Η μανάβισσα

 

Απόσπασμα από Το Στομάχι του Παρισιού, του Εμίλ Ζολά.

 

"Αλλά εκείνη έφτιαχνε με τη βιτρίνα της μια μεγάλη γυμνή ηδονή. Τα χείλια της είχαν τοποθετήσει εκεί ένα ένα τα κεράσια, κόκκινα φιλιά."

 

Εκδ. Στάχυ και Brainfood Εκδοτική, Αθήνα. Μτφ. Ντορέτα Πέππα.

 

Η Σαριέτ ήταν αξιολάτρευτη μέσα στα φρούτα της, με τον ατημέλητο και όμορφο κοριτσίστικο αέρα της. Τα κατσαρά μαλλιά της έπεφταν στο μετώπό της σαν αμπελόφυλλα. Τα γυμνά της μπράτσα, ο γυμνός λαιμός της, όλα όσα γυμνά και ροδαλά αποκάλυπτε, είχαν τη φρεσκάδα του ροδάκινου και του κερασιού. Από μια παιδιάστικη φιλαρέσκεια είχε κρεμάσει κεράσια στ' αυτιά, κεράσια μαύρα που χοροπηδούσαν στα μάγουλά της σαν έσκυβε και τρανταζόταν ολόκληρη από τα γέλια. Εκείνο που τη διασκέδαζε αφάνταστα ήταν να τρώει φραγκοστάφυλα και να λερώνεται από το στόμα μέχρι κάτω το πηγούνι και μέχρι πάνω τη μύτη. Το στόμα της ήταν κόκκινο, στόμμα βαμμένο, δροσάτο από το χυμό του φραγκοστάφυλου, σαν μακιγιαρισμένο και παρφουμαρισμένο με κάποιο φτιασίδι από το σεράι. Από τα φουστάνια της έβγαινε η μυρωδιά του δαμάσκηνου. Το κακοδεμένο μαντίλι της μύριζε φράουλα.

Και στο στενό το μαγαζάκι, ολόγυρά της, τα φρούτα σωρός. Πίσω, σ' όλο το μήκος στα ράφια, υπήρχαν σειρές πεπόνια, μηλοπέπονα κεντημένα με καρπούς, κηπευτικά με γκρίζες δαντέλες, μαϊμουδίσια κολαράκια με τις καμπούρες τους γυμνές. Στη βιτρίνα, τα καλά φρούτα, τοποθετημένα με λεπτότητα μέσα σε καλάθια, στρογγύλευαν σαν μισοκρυμμένα μάγουλα, πρόσωπα όμορφων παιδιών που μόλις και φαίνονταν πίσω από μια κουρτίνα φύλλων. Τα ροδάκινα κυρίως, τα κοκκινωπά μοντρέιγ, με τη φίνα και καθαρή σάρκα, σαν κορίτσια του Βορρά, και τα ροδάκινα του Νότου, κίτρινα και πυρωμένα, με το χρυσαφένιο χρώμα των κοριτσιών της Προβηγκίας. Τα βερίκοκα έπαιρναν μες στην πρασινάδα τόνους κεχριμπαρένιους, εκείνη τη ζέση του δειλινού που πυρώνει το σβέρκο των μελαχροινών στο σημείο που κάνουν δαχτυλίδια τα κοντά μαλλιά. Τα κεράσια, τακτοποιημένα ένα ένα, φάνταζαν σαν πολύ λεπτά και χαμογελαστά χείλια Κινέζας (...)

Η Σαριέτ ζούσε εκεί, σαν μέσα σε οπωρώνα με μεθυστικές μυρωδιές. Τα φτηνά φρούτα, τα κεράσια, τα δαμάσκηνα, οι φράουλες, στοιβαγμένα μπροστά της πάνω σε επίπεδα πανέρια στολισμένα με χαρτί, αλληλοσκοτώνονταν, λέκιαζαν τη βιτρίνα με χυμό, ένα χυμό δυνατό που άχνιζε στη ζέστη. 'Ενιωθε ακόμα το κεφάλι της να γυρίζει τον Ιούλη, τα καυτά απογεύματα, όταν τα πεπόνια την τριγύριζαν μα μια ισχυρή μυρωδιά μόσχου. Τότε, μεθυσμένη, δείχνοντας περισσότερη σάρκα κάτω από το μαντίλι της, μόλις ωριμασμένη και φρέσκια σαν την άνοιξη, άνοιγε το στόμα, ανάσαινε τις πρόστυχες ορέξεις. 'Ηταν αυτή, ήταν τα χέρια της, ήταν ο λαιμός της που έδιναν στα φρούτα της 'κείνη την ερωτική ζωή, εκείνη τη σατινένια ζέση της γυναίκας. Πλάι στον πάγκο πώλησης, μια γριά εμπόρισσα, μια φρικτή μπεκρού, άπλωνε μόνο κάτι ζαρωμένα μήλα, κρεμασμένα αχλάδια σαν άδεια στήθια, πτωματικά βερίκοκα μ' ένα αποτρόπαιο κίτρινο μάγισσας. Αλλά εκείνη έφτιαχνε με τη βιτρίνα της μια μεγάλη γυμνή ηδονή. Τα χείλια της είχαν τοποθετήσει εκεί ένα ένα τα κεράσια, κόκκινα φιλιά. 'Αφηνε να πέφτουν από το κορσάζ της μεταξένια ροδάκινα. Δάνειζε στα δαμάσκηνα την πιο τρυφερή της επιδερμίδα, το δέρμα των κροτάφων της, του πηγουνιού της, των ακρόχειλών της. 'Αφηνε να κυλάει λίγο από το κόκκινο αίμα της στις φλέβες των φραγκοστάφυλων. Οι ορμές της σαν όμορφη κοπέλα που ήταν, έφερναν σε οργασμό αυτά τα φρούτα της γης, όλους εκείνους τους χυμούς που οι έρωτές τους ολοκληρώνονταν σ' ένα κρεβάτι από φύλλα, στο βάθος θαλάμων νυμφικών, στρωμένων με την πρασινάδα των μικρών πανεριών. Πίσω από το μαγαζάκι της, ο διάδρομος με τα λουλούδια είχε ανούσια μυρωδιά πλάι στο άρωμα της ζωής που έβγαινε από τα δικά της σωρευμένα κοφίνια και τα ατημέλητα ρούχα της.