόσωπο, λίγο διστάζει την πόρτα να διαβεί". Ο δισταγμός της θέτει ένα ερώτημα οντολογικής υφής, απευθύνεται στο πεδίο της καθαρής συνείδησης, όπως την αντιλαμβανόμαστε στις καλύτερες στιγμές της φιλοσοφίας και της ποίησης.

 

Χρύσα Ρωμανού, Νίκος Κεσσανλής. © Νίκος Κεσσανλής
Χρύσα Ρωμανού, Νίκος Κεσσανλής. © Νίκος Κεσσανλής

 

ΙΙ.  Το  ταμπού  της  συζυγικότητας

 

Η Χρύσα ενσαρκώνει στίχους. Όχι ολόκληρα ποιήματα αλλά συγκεκριμένους στίχους. Η ποιητική της λειτουργία στις φωτογραφίες μοιάζει ευρεία, είναι όμως αναπάντεχα στοχευμένη. Η φιλοσοφική της λειτουργία επίσης. Ακόμα κι αν την θεωρήσουμε αποκλειστικά ερωτικό υποκείμενο, η εμβέλειά της είναι οντολογική, λακανική. Καθόλου δεν σχετίζεται η απεικόνισή της με το χώρο της επιθυμίας, με το φετίχ και το σεξ. Αν ήταν έτσι, τότε οι φωτογραφίες του Κεσσανλή θα ήταν στημένες, θα ήταν "όμορφες". Αντίθετα, αποπνέουν τρομερή αίσθηση ελευθερίας και μια σκανδαλιστική δόση τυχαίου. "Έτσι είσαι", μοιάζει να μονολογεί, "έτσι σε φωτογραφίζω". Αλλά και "Σε θέλω όπως είσαι". Ο Νίκος όταν φωτογραφίζει αφήνει τη Χρύσα να είναι, να υπάρχει, να βαδίζει, ακόμα και να φεύγει. Αν ο έρωτας είναι η προσέγγιση του Άλλου, η αποδοχή ότι είναι όπως είναι, τότε αυτός ο άντρας είναι ερωτευμένος με μια πραγματική γυναίκα, όχι με μια μούσα. Και από αυτή την άποψη τουλάχιστον είναι ένας φεμινιστής.

 

"Η σχέση ανάμεσα στο θέατρο και στον έρωτα", γράφει ο Alain Badiou στο Εγκώμιο για τον έρωτα, "είναι επίσης η διερεύνηση της αβύσσου που χωρίζει τα υποκείμενα και η περιγραφή της ευθραυστότητας αυτής της γέφυρας που ο έρωτας ρίχνει ανάμεσα σε δυο μοναξιές". Εκτός από τον κόσμο του Paz που κλείνει σαν δαχτυλίδι γύρω από τις γέφυρες, υπάρχει λοιπόν και ο ανοιχτός κόσμος του Badiou. Ένας κόσμος που ρίχνει γέφυρες στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου η κοινωνία καίει τις γέφυρες, θεωρώντας ένα παλιό ζευγάρι κλινικά νεκρό – ή πληκτικό, στην καλύτερη περίπτωση.

 

Ο Badiou ενθαρρύνει μια στοχαστική φιλοσοφία της συζυγικότητας την οποία ο Κεσσανλής έχει ήδη απαθανατίσει. Τολμούν και οι δύο τους να θίξουν με εικόνα και κείμενο ένα θέμα ταμπού σε κοινωνίες που παραπαίουν ανάμεσα στη σεμνότυφη μικροαστική ηθική του ζευγαριού και στην cool ελευθεριότητα. Ο έρωτας ως "διαρκής κατασκευή" και ως "επίμονη περιπέτεια", ο έρωτας της δυσκολίας, του εμποδίου, ο έρωτας ως απάντηση στη μοναχική συνείδηση, ως επένδυση και διανοητική εργασία, δεν είναι θέματα που απασχολούν την τέχνη. "Τα σπουδαία έργα", γράφει ο Badiou, "έχουν συχνά χτιστεί πάνω στο αδύνατον του έρωτα, στη δοκιμασία του, στην τραγωδία του, στην απόκλισή του, στο χωρισμό του, στο τέλος". Η συζυγικότητα, τονίζει, δεν έχει εμπνεύσει μεγάλα έργα. Φέρνει ως παράδειγμα τις Ευτυχισμένες μέρες του Beckett, όπου η γυναίκα βουλιάζει στο χώμα αναπολώντας: "Τι ευτυχισμένες μέρες που ήταν". "Μιλάει έτσι γιατί ο έρωτας είναι ακόμη παρών", σχολιάζει ο φιλόσοφος. Μεγάλη αλήθεια και γενναία αντιεξιδανίκευση του έρωτα ως φιλοσοφικής δοκιμασίας της διάρκειας. Οι φωτογραφίες αυτές κάθε άλλο παρά καθησυχαστικά ερωτήματα για το μόχθο της συζυγικότητας απευθύνουν. "Και πώς θα κατορθώσεις να την αγαπάς χωρίς να συνηθίζεις;" ρωτούσε πριν από χρόνια σ' ένα ποίημά του ο Τίτος Πατρίκιος .

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

ΙΙΙ. Ο  ίλιγγος  της  αφήγησης

 

Μπορούμε επιτέλους να δούμε με άλλα μάτια τις γέφυρες. Ο Georges Rodenbach (1855-1898) στο έργο του Μπρυζ, η νεκρή περιγράφει αριστοτεχνικά τις γέφυρες της άδειας πόλης όπου ο ήρωάς του, ο Υγκ, τριγυρνάει απαρηγόρητος με τη σκέψη στη νεκρή, εξιδανικευμένη σύζυγό του. Ο Νίκος Κεσσανλής τριγυρνάει στην ίδια πόλη και τραβάει σκηνικά παρόμοια με αυτά του Rodenbach –ο Βέλγος συγγραφέας έγραψε, ας το θυμίσουμε, το πρώτο βιβλίο με φωτογραφικά τεκμήρια στην ιστορία της λογοτεχνίας–, με τη ζωντανή του σύζυγο πάντα μέσα στο κάδρο. Αν στον Rodenbach οι γέφυρες, τα κανάλια, οι προκυμαίες και τα καμπαναριά συνθέτουν τελικά ένα ανθρώπινο πορτραίτο, στον Κεσσανλή το πρόσωπο της γυναίκας του γίνεται τοπίο, γίνεται πόλη. Με τις γέφυρες των φρυδιών, τις λίμνες των ματιών, την υδρορρόη του λαιμού, την αψίδα της ωμοπλάτης . 

 

Ως συγγραφέας που διδάσκει νέους συγγραφείς προσπαθώ να αφουγκραστώ και να μεταδώσω τους άπιαστους κανόνες της αφηγηματικότητας, κυρίως όσους δεν περιλαμβάνονται στα εγχειρίδια. Μπροστά σε αυτές τις φωτογραφίες τα χάνω. Εδώ και χρόνια έχω το προνόμιο να τις κοιτάζω και να αναρωτιέμαι γιατί ως τώρα δεν συσσωματώθηκαν για να διηγηθούν καλύτερα την ιστορία τους. Αναρωτιέμαι επίσης πώς γίνεται, πώς ακριβώς το έκανε αυτό ο Νίκος. Με τι ανάλαφρο χέρι στόχευε. Ήξερε τι ακριβώς έκανε όταν φωτογράφιζε; Ήξερε γιατί το έκανε; Και η Χρύσα; Τι ήξερε; Και τι φανταζόταν;

 

Αν ένα από τα χαρακτηριστικά της αφηγηματικότητας είναι η απόλαυση του αφηγητή και η μετάδοσή της, ο Νίκος εμφανώς απολαμβάνει να παρακολουθεί τη Χρύσα, μετατρέποντάς την σε ηρωίδα μιας ιστορίας κατασκοπίας που επαναλαμβάνεται από πόλη σε πόλη. Μοιάζει να λέει: σε κατασκοπεύω επειδή σε κατασκοπεύω, δεν υπάρχει σκοπός, τέλος, κορύφωση, αποκάλυψη. Ο Rodenbach ψάχνει τη νεκρή του, ο Kεσσανλής τη ζωντανή του.

 

Τώρα που μοντέλο και φωτογράφος δεν ζουν πια, αγωνίζομαι να καταλάβω πώς μια ηρωίδα κερδίζει την αιωνιότητα, χωρίς καν τη φιλοδοξία να γίνει ηρωίδα. Είναι το βλέμμα; Η δύναμη του μοτίβου; Η σταδιακή εξοικείωση; Όχι, είναι η ειλικρίνεια. Ο φωτογράφος είναι ειλικρινής, το μοντέλο είναι ειλικρινές επίσης. Κάτι κυτταρικό, κάτι που οφείλουμε στις αρχέγονες αφηγήσεις γύρω από τη φωτιά, μας επιτρέπει να διακρίνουμε την ειλικρίνεια της πρόθεσης, να τη διαχωρίζουμε από το μελό, τη σοβαροφάνεια, το ναρκισσισμό. Ένας άντρας φωτογραφίζει τη γυναίκα του. Στη φωτογραφία δεν είναι μόνη της – είναι και οι δύο. Εκείνος που κοιτάζει κι εκείνη που (δεν) εγκαταλείπεται αδιαμαρτύρητα στο βλέμμα. ∆εν είναι ούτε καν οι δυο τους. Είμαστε όλοι εμείς που κοιτάζουμε τον Νίκο να κοιτάζει τη Χρύσα. Ως αναγνώστες και θεατές ταυτιζόμαστε και πάσχουμε όταν η αφήγηση μας συμπαρασύρει και μας ρουφάει σε μια ιδιωτική σκηνή. Σε μια σκηνή που γίνεται δική μας. "Είμαι εγώ που κοιτάζω, εγώ που με κοιτάζουν", λέμε ασυνείδητα, παίζοντας το πιο παλιό, το πιο ανακουφιστικό και εκπαιδευτικό παιχνίδι ρόλων .

 

Ας το πούμε πιο απλά. Αυτό που αντικρίζουμε είναι τόσο μυστήριο και τόσο άσκοπο όσο η ίδια η ζωή. Οι φωτογραφίες λένε "ζήσε, αγάπησε, ταξίδεψε". Λύνουν, όση ώρα κοιτάζουμε, τον μεγάλο γρίφο και θεραπεύουν την αγιάτρευτη αρρώστια .

 

Α μ ά ν τ α   Μ ι χ α λ ο π ο ύ λ ο υ

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 © Νίκος Κεσσανλής
© Νίκος Κεσσανλής

 

 

Χρύσα και Νίκος

Μια απόπειρα κοινού βιογραφικού σημειώματος*

 

Ο Νίκος Κεσσανλής (1930-2004) γνωρίζει τη Χρύσα Ρωμανού (1931-2006) τα χρόνια που φοιτούν και οι δυο τους στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ξανασυναντιούνται το καλοκαίρι του 1961, παντρεμένοι ήδη και οι δυο τους με άλλους, όταν η Χρύσα φτάνει στο Παρίσι με την υποτροφία Μαρίας Κασιμάτη. Ο Νίκος ζει ήδη στο Παρίσι ως αναγνωρισμένος καλλιτέχνης της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, κάτοχος του βραβείου Amedeo Modigliani και του Premio Lissone, καθώς και του τιμητικού επαίνου στην Biennale του Σάο Πάολο μεταξύ άλλων. Συστήνει τη Χρύσα στον κύκλο του – ανάμεσά τους ο Jean Tinguely, ο Mimmo Rotella, ο Pol Bury, ο Marcel Broodthaers, ο François Arman και ο Christo πριν φύγει για τις ΗΠΑ. Παρά τις περιορισμένες οικονομικές τους δυνατότητες, ταξιδεύουν συνεχώς για να δουν εκθέσεις και νέα μέρη.

Το 1965 η Χρύσα και ο Νίκος παίρνουν αμφότεροι διαζύγιο και αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Η Χρύσα ήδη δουλεύει στο ισόγειο της Rue de l'Ouest, στο σπίτι του Νίκου, απλώς ανεβαίνει έναν όροφο για να μείνει μαζί του. Όπως σε όλη τη μετέπειτα ζωή τους, μοιράζονται την κατοικία τους αλλά διατηρούν χωριστό εργαστήριο. Το 1966 η Χρύσα ερωτεύεται τη Νορμανδία και πείθει τον Νίκο να αγοράσουν μια ετοιμόρροπη αγροικία 150 τετραγωνικών, η οποία με πολλή προσωπική εργασία και τη βοήθεια ενός εργάτη της περιοχής μεταμορφώνεται σε εξοχική κατοικία. Από εκεί θα περάσουν η Μάγδα Κοτζιά, ο Τσουκαλάς και οι τρεις αδελφοί Ζουράρι, ο Κούνδουρος, ο Πουλαντζάς, η Άλκη Ζέη και ο Σεβαστίκογλου, ο Θόδωρος Πάγκαλος, ο Άγγελος Ελεφάντης, ο Νίκος Πολίτης, ο Κωστής Μοσκώφ.

Παντρεύονται στο δημαρχείο του Παρισιού στις 13 Ιουλίου 1968, ενώ έχει ήδη φουντώσει ο γαλλικός Μάης. Την ίδια χρονιά τα σοβιετικά τανκς εισβάλλουν στην Πράγα και το ΚΚΕ διασπάται – η Χρύσα και ο Νίκος περνούν στο ΚΚΕ Εσωτερικού και αφοσιώνονται στη δημιουργία αντιδικτατορικών αφισών. Το 1970 εκθέτουν μαζί στην γκαλερί Bonino της Νέας Υόρκης και στην Apollinaire του Μιλάνου.

Τα επόμενα χρόνια ο Νίκος επινοεί τις "Φαντασμαγορίες της ταυτότητας". Με έναν μπερντέ, τρία κεριά και τρεις προβολείς, "ζωγραφίζει" πορτραίτα με μοναδικό υλικό του το φως. Η Χρύσα απαντά στην αμερικανική ποπ αρτ με τη μέθοδο του κολλάζ, κόβοντας και ενσωματώνοντας στο έργο της λεπτομέρειες από τα φωτογραφικά ρεπορτάζ περιοδικών. Όμως στη φόρμα του κολλάζ προσθέτει ένα νέο περιεχόμενο: την καταγγελία.

Τον Ιανουάριο του 1982 οι δυο καλλιτέχνες επιστρέφουν για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Το σπίτι τους στα Βριλήσσια χτίζεται όπως το σπίτι στη Νορμανδία, με τη μέθοδο της προσωπικής εργασίας και της αποσπασματικότητας. Εκείνη την περίοδο ο Κεσσανλής δίνει τις δικές του εξωστρεφείς μάχες ως καλλιτέχνης και ως πρύτανης της ΑΣΚΤ. Μάχες με υπουργούς για να εξασφαλίσει κονδύλια που θα του επιτρέψουν να λύσει το χρονίζον στεγαστικό πρόβλημα της Σχολής Καλών Τεχνών και να δημιουργήσει έναν μόνιμο εκθεσιακό χώρο, αφιερωμένο στη σύγχρονη ζωγραφική. Μάχες και με ένα δύσκολο υλικό που τον γοητεύει: το τσιμέντο. Λίγο πριν τελειώσει η πρυτανική του θητεία, το καλοκαίρι του 1996, μπαίνει στο ατελιέ και αρχίζει να ξαναδουλεύει τα περίφημα "Τσιμέντα" του. Την ίδια εποχή η Ρωμανού δουλεύει αθόρυβα τα Πλεξιγκλάς της. Ως το τέλος της ζωής τους ζουν μαζί και ταξιδεύουν, συμμετέχουν σε εκθέσεις και υποδέχονται φίλους στο σπίτι των Βριλησσίων, συζητώντας και διαφωνώντας με πάθος.


* Η απόπειρα κοινού βιογραφικού σημειώματος βασίζεται σε εκτενή βιογραφικά κείμενα του Ανταίου Χρυσοστομίδη για τους δυο ζωγράφους, που γράφτηκαν κατά τη δεκαετία του '90 και συμπεριλήφθηκαν σε καταλόγους αναδρομικών τους εκθέσεων.