Κολλημένος με τον Ζολά

 

 

'Οταν αγάπησες τον Μπαλζάκ, τι να σου κάνει ένας Ζολά... Περίπου αυτό εννοούσε και ο 'Ενγκελς, όταν έγραφε το 1888 στην Μις Χάρκνες πως "ο Μπαλζάκ υπήρξε πολύ μεγαλύτερος μάστορας του ρεαλισμού απ' όλους τους Ζολά του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος". Κι όμως!  Έχοντας διαβάσει αυτές τις μέρες σερί την Κοιλιά του Παρισιού, την Κουζίνα (άσχετος τίτλος στα ελληνικά) και την Ταβέρνα (ακόμη πιο άσχετος), όχι μόνο διαπιστώνω πως η άποψη αυτή αδικεί κατάφορα τον Ζολά, αλλά κοντεύω να πιστέψω πως η δική του "Ανθρώπινη Κωμωδία" (η Ιστορία των Ρουγκόν Μακάρ στα πρότυπα της γιγαντιαίας κοινωνικής τοιχογραφίας του Μπαλζάκ τον οποίον και θαύμαζε απεριόριστα), αναπαριστά την κοινωνία της εποχής με μια ακόμη βαθύτερη κατάδυση στα στρώματα και τα υποστρώματα της κοινωνίας, καθώς και στην ιδιαίτερη ιδεολογία τους, σατιρίζοντας με το ξυράφι, αλλά και μ' ένα βελούδινο χιούμορ το γενικευμένο μικροαστισμό της εποχής. Η γλώσσα δε είναι τόσο πλούσια, ρευστή και διανθισμένη με ιδιωματισμούς, που κάθε μεταφραστική απόπειρα είναι σχεδόν καταδικασμένη. Το παρακάτω απόσπασμα -η περιπλάνηση μιας γαμήλιας πομπής φτωχών συγγενών που καταλήγει στο Λούβρο-  προέρχεται από την Ταβέρνα σε μετάφραση του ποιητή Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Μια μετάφραση έντιμη, αλλά και στεγνή, τόσο κυριολεκτική που αδυνατεί να μεταδώσει τον παλμό της γραφής και γι' αυτό βρίθει από νοηματικά λάθη.

 

© Robert Doisneau, Café noir et Blanc, Chez Gégène. Joinville-le-Pont (1948). Christie's. Η αφιέρωση είναι για "τον φίλο Voja -  Voja Mitrovic, o κορυφαίος printer που τύπωνε και τις φωτογραφίες του Καρτιέ-Μπρεσόν- τον καλοπροαίρετο συνένοχο, με όλη μου τη φιλία".
© Robert Doisneau, Café noir et Blanc, Chez Gégène. Joinville-le-Pont (1948). Christie's. Η αφιέρωση είναι για "τον φίλο Voja - Voja Mitrovic, o κορυφαίος printer που τύπωνε και τις φωτογραφίες του Καρτιέ-Μπρεσόν- τον καλοπροαίρετο συνένοχο, με όλη μου τη φιλία".

 

Είχαν μπει στην οδό Κλερύ. Ακολούθως, πήραν την οδό Μάιγ. Στην πλατεία Βικτουάρ, έγινε μια στάση. Η νύφη είχε λύσει το κορδόνι του αριστερού της παπουτσιού· και καθώς το ξανάδενε, στα πόδια του αγάλματος του Λουδοβίκου 14ου, τα ζευγάρια πύκνωσαν πίσω της, περιμένοντας, αστειευόμενα πάνω στην άκρη της γάμπας που έδειχνε. Τέλος, αφού κατέβηκαν την οδό Κρουά-ντε-Πετί-Σαν, έφτασαν στο Λούβρο.


Ο κύριος Μαντινιέ, ευγενικά, ζήτησε να μπει επικεφαλής της ακολουθίας. 'Ηταν πολύ μεγάλο, μπορούσαν να χαθούν· και αυτός, εξάλλου, γνώριζε τα ωραία μέρη, γιατί συχνά ερχόταν μ' έναν καλλιτέχνη, ένα αγόρι πολύ έξυπνο, από το οποίο ένας μεγάλος οίκος χαρτονοποιίας αγόραζε σχέδια για να τα βάλει πάνω σε κουτιά. Κάτω, όταν η συντροφιά έφτασε στο ασσυριακό μουσείο, είχε ένα λεπτό ρίγος. Πω, πω! Δεν έκανε ζέστη· η αίθουσα θα γινόταν μια περίφημη κάβα. Και, αργά, τα ζευγάρια προχωρούσαν, με το πηγούνι ηψωμένο, τα βλέφαρα να χτυπούν, μεταξύ των πέτρινων κολοσσών, των θεών από μαύρο μάρμαρο, βουβών μέσα στην ιερατική τους σκληρότητα, των τερατωδών ζώων, μισό γάτες και μισό γυναίκες, με πρόσωπα νεκρών, με τη μύτη λεπτή, με τα χείλη φουσκωμένα. 'Εβρισκαν όλα αυτά πολύ ενοχλητικά. Δούλευαν καλύτερα την πέτρα σήμερα. Μια επιγραφή με φοινικικά γράμματα τους κατάπληξε. Δεν ήταν δυνατό, κανένας δεν είχε ποτέ διαβάσει αυτήν την δυσανάγνωστη γραφή. Αλλά ο κύριος Μαντινιέ, ήδη πάνω στο πρώτο πλατύσκαλο με την κυρία Λοριγιέ, τους καλούσε, φωνάζοντας κάτω από τους θόλους:


- Ελάτε λοιπόν. Δεν είναι τίποτα αυτές οι μηχανές... Στον πρώτο όροφο πρέπει να δείτε.


Η αυστηρή γυμνότητα της σκάλας τους έκανε σοβαρούς. 'Ενας υπέροχος κλητήρας, με κόκκινο γιλέκο, με τη λιβρέα όλο χρυσά γαλόνια, που έμοιαζε να τους περιμένει, διπλασίασε τη συγκίνησή τους. Με ένα μεγάλο σεβασμό περπατώντας όσο το δυνατό πιο σιγά, μπήκαν στη γαλλική πινακοθήκη.


Τότε, δίχως να σταματήσουν, με τα μάτια γεμάτα χρυσό από τις κορνίζες, ακολούθησαν τη σειρά των μικρών σαλονιών κοιτάζοντας να περνούν οι εικόνες, πάρα πολλές για να τις δουν καλά. Θα χρειαζόταν μια ώρα μπροστά στην κάθε μία, αν ήθελε κανείς να καταλάβει. Πόσοι πίνακες, στο διάολο! Αυτά δεν τέλειωναν. Μετά, στην άκρη, ο κύριος Μαντινιέ τους σταμάτησε απότομα μπροστά στη Σχεδία της Μέδουσας· και τους εξήγησε το θέμα. 'Ολοι, έκπληκτοι, ακίνητοι, δεν έλεγαν τίποτε. 'Οταν ξανάρχισαν να περπατούν, ο Μπος συνόψισε το γενικό συναίσθημα: είχαν εντυπωσιαστεί.


Στην πινακοθήκη του Απόλλωνα, το παρκέτο προπάντων μάγεψε τη συντροφιά, ένα παρκέτο γυαλιστερό, φωτεινό σαν καθρέφτης, όπου αντικατοπτρίζονταν τα πόδια των πάγκων. Η δεσποινίς Ρεμανζού έκλεινε τα μάτια, γιατί πίστευε πως περπατούσε πάνω σε νερό. Φώναζαν στην κυρία Γκωντρόν να βάλει τα παπούτσια της κατά πλάτος, εξαιτίας της καταστάσεώς της. Ο κύριος Μαντινιέ ήθελε να τους δείξει τις χρυσώσεις και τη ζωγραφική της οροφής· αλλά αυτό τους έσπανε το λαιμό, και δε διέκριναν τίποτε. Τότε, πρωτού μπουν στο τετράγωνο σαλόνι, έδειξε ένα παράθυρο με μια χειρονομία, λέγοντας:


- Να ο εξώστης απ' όπου ο Κάρολος ο 9ος πυροβόλησε το λαό.


Εν τούτοις, επέβλεπε την ουρά της συνοδείας. Με μια χειρονομία, παράγγειλε μια στάση, στο μέσο του τετράγωνου σαλονιού. Δεν υπήρχαν εκεί παρά αριστουργήματα, μουρμούριζε με μισή φωνή, όπως μέσα σε μιαν εκκλησία. 'Εκαναν το γύρο του σαλονιού. Η Ζερβαίζ ρώτησε το θέμα του Γάμου εν Κανά· ήταν ηλίθιο να μη γράφουν τα θέματα πάνω στις κορνίζες. Ο Κουπώ σταμάτησε μπροστά στην Τζιοκόντα, στην οποία βρήκε μια ομοιότητα με μια από τις θείες του. Ο Μπος και ο Μπιμπί-λα-Γκριγιάντ σάρκαζαν, δείχνοντας ο ένας στον άλλον με τη γωνιά του ματιού τις γυμνές γυναίκες· οι μηροί της Αντιόπης προπαντός τους προξένησαν ένα ρίγος. Και εντελώς στην άκρη, το αντρόγυνο Γκωντρόν, ο άντρας με το στόμα ανοιχτό, η γυναίκα με τα χέρια πάνω στην κοιλιά της, έμεναν χάσκοντας, συγκινημένοι και έκθαμβοι απέναντι από την Παρθένο του Μουρίλλο.


'Οταν τέλειωσε η σειρά του σαλονιού, ο κύριος Μαντινιέ θέλησε να ξαναρχίσουν· αυτό άξιζε τον κόπο. Απασχολούνταν πολύ με την κυρία Λοριγιέ, εξαιτίας του μεταξωτού της φορέματος· και κάθε φορά που τον ρωτούσε, αυτός απαντούσε σοβαρά με μια μεγάλη ετοιμότητα. Καθώς ενδιαφερόταν για την ερωμένη του Τσιτσιάνου της οποίας την κίτρινη κόμη έβρισκε παρόμοια με τη δική της, την πέρασε για την Ωραία Φερροννιέρα, μια ερωμένη του Ερρίκου του 4ου, πάνω στην οποίαν είχαν παίξει ένα δράμα, στο Αμπιγκύ.


'Επειτα η συντροφιά όρμησε στη μεγάλη πινακοθήκη όπου είναι οι ιταλικές και φλαμανδικές σχολές. Ακόμα πίνακες, πάντοτε πίνακες, άγιοι, άντρες και γυναίκες με μορφές που δεν καταλάβαινε κανείς, τοπία ολόμαυρα, κτήνη που κιτρίνησαν, μια σύγχηση ανθρώπων και πραγμάτων των οποίων το βίαιο σκάνδαλο των χρωμάτων άρχιζε να τους δημιουργεί έμα μεγάλο πονοκέφαλο. Ο κύριος Μαντινιέ δε μιλούσε πια, οδηγούσε αργά τη συνοδεία που τον ακολουθούσε με τάξη, με όλους τους λαιμούς στραγγαλισμένους και με τα μάτια στον αέρα. Αιώνες τέχνης περνούσαν μπροστά στη σαστισμένη τους άγνοια, η λεπτή ξηρότητα των προαναγεννησιακών, οι αναλαμπές των Βενετών, η λιπαρή και ωραία ζωή από φως των Ολλανδών. Αλλά αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο, ήταν ακόμα οι αντιγραφείς με τα καβαλέτα τους εγκαταστημένα ανάμεσα στον κόσμο, ζωγραφίζοντας χωρίς ενόχληση· μια γριά κυρία ανεβασμένη πάνω σε μια μεγάλη σκάλα, περιφέροντας ένα πινέλο για κονίαμα μες στον τρυφερό ουρανό μιας απέραντης εικόνας, τους εντυπωσίασε μ' έναν ιδιαίτερο τρόπο. Σιγά-σιγά, εν τούτοις, η φήμη είχε εξαπλωθεί ότι μια γαμήλια συντροφιά επισκεφτόταν το Λούβρο· ζωγράφοι έτρεχαν με το στόμα ανοιγμένο από τα γέλια· περίεργοι κάθονταν μπροστά σε πάγκους για να παραβρεθούν με άνεση στην παρέλαση· ενόσω οι φύλακες, με τα χείλη σφιγμένα, συγκρατούσαν ευφυείς κουβέντες. Και η συντροφιά, ήδη κουρασμένη, χάνοντας από τον σεβασμό της, έσερνε τα καρφωτά της παπούτσια, χτυπούσε τα τακούνια της πάνω στα ηχηρά παρκέτα, με το ποδοβολητό ενός σκορπισμένου κοπαδιού, αφημένου στο μέσο της γυμνής και στοχαστικής καθαριότητας των αιθουσών.

 

Peter Paul Rubens, Το χωριάτικο πανηγύρι ή Ο γάμος στο χωριό (1625). Μουσείου του Λούβρου. Wikimedia Commons.
Peter Paul Rubens, Το χωριάτικο πανηγύρι ή Ο γάμος στο χωριό (1625). Μουσείου του Λούβρου. Wikimedia Commons.


Ο κύριος Μαντινιέ σιωπούσε για να προετοιμάσει μιαν εντύπωση. Πήγε ίσια στη Μεγάλη Γιορτή του Ρούμπενς. Εκεί δεν είπε ούτε λέξη, περιορίστηκε να δείξει τον πίνακα με μια πάρα πολύ κεφάτη ματιά. Οι γυναίκες όταν έχωσαν τη μύτη τους στον πίνακα, έβγαλαν μικρές κραυγές· μετά απέστρεψαν το κεφάλι, πολύ κόκκινες. Οι άντρες τις συγκράτησαν, αστειευόμενοι, γυρεύοντας τις αισχρές λεπτομέρειες.


- Δέστε λοιπόν! επαναλάμβανε ο Μπος, αυτό αξίζει τα χρήματα. Να ένας που ξερνάει. Και εκείνος εκεί ποτίζει τα χόρτα. Και εκείνος εκεί, ω! εκείνος εκεί... α καλά! είναι καθαροί εδώ!


- Ας πηγαίνουμε, είπε ο κύριος Μαντινιέ, συνεπαρμένος από την επιτυχία του. Δεν υπάρχει πια τίποτε να δούμε απ' αυτήν τη μεριά.

 

Εμίλ Ζολά, Η Ταβέρνα (L' Assommoir). Μτφ. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου. Εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1985.

Απόσπασμα αναδημοσιευμένο από το Scribd.

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.