Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Κόρδικα): «…πόλη χαρακωμένη από φαντασμαγορική ασυμμετρία, μούρη φτιαγμένη με μπότοξ κι όλο το σώμα καχεκτικό, καμπούρικο, σκεβρωμένο» (Ν. Ξυδάκης). Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
0

Η Κλερ Μπρετεσέ, Γαλλίδα συγγραφέας κόμικς, έγραφε τη δεκαετία του ’80 για το Παρίσι: «Δεν αξίζει να ξοδευτείτε για να ταξιδέψετε στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, ο Τέταρτος Κόσμος βρίσκεται μερικές στάσεις με το μετρό».

Στην Αθήνα του 2026, για να βρεθεί κάποιος στον «Τέταρτο Κόσμο», δεν χρειάζεται καν να πάρει το μετρό. Αυτός βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, δυο βήματα γύρω από την πλατεία της Ομόνοιας (πλατεία Θεάτρου, Αισχύλου, Αριστοφάνους, Ευριπίδου, Σοφοκλέους, Μενάνδρου, Ζήνωνος, Σατωβριάνδου, Κουμουνδούρου, Αγίου Κωνσταντίνου, πλατεία Βάθη, κ.λπ.).

Επιστρέφω από τη Μαδρίτη. Από το παράθυρο του αεροπλάνου διακρίνω αυτήν τη γνώριμη γαλακτερή μάζα, τη στριμωγμένη ανάμεσα στα βουνά, που νομίζεις ότι έχει ξεχειλίσει και χύνεται στη θάλασσα. Είναι η Αθήνα. Γνωρίζω, ακόμα μια φορά, ότι δεν θα αποφύγω τις συγκρίσεις. Έχω εγκαταλείψει τη Μαδρίτη που διατηρεί ακόμα τη γοητεία και την ελαφρότητα της γειτονιάς του Παρισιού των δεκαετιών του 1950-1970 στο κέντρο της, μια πόλη που αποπνέει την αίσθηση της «αέναης γιορτής» σε ένα περιβάλλον αρχοντιάς, υψηλής αισθητικής και πολιτισμού.

Το 1973, η εξόριστη Μελίνα Μερκούρη, στο μουσικό άλμπουμ «Si Melina m’ était contée», κάτω από τη βαριά σκιά της χούντας στην Ελλάδα, τραγουδά στα γαλλικά το «Athènes, ma ville» («Αθήνα, η πόλη μου»), όπου επαναλαμβάνει συχνά τους στίχους «Réveille-toi, reveille-toi, Athina, Athina» («Ξύπνα, ξύπνα, Αθήνα, Αθήνα»). Στον ίδιο δίσκο, απαγγέλλει και το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» («Où que me porte mon voyage, la Grèce me blesse»), που γράφηκε το καλοκαίρι του 1936. Ο Νίκος Δήμου, το 1975, στο βιβλίο του «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» επαναλαμβάνει το «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».

Η Αθήνα, στο πλαίσιο μιας γενικότερης ηθικολογικής αλλά και συνειδησιακής προσέγγισης, εκπέμπει μια εικόνα «επιβίωσης». Δεν προσαρμόζεται στις διεθνείς εξελίξεις, απλώς επιχειρεί, όπως και η χώρα, να επιβιώσει όπως όπως.

Σήμερα, η Αθήνα που ζω, με βίαιο τρόπο, έχει «καταβροχθίσει» την Ελλάδα του Γιώργου Σεφέρη. Το «Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει» έρχεται για να μου υπενθυμίσει την αρχή και το τέλος των ταξιδιών μου.

Στην Ελλάδα του Σεφέρη, το 1936, η Αθήνα ήταν ένα μικρό χωριό, ενώ σήμερα αποτελεί μια παραδοξότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, εφόσον η μεγέθυνσή της από τη δεκαετία του 1960, αλλά και μετά την οικονομική κρίση του 2008-2009, λόγω της ερημοποίησης της υπαίθρου και της υιοθέτησης διαδοχικών «ανεπαρκέστατων-προβληματικών» συστημάτων αυτοδιοίκησης και αποκέντρωσης, συγκεντρώνει, σε πραγματικούς αριθμούς, μαζί με το υπόλοιπο λεκανοπέδιο Αττικής, σχεδόν το 60% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Ομόνοια): Βανδαλισμένη είσοδος πολυκαταστήματος. Η Αθήνα παρά τη χιλιόχρονη ιστορία της παρουσιάζει τάσεις βαθιάς «εσωστρέφειας». Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Έξι σχεδόν στους δέκα κατοίκους αυτής της χώρας ζουν σ’ ένα μικρό κομμάτι γης, που παραπέμπει σε αντίστοιχες περιπτώσεις τριτοκοσμικών χωρών του πλανήτη, σε Ασία, Αφρική, Κεντρική και Νότιο Αμερική. Σήμερα, όσοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο έρχονται στην Αθήνα, και σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν τα οκτώ εκατομμύρια ξένοι τουρίστες, οι μετανάστες κ.λπ. Η Μαδρίτη, την οποία μόλις είχα εγκαταλείψει, συγκεντρώνει μόλις το 7% του πληθυσμού της Ισπανίας και η Ζυρίχη, που είχα επισκεφθεί λίγο πριν, το 5% του πληθυσμού της Ελβετίας. Η Αθήνα μπροστά τους μοιάζει με έναν γιγαντόμορφο Λεβιάθαν.

Οι μαρτυρικές πλευρές

Ο βαθμός οικονομικής ανάπτυξης, ο πολιτισμός, η αισθητική, η παιδεία, οι υποδομές, το επίπεδο καλλιέργειας των κατοίκων, το πολίτευμα της χώρας, οι τοπικές αρχές, οι δημοκρατικοί θεσμοί και η εφαρμογή τους αντανακλούν στην «καθημερινότητα» του πολίτη και αποτελούν κριτήρια αξιολόγησης μιας πόλης.

Οι σύγχρονες πόλεις, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης αλλά και της διεύρυνσης των διεθνών ταξιδιών, ως τόποι υποδοχής πλέον, ανοιχτές και όχι κλειστές, υπόκεινται σε συγκρίσεις, ταξινομήσεις, κατηγοριοποιήσεις κ.λπ., που βοηθούν στον επανασχεδιασμό και τη βελτίωσή τους. Η αξιολόγηση μιας πόλης είναι μια σύνθετη διαδικασία: υπάρχουν μέρη που εγκωμιάζονται και άλλα που αποτελούν «μαύρες τρύπες». Στην περίπτωση της Αθήνας, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Εδώ, σε αυτήν την πόλη, μαζί με το καινούργιο και το αυθαίρετο, συνυπάρχει η εικόνα της αρχαίας Ελλάδας, ο Περικλής, ο Πλάτων, οι τραγικοί, τα πουλιά του Απελλή, το ελληνικό μέτρο και οι ελληνικές αναλογίες, ο μελανός κόσμος των μύθων.

Σύμφωνα με τον Ίβλιν Γουό, που έγραψε ένα από τα πιο εκκεντρικά ταξιδιωτικά βιβλία το 1930 με τίτλο «Ετικέτες: Ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο» («Labels: A Mediterranean Journal»), η αξιολόγηση μιας πόλης, στο σύνολό της, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η «ευχαρίστηση» της άφιξης. Ο Γουό αντιπαρέρχεται την ευχαρίστηση και με καυστικό χιούμορ προβάλλει τις «μαρτυρικές πλευρές της».

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αβάνας (Κούβα): Λόγω του οικονομικού και διπλωματικού εμπάργκο από τις ΗΠΑ, το μακρινό 1959, η Κούβα συγκαταλέγεται στις πιο φτωχές χώρες του κόσμου. Αυτή η οδός θα μπορούσε να είναι συνέχεια της Ευριπίδου στο κέντρο της Αθήνας. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Τζωρτζ): Η Αθήνα αποτελεί θύμα μιας «τριτοκοσμικής» αντίληψης της Ελλάδας για την υπόλοιπη Ευρώπη και τον Κόσμο. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Ομόνοια): Οι δυσδιάκριτες ή ανύπαρκτες διαβάσεις πεζών είναι όχι μόνον δείγμα της ανυπαρξίας ενός «πολιτισμού της καθημερινότητας» αλλά και της κυριαρχίας των τροχοφόρων στους πεζούς. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αβάνας (Κούβα): Η διαφορά μεταξύ Αθήνας και Αβάνας έγκειται στο ότι στην Αβάνα τα τρίκυκλα ποδήλατα χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά επιβατών, ενώ τα «προϊστορικά» μηχανοκίνητα τρίκυκλα στην Αθήνα, που οδηγούν Ασιάτες, για την συλλογή χαρτοκιβωτίων και μεταλλικών αντικειμένων. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Στη Μαδρίτη διαπιστώνω ότι λείπουν όλα όσα βρίσκει κανείς εν αφθονία στην Αθήνα και προσβάλλουν αισθητική και πολιτισμό, όπως τα σκουπίδια και η βρομιά, οι μουντζούρες/συνθήματα σε τοίχους, ρολά καταστημάτων, στάσεις λεωφορείων, μετρό, τα φθαρμένα «σκαλιστά» οδοστρώματα με τρύπες και μπαλώματα, οι δυσδιάκριτες ή ανύπαρκτες διαβάσεις πεζών, η ηχορύπανση, τα οπαδικά συνθήματα –την Αθήνα στοιχειώνουν τα οπαδικά συνθήματα της «θύρας 7» και της «θύρας 13» που μοιάζουν με πανούκλα στο σάπιο κουφάρι της, πολύ περισσότερα απ’ ό,τι σε προάστια πόλεων της Ν. Αμερικής.

Τα χιλιάδες σκούτερ και μηχανάκια με κομμένες εξατμίσεις, πηγές τεράστιας ηχορύπανσης που σε κάνουν να νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε κάποια πόλη της Ασίας ή της Αφρικής και όχι της Ευρώπης –στο Γκουιλίν (Κίνα) και αλλού, τα μηχανάκια είναι ηλεκτροκίνητα, ενώ στις χώρες της Δύσης εφαρμόζονται αυστηροί κανονισμοί κατά της ηχορύπανσης–, οι άπειροι ντελιβεράδες, οι παραμελημένοι ελάχιστοι χώροι πρασίνου που τους εαρινούς μήνες μοιάζουν με «αφρικανική σαβάνα», τα «μαγαζιά», τύπου ΟΠΑΠ, που ξεφυτρώνουν κάθε εκατό μέτρα στην Αθήνα κάνοντας «κοινόχρηστο» αγαθό τον τζόγο. Τα απαθή κουρασμένα πρόσωπα, η βασιλεία του κινητού, ο μιμητισμός –στη Μαδρίτη δεν ευδοκιμούν οι φυλές των νεαρών με τα μαύρα–, οι ναρκομανείς και οι άστεγοι που συναντά κανείς, ιδίως στις «μαύρες τρύπες» του κέντρου της Αθήνας (πλατεία Ομονοίας, Κάνιγγος, Τοσίτσα, κτίριο του ΟΣΕ, πλατεία Βάθη κ.α.), τα παραμελημένα/βανδαλισμένα κτίρια – κινηματογράφοι Αττικόν, Απόλλων, Πολυτεχνείο, υπουργείο Ανάπτυξης, Σιδηροδρομικός Σταθμός Πελοποννήσου κ.λπ. Τα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια με τις ξεκολλημένες πλάκες, οι κακοφτιαγμένοι πεζόδρομοι που έχουν μετατραπεί σε αρτηρίες διέλευσης τροχοφόρων και πάρκινγκ, τα δημόσια έργα χωρίς ημερομηνία λήξης, οι αφίσες πολιτικών κομμάτων και εκδηλώσεων, τα άπειρα ενοικιαστήρια, τα αυτοκόλλητα από φροντιστήρια, μπογιατζήδες, ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς, κομμώτριες, σε τοίχους, κολόνες, τζαμαρίες, στάσεις λεωφορείων, που παραμένουν τα ίδια στο πέρασμα των δεκαετιών – όλα αυτά φανερώνουν μια βαθιά εσωστρέφεια και μεγεθύνουν την ασχήμια της πόλης.

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Ομόνοια): Βανδαλισμένη είσοδος του μετρό. Η μιζέρια και η ασχήμια επιτίθεται σε ότι έχει σχέση με το κάλλος και την αισθητική. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Θεμιστοκλέους): Δεν γνωρίζω άλλο κέντρο πρωτεύουσας χώρας, τόσο πολύ πληγωμένο και βανδαλισμένο, με τόσα ερειπωμένα/εγκαταλειμμένα κτίρια και κλειστά καταστήματα. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Διαπιστώνω ότι στην κουλτούρα του Ισπανού υπάρχουν βαθιά ριζωμένα η αισθητική και ο πολιτισμός, η αγάπη για τον τόπο του. Διακρίνω μια αυστηρή κοινωνία με ισχυρές δομές, ηθικούς κανόνες και υψηλά επίπεδα σεβασμού και αξιοπρέπειας. Μαδρίτη: μια πρωτεύουσα της Δύσης.

Αθήνα: Ένας γιγαντόμορφος Λεβιάθαν

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει άλλο κέντρο πρωτεύουσας χώρας όπως αυτό της Αθήνας, τόσο πολύ πληγωμένο και βανδαλισμένο, με τόσα ερειπωμένα/εγκαταλειμμένα κτίρια και κλειστά καταστήματα.

Στον ετήσιο παγκόσμιο κατάλογο του «Economist» με τις περισσότερο και τις λιγότερο «βιώσιμες πόλεις στον κόσμο», σε ένα σύνολο 173 πόλεων, η Αθήνα είναι η «λιγότερο βιώσιμη πόλη», με διαφορά από τις υπόλοιπες. Ο Δείκτης Βιωσιμότητας (σταθερότητα, υγεία, πολιτισμός, περιβάλλον, εκπαίδευση, υποδομές) της πόλης προσεγγίζει το 75, όταν οι βιώσιμες πόλεις βαθμολογούνται από 80 μονάδες και πάνω («Ημεροδρόμος», 7/8/2024).

Ό,τι και να πει, ό,τι και να γράψει κανείς για την Αθήνα μοιάζει ευκολοχώνευτο για τον γιγαντόμορφο Λεβιάθαν της απάθειας και της λήθης. Όμως οι πόλεις δεν είναι απλώς «χώρος», αλλά αποτελούν έκφραση της ψυχής και του πολιτισμού ενός λαού. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι έχουν, κατά καιρούς, γράψει για τις «μαρτυρικές πλευρές» της Αθήνας:

Ο Πολ Θέροου, Αμερικανός ταξιδιωτικός συγγραφέας (2007): «Εκτός από τα αρχαία μνημεία που έχουν απομείνει και τους θησαυρούς που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στα μουσεία, η Αθήνα θα πρέπει να είναι μια από τις πιο άσχημες πόλεις στον κόσμο, τόσο άσχημη και διαταραγμένη που θα μπορούσε εκεί να γυριστεί ένα επεισόδιο της σειράς “Η καρδιά του σκότους”, με τίτλο “Η Αθήνα τώρα…”».

O καθηγητής Φιλοσοφίας Χρήστος Γιανναράς (2009): «Η Αθήνα σαρκώνει τον πιο εγκληματικό βανδαλισμό που συντελέστηκε ποτέ στην Ιστορία. Δεν είναι καν οικιστικός χώρος να ζουν, να κοινωνούν, να συμβιώνουν άνθρωποι. Είναι πρωταρχικά χώρος για να σταθμεύουν, στρυμωγμένα παντού, αυτοκίνητα και να σωρεύονται σκουπίδια. Απρόσωπες τριτοκοσμικές πολυκατοικίες παρανοϊκά υπερυψωμένες και με συμπαγή ‘‘μεσοτοιχία’’ μεταβάλλουν τα στενάδια των δρόμων σε διαδρομές φυλακής με πανύψηλα τείχη. Μαύρη κάπνα κολλημένη στις προσόψεις, ασχήμια και κιτσαριό, άναρχες αφισοκολλήσεις, θόρυβος ασίγαστος πάνω στο σάπιο κουφάρι της πόλης».

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Θεμιστοκλέους): Χιλιάδες τέτοιες τρύπες χάσκουν στα πεζοδρόμια, από δένδρα που δεν φυτεύτηκαν ποτέ ή ξεράθηκαν και περιμένουν, μάταια, να δώσουν ζωή και χρώμα στην άχαρη πόλη. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Ευριπίδου): Στον Τρίτο Κόσμο ποτέ δεν ρωτάς πότε θα φθάσεις κάπου, ή πότε θα τελειώσει κάτι. Όλα επαφίενται στην θεία βούληση. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Θεμιστοκλέους): Χιλιάδες τέτοιες τρύπες χάσκουν στα πεζοδρόμια, από δένδρα που δεν φυτεύτηκαν ποτέ ή ξεράθηκαν και περιμένουν, μάταια, να δώσουν ζωή και χρώμα στην άχαρη πόλη. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος (2010): «Σκέφτομαι πολλές φορές πως η Αθήνα έγινε κατ’ εικόνα και αφομοίωση του γιγαντόμορφου Λεβιάθαν, του ελληνικού κράτους: μια δύσμορφη πραγματικότητα, ένα ασπόνδυλο μαλάκιο, μια δήθεν πόλη που δεν έχει ούτε κέντρο ούτε περιφέρεια, άρα δεν αναγνωρίζει καμία ιεραρχία, μια ισοπεδωμένη αλάνα στην οποία ούτε να παίξεις δεν μπορείς, ούτε και να περπατήσεις γιατί είναι γεμάτη με παρκαρισμένα αυτοκίνητα και σκουπίδια…».

Ο δημοσιογράφος Νίκος Ξυδάκης (2024): «Το πρωί περπατούσα στην άθλια Αθήνα, σλάλομ ανάμεσα σε χαίνοντες κάδους, κατουρημένες αμμωνιακές γωνίες, σπασμένα ρείθρα, βρόμα, ελιγμοί ανάμεσα σε κακομοίρικα τραπεζοκαθίσματα».

Ίσως το να ανέχεται κανείς την ασχήμια της Αθήνας, να παραμένει απαθής και να υποστηρίζει τη «μοναδικότητά της» να κάνει τους κατοίκους της, τους πολιτικούς και τους τοπικούς άρχοντες να αισθάνονται καλά και να κοιμούνται ήσυχοι εφόσον δεν τους κυνηγούν οι Ερινύες των λαθών ή της απάθειάς τους. Ο Ζαν Κοκτό έλεγε: «Η ομορφιά γοητεύει και κουράζει. Την ασχήμια τη συνηθίζεις και την παντρεύεσαι». Η Αθήνα αποτελεί μια διαρκή αταξία που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την τάξη που υπάρχει και αποδεχόμαστε, αλλά γρήγορα ξεχνάμε, έπειτα από ένα ταξίδι σε κάποια πόλη της Δύσης ή και της Ανατολής.

Η Ανατολή

Ελάχιστοι απόηχοι από τα μεγάλα πολιτιστικά κινήματα που δημιούργησαν τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό έφτασαν έως εμάς. Ούτε ο σχολαστικός Μεσαίωνας ούτε η Αναγέννηση ούτε η Μεταρρύθμιση ούτε ο Διαφωτισμός ούτε η Βιομηχανική Επανάσταση. Αναρωτιέται ο Νίκος Δήμου το 1975: «Τελικά ποιοι είμαστε; Ο Ευρωπαίοι της Ανατολής ή οι Ανατολίτες της Ευρώπης; Οι ανεπτυγμένοι του Νότου ή οι υποανάπτυκτοι του Βορρά;». Έκτοτε έχει περάσει μισός αιώνας. Το 2026 η Αθήνα φαίνεται να μην μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν της, που είναι περισσότερο Ανατολή και πολύ λιγότερο Δύση.

Το κέντρο της πόλης διαμορφώνει μια ασυνεχή τοπιογραφία με «τουριστικούς θύλακες» και «μαύρες τρύπες». Μια γρήγορη περιήγηση στις «μαύρες τρύπες» της Αθήνας (οι περισσότερες γύρω από την πλατεία Ομονοίας) εγείρει μια σειρά από ερωτήματα: «Είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα; Η Αθήνα είναι μια ευρωπαϊκή πόλη; Αλήθεια, τι γυρεύουμε στην Ευρώπη; Τι γυρεύουμε από την Ευρώπη; Μήπως η ένταξή μας στην Ευρώπη μάς έφερε πιο κοντά στους θεσμούς της –άσχετα από το εάν δεν εφαρμόζονται επιτυχώς– αλλά μας απομάκρυνε πολιτιστικά από την Ευρώπη; Η Αθήνα γνωρίζει ότι εφόσον η Ελλάδα αποτελεί μέρος της Ευρώπης, αποτελεί και η ίδια μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται;».

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Πλατεία Ομονοίας): Υδροφόρες πλένουν καθημερινά πεζοδρόμια, πεζόδρομους, πλατείες και ποτίζουν δένδρα και φυτά, σε Παρίσι, Μαδρίτη, αλλά και Καζαμπλάνκα, Μαρακές (Μαρόκο), κ.ά. Υδροφόρες: άγνωστο είδος στην ευρωπαϊκή Αθήνα. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Αισχύλου): Η γιγάντωση της Αθήνας, η έλλειψη ενός «πολιτισμού της καθημερινότητας», τα χρόνια άλυτα προβλήματα της πόλης αναδεικνύουν, ακόμα περισσότερο, τα τριτοκοσμικά της χαρακτηριστικά. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Κινηματογράφος, μουσική, λογοτεχνία, καθημερινότητα φανερώνουν τον ανατολίτικο προσανατολισμό της Αθήνας.

Α.

Δυο μουσικοί, ο ένας με κλαρίνο και ο άλλος με ταμπούρλο, παίζοντας κάποιον ανατολίτικο ρυθμό, εμφανίζονται σε ένα πλακόστρωτο. Σκηνή γνωστή από το κέντρο της Αθήνας σε Μοναστηράκι, Ψυρρή, πλατεία Κλαυθμώνος, κεντρική αγορά στην Αθηνάς, πλατεία Θεάτρου… εφόσον μουσικοί, μουσική, πλακόστρωτο και κτίρια παραπέμπουν σε αυτά τα σημεία. Ωστόσο, η σκηνή διαδραματίζεται σε κάποια συνοικία της Τεχεράνης και αποτελεί την εισαγωγή της ταινίας «Αρκούδες δεν υπάρχουν» («No Bears», 2022) του Ιρανού Τζαφάρ Παναχί.

Β.

Εικόνα μιας πόλης δίχως ίχνος πρασίνου, με ξεθωριασμένες γκρίζες πολυκατοικίες. Άραβες μιλούν μεταξύ τους ψήνοντας τούρκικο καφέ σ’ ένα πετρογκάζ. Μικρά κορίτσια, Ρομά, πωλούν σκόρδα σε έναν πεζόδρομο. Νεαρός με ασιατικά χαρακτηριστικά και ένα τετράτροχο καρότσι μαζεύει πεταμένα χαρτόκουτα. Μουντζούρες/συνθήματα σε τοίχους και ρολά καταστημάτων κάνουν τις εικόνες πιο τριτοκοσμικές. Σε μια ερειπωμένη πολυκατοικία, σ’ ένα εξαθλιωμένο διαμέρισμα, αστυνομικοί συλλαμβάνουν Άραβες, υποτιθέμενους τρομοκράτες. Η εικόνα της τριτοκοσμικής πόλης αποτυπώνεται στο μυαλό του δυνητικού θεατή. Ωστόσο, όλες αυτές οι σκηνές αφορούν το κέντρο της Αθήνας (Λαχαναγορά της οδού Αθηνάς) και όχι κάποιο προάστιο του Ισλαμαμπάντ, της Βηρυτού, της Βαγδάτης, της Τεχεράνης, και αποτελούν τις πρώτες σκηνές της ταινίας «November» (2022) του Σεντρίκ Χιμένεζ, με πρωταγωνιστή τον Ζαν Ντιζαρντέν.

Γ.

Ο παρουσιαστής της σατιρικής εκπομπής «Ράδιο αρβύλα» αναρωτιέται έκπληκτος όταν μαθαίνει ότι στην Αθήνα γυρίζεται η τηλεοπτική σειρά «Τεχεράνη»: «Μα καλά, η Αθήνα Τεχεράνη… μια ευρωπαϊκή πόλη;». Στην ταινία «Ταξί» (2015) του Τζαφάρ Παναχί, που είναι μια ταινία δρόμου στην Τεχεράνη, δύσκολα ο θεατής μπορεί να ξεχωρίσει τις δυο πόλεις, με τη διαφορά ότι η Τεχεράνη είναι πιο νοικοκυρεμένη, πιο σύγχρονη και πολύ πιο καθαρή από την Αθήνα.

Δ.

«Στον δρόμο αυτοκίνητα, φορτηγά και βαν προχωρούσαν αργά, με κολλημένους σχεδόν τους προφυλακτήρες, συνεχή κορναρίσματα και τους οδηγούς να φωνάζουν ο ένας στον άλλον. Σκούτερ και μηχανάκια, τα περισσότερα με δύο επιβάτες, έκαναν ελιγμούς μέσα στο μποτιλιάρισμα, περνώντας ξυστά από τα αυτοκίνητα». Σκηνές από τους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Αθήνας; Όχι: είναι σκηνές από τους μποτιλιαρισμένους δρόμους του Ντακάρ (Σενεγάλη), όπως τους έζησα πριν από λίγα χρόνια και όπως τους περιγράφει στο μυθιστόρημα «Ρούστερ Μπαρ» ο Τζον Γκρίσαμ.

Ε.

Ξεχαρβαλωμένα «προϊστορικά» τρίκυκλα, που οδηγούν Πακιστανοί, ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης για να συλλέξουν χαρτόνια και μεταλλικά αντικείμενα. Αθίγγανοι με παλιά Ντάτσουν, εφοδιασμένα με μεγάφωνα, μαζεύουν μεταλλικά αντικείμενα ή πωλούν πλαστικές καρέκλες, φυτόχωμα, καρπούζια, κ.λπ. Σκηνές από κάποιο προάστιο της Λαχόρης, της Βαγδάτης, της Τζακάρτα, της Ντάκα; Όχι: σκηνές από την Αθήνα του 2026.

ΣΤ.

Πολυμελή συνεργεία, που αντικαθιστούν παλιές πλάκες πεζοδρομίων με γρανιτένιες, εργάζονται, εναλλάξ, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Ευρώπη, Β. Αμερική; Όχι: Λίμα (Περού), Κίτο (Ισημερινός). Στο Αλγέρι (Αλγερία), σε μια αντίστοιχη περίπτωση, τα συνεργεία εργάζονταν αδιαλείπτως από τις 22:00 έως τις 6:00. Η χρονική διάρκεια και ο τρόπος κατασκευής του «Μεγάλου Περίπατου» της Αθήνας, και όχι μόνο, παραμένει νωπή σε όλους μας.

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Κατακουζινού): Γιατί οι κάτοικοι της πόλης αποδέχονται την μιζέρια της πόλης και έχουν γίνει τόσο απαθείς; Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Αθηνάς): Η Αθήνα κουβαλάει ακόμα στο χιλιόχρονο σαρκίο της τις νοοτροπίες ενός μεγάλου χωριού της Ανατολής. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Ζ.

Υδροφόρες του δήμου καθαρίζουν πεζοδρόμια, πεζόδρομους, πλατείες και ποτίζουν δέντρα και φυτά, καθημερινά, λίγο μετά το ξημέρωμα. Παρίσι, Μαδρίτη; Όχι: Μαρακές, Καζαμπλάνκα (Μαρόκο).

Η.

Αστυνομικοί επιτηρούν αυστηρά πεζόδρομους για τη μη διέλευση τροχοφόρων. Κάποια πόλη της Β. Ευρώπης; Όχι: Αβάνα και Σάντα Κλάρα (Κούβα).

Θ.

Σε κέντρο πόλης δεκάδες κηπουροί φυτεύουν λουλούδια. Παρίσι, Μαδρίτη, Βιέννη; Όχι: Γιανγκόν (Μιανμάρ).

Το 2026 η Αθήνα φαίνεται να μην μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν της, που είναι πολύ περισσότερο Ανατολή και πολύ λιγότερο Ευρώπη, αν και η Ανατολή, σε πολλές περιπτώσεις, την ξεπερνά. Οι Ανατολίτες πιστεύουν ότι «η σιωπή και η απάθεια είναι δείγμα της χαμένης αξιοπρέπειας. Αλλά και η ελευθερία είναι πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια. Και για να είναι κανείς ελεύθερος, πρέπει να απαλλαγεί από την ανηθικότητα του συμφέροντος».

Ο Παρθενώνας

Στο βάθος του μυαλού του Έλληνα, είτε αυτός είναι απλός κάτοικος της πόλης είτε κατέχει κάποιο αξίωμα, η οικοδόμηση του πολιτισμού αυτής της πόλης εμπεριέχει μονοδιάστατα, ακόμα, τον Παρθενώνα. Αλλά και οι ξένοι ταξιδεύουν στην Αθήνα για να επισκεφθούν τον Παρθενώνα, όπως οι μουσουλμάνοι έχουν τάμα να επισκεφθούν τη Μέκκα έστω και μια φορά στη ζωή τους. Γι’ αυτούς η Αθήνα ταυτίζεται, μονοδιάστατα, με τον Παρθενώνα.

Αναφέρουν σχετικά με τον Παρθενώνα:

Α.

Π. Θέροου (2007): «Ο Παρθενώνας, λευκός λες και έχει φτιαχτεί από ορυκτό αλάτι, λαμπερός και κομψός, δεσπόζει πάνω από την άχαρη πόλη με τους μποτιλιαρισμένους δρόμους και τα κακόγουστα κτίρια».

Β.

Α. Ιόλας (1994): «Είναι η ιδέα - Παρθενώνας. Το μόνο που κάνουν σήμερα οι Έλληνες είναι να εκμεταλλεύονται την έννοια του Παρθενώνα, να τον χρησιμοποιούν σαν συγχωροχάρτι για να κλείνουν τα μάτια τους, αφού δεν μπόρεσαν ποτέ να δουν. Ήταν το απόγειο της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων αυτό το μνημείο, άσχετα αν δεν το έχουν καταλάβει αυτό ακόμα οι περισσότεροι σύγχρονοι Έλληνες. Μας λείπει η δίψα να μάθουμε, να ερευνήσουμε το άγνωστο, πράγμα που δεν συμβαίνει βέβαια στους άλλους λαούς».

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Ερμού/Μοναστηράκι): Η πόλη οφείλει να λειτουργεί ως κοινωνική μηχανή και όχι ως ένας απρόσωπος «τουριστικός θύλακας» όπως την προορίζουν. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Μοναστηράκι): Ακόμα και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου δεν κυκλοφορούν ΜΜΜ, όπως ο Ηλεκτρικός, τόσο βανδαλισμένα εξωτερικά και εσωτερικά, τόσο μίζερα. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Αισχύλου): Κύρια οδός επικοινωνίας για χιλιάδες τουρίστες μεταξύ Πλατείας Θεάτρου και Πλατείας Μοναστηρακίου. Η Αθήνα είναι μια πόλη που πρώτα ερήμωσε ηθικά. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Άραγε τι κάνει τον σύγχρονο Έλληνα να πιστεύει ότι έχει προνομιακή σχέση με την αρχαία Ελλάδα μόνο και μόνο επειδή ο Παρθενώνας κείται, μόνος και έρημος, στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης; Και εάν δεν υπήρχε ο Παρθενώνας άραγε, ποιο θα ήταν το τάμα των επισκεπτών προς τη δύσμοιρη Αθήνα;

Οι διαπιστώσεις

Μπορεί η Αθήνα να χρεώνεται τον συνωστισμό των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, τον εμφύλιο, την αστυφιλία της δεκαετίας του ’50, την αντιπαροχή, να παραμένουν ακόμα νωπά τα σημάδια της οικονομικής κρίσης του 2008-2009, αλλά τίποτε δεν δικαιολογεί τη σημερινή της κατάντια, την ερήμωση του κέντρου, τις πολλές «μαύρες τρύπες». Διαχρονικά φαίνεται η ανικανότητα της πολιτείας αλλά και της κοινωνίας να φτιάξει μια πόλη αντάξια του ονόματός της και του ιστορικού της παρελθόντος.

Η μορφή της σύγχρονης Αθήνας με τους «τουριστικούς θύλακες» και τις πολλές «μαύρες τρύπες» φανερώνει μια έλλειψη σεβασμού, όχι μόνον απέναντι στους κατοίκους της πόλης, αλλά και στους επισκέπτες. Η πόλη φαίνεται να μη σέβεται ούτε την Ευρώπη, απ’ όπου προέρχεται η πλειονότητα των επισκεπτών της, αλλά ούτε και τον υπόλοιπο κόσμο. Η Αθήνα αποτελεί θύμα μιας «τριτοκοσμικής» αντίληψης της Ελλάδας για την υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο.

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Αισχύλου): «Είναι κάτι πόλεις στην Ελλάδα που τις περπατάς και σε πιάνει η ψυχή σου. Καταθλιπτικές και ασουλούπωτες» (Κ. Βίδος). Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Ο Α. Ιόλας (1994) είχε δώσει τη δική του εξήγηση: « Η Αναγέννηση ήταν για όλο τον κόσμο, όχι μόνον για την ελίτ, όπως ακριβώς και στην αρχαία Ελλάδα: τα μυστήρια και οι αγώνες ήταν για όλους τους Έλληνες. Βέβαια υπάρχουν διάφορα επίπεδα ανθρώπων. Δυστυχώς υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν για πάντα. Και αυτό μπορεί να το διακρίνει έντονα στην Ελλάδα, γιατί η παιδεία είναι κομματική, η κοινωνική μόρφωση κομματική και δεν υπάρχει σωστός προγραμματισμός για την ανάπτυξη του πνεύματος».

Του Έλληνα του λείπει η αίσθηση των «μεγεθών» και των «αναλογιών», ή διαφορετικά δεν έχει καμία αίσθηση του «χώρου» και της χρήσης του, της αισθητικής του. Η Αθήνα έχει μετατραπεί σε «χώρο», ο ίδιος παντού, μια τεράστια αλάνα προς ίδια χρήση, προς ίδιον όφελος. Όλοι και όλα πρέπει να είναι τα ίδια. Όλα αυτά συνιστούν μια τεράστια αδυναμία του να σχεδιάσει το παραμικρό. Αυτό τον απαλλάσσει και από το ηθικό βάρος τού να σέβεται τους άλλους. Η μιζέρια και η ασχήμια επιτίθενται βάναυσα σε ό,τι έχει σχέση με το κάλλος και την αισθητική. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εξευτελιστικό για τον άνθρωπο από το να τον φυλακίσεις σε μια μίζερη ζωή. Όμως έτσι μπορείς να τον ταπεινώσεις και να τον συνηθίσεις στην υποταγή και τη σιωπή.

Η Αθήνα, στο πλαίσιο μιας γενικότερης ηθικολογικής αλλά και συνειδησιακής προσέγγισης, εκπέμπει μια εικόνα «επιβίωσης». Δεν προσαρμόζεται στις διεθνείς εξελίξεις, απλώς επιχειρεί, όπως και η χώρα, να επιβιώσει όπως όπως. Και όταν έρχεται η στιγμή της σύγκρισης, η επικρατούσα, για τους πολλούς, άποψη είναι «σε όποιον αρέσουμε». Για τούτο και επιλέγουν τη λήθη, δεν «βλέπουν», απλώς κοιτάζουν.

Κάποιος Ευρωπαίος θα αναφωνούσε: «Καλά, οι κάτοικοι αυτής της πόλης δεν αρθρώνουν μια λέξη διαμαρτυρίας; Στο εξωτερικό οι πολίτες θα προσέφευγαν στη δικαιοσύνη. Οι πράξεις των διοικούντων δεν τους κυνηγούν; Δεν ντρέπονται οι πολίτες που τους επιβάλλουν ως κανονικότητα την ασχήμια, τη μιζέρια και την εγκατάλειψη αυτής της πόλης;».

Η Αθήνα που έχει οδηγηθεί στην απαξίωση και τη μιζέρια είναι μια πόλη που πρώτα ερήμωσε ηθικά. Πολύ προτού ερημώσει οικονομικά, παραδόθηκε στην επικράτεια του κυνισμού που τη μετέτρεψε σ’ ένα μικροχώραφο κοινωνικής αδιαφορίας. Άραγε ποια είναι η συλλογική συνείδηση του «πνευματικού κόσμου», ο οποίος φέρει και τον χαρακτηρισμό του «προοδευτικού», που καταδικάζει στη σιωπή τις κραυγές που βγάζει μια θλιβερή και απαξιωμένη, στους κατοίκους της, (κραυγές στους κατοίκους; Απαξιωμένη από τους κατοίκους?) Αθήνα; Γιατί άραγε αυτή η «πνευματικότητα» και «προοδευτικότητα» δεν παράγει και το αντίστοιχο έργο; Γιατί το θέμα της Αθήνας, του ερειπωμένου κέντρου της με τις πολλές «μαύρες τρύπες» δεν αποτελεί συχνό θέμα του τύπου και των καναλιών; Γιατί «κοινωνία» και «πολιτικοί» αποδέχονται μια πραγματικότητα που παραπέμπει σε πόλεις του Τρίτου, του Τέταρτου Κόσμου; Γιατί οι κάτοικοι αποδέχονται τη μιζέρια της πόλης και έχουν γίνει απαθείς;

Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Θεάτρου): Η Αθήνα στα πλαίσια μιας γενικότερης ηθικολογικής και συνειδησιακής προσέγγισης εκπέμπει μια εικόνα «επιβίωσης». Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος
Όπου και να ταξιδέψω η Αθήνα με πληγώνει Facebook Twitter
Κέντρο Αθήνας (Οδός Ευριπίδου): Το 20026 η Αθήνα φαίνεται να μην μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν της που είναι περισσότερο Ανατολή και πολύ λιγότερο Δύση. Φωτ.: Στέλιος Βαρβαρέσος

Η Αθήνα κουβαλάει, ακόμα, στο χιλιόχρονο σαρκίο της τις νοοτροπίες ενός μεγάλου χωριού της Ανατολής και απευθύνεται σε «απαθείς, κουρασμένους κατοίκους». «Απάθεια και Ανοχή» εμποτίζουν, σήμερα, την ελληνική κοινωνία και αποτελούν έκφραση της «δραματικής κοινωνικής παρακμής και της χαμηλής κατά κεφαλήν καλλιέργειας του Έλληνα» (Γιανναράς 2009).

Η πόλη, για να βρει τη χαμένη της αξιοπρέπεια, θα πρέπει να αρχίσει να λειτουργεί ως κοινωνική μηχανή και όχι ως «τουριστικός θύλακας». Θα πρέπει να παράγει, να αποκτήσει προοπτική, να αποκτήσει το αίσθημα χρονικής διάρκειας που ενσωματώνει την παιδεία, τον πολιτισμό, την παράδοση, το χιλιόχρονο παρελθόν της. Μόνον έτσι πολίτες, πολιτικοί και τοπικοί άρχοντες θα αποκτήσουν το αίσθημα της «ευθύνης» απέναντι στο βαρύ παρελθόν της πόλης και τις αξίες της. Ο επανασχεδιασμός της Αθήνας είναι, ίσως, και ένας τρόπος να εξοφλήσουμε ένα εσωτερικό χρέος απέναντι στους εαυτούς μας. Εάν δεν βρεθούν τρόποι, η Αθήνα θα συνεχίζει να βουλιάζει στη μιζέρια και την ασχήμια της, να λειτουργεί με «θύλακες» και να αποκλίνει, ακόμα περισσότερο, προς τα ανατολικά άκρα της Περιφέρειας.

Ο Στέλιος Βαρβαρέσος είναι καθηγητής Τουρισμού

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

To χάος που λέγεται Αθήνα έχει μέχρι το 2030 για να αλλάξει

H κατάσταση των πραγμάτων / To χάος που λέγεται Αθήνα έχει μέχρι το 2030 για να αλλάξει

Είναι η «κυκλική Αθήνα» το επόμενο μεγάλο project; Η πόλη που φλέγεται από τους καύσωνες έχει πλέον διορία μέχρι το 2030 για να γίνει κλιματικά ουδέτερη. Η αρχιτέκτων μηχανικός Μαργαρίτα Καραβασίλη και πρώτη γενική επιθεωρήτρια Περιβάλλοντος μιλά για την απόσταση που χωρίζει τις πολιτικές εξαγγελίες από τον κάδο της γειτονιάς μας.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Χίβα: Αναζητώντας τους Δρόμους του Μεταξιού

Ταξίδια / Ένα ταξίδι στο Ουζμπεκιστάν των παλατιών και των ερειπωμένων προμαχώνων

Οι έμποροι τρώνε γίδα βραστή για πρωινό, οι γυναίκες μοιάζουν με μικρά ουράνια τόξα, ενώ τιρκουάζ τρούλοι υψώνονται προς τον ουρανό. Εκεί, απ' όπου κάποτε περνούσε ο Δρόμος του Μεταξιού, η ζωή κυλάει ήσυχα.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ
Ταξίδι στο Λάμου της Κένυας, το «Κατμαντού της Αφρικής»

Ταξίδια / Ταξίδι στο Λάμου της Κένυας, το «Κατμαντού της Αφρικής»

Ο παράδεισος των χίπις στα '70s είναι μια αραβική πόλη ριζωμένη στην Αφρική, ένας μυθικός τόπος, όπου μπορεί ο επισκέπτης, ακόμα κι αν δεν έχει μεγάλη φαντασία, να νιώσει κάτι από το άρωμα της Σεχραζάντ.
ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Νησιά στο κόκκινο: Οι βιολογικοί καθαρισμοί στα όριά τους

Ρεπορτάζ / Νησιά στο κόκκινο: Οι βιολογικοί καθαρισμοί στα όριά τους

Τι καταλήγει, τελικά, στη θάλασσα όταν ο υπερτουρισμός, τα προβληματικά δίκτυα των αστικών λυμάτων και η έλλειψη τεχνικού προσωπικού στους μικρούς νησιωτικούς δήμους πιέζουν τις υποδομές αυτές;
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Αριστερά και δεξιά: Ποιος θυμάται πια τι σημαίνουν;

Οπτική Γωνία / Αριστερά και δεξιά: Ποιος θυμάται πια τι σημαίνουν;

Οι παλιές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές, ο λαϊκισμός και η νέα πολιτική γεωγραφία. Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος και ο πολιτικός επιστήμονας Κωνσταντίνος Σαραβάκος αναλύουν τι σημαίνει σήμερα να είσαι αριστερός ή δεξιός.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Στο τραπέζι λύση για το Σινά;

Ρεπορτάζ / Το θολό και δύσκολο μέλλον της Μονής Σινά

Μια λύση με επώδυνους όρους αλλά και κρίσιμες εγγυήσεις βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την Ιερά Μονή του Σινά, μετά τα δυσμενή δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
«Μ’ αγαπάει ή όχι;»: Γιατί ρωτάμε το ChatGPT για τις σχέσεις μας

Οπτική Γωνία / Μ’ αγαπ(AI) δεν μ' αγαπ(ΑΙ); Γιατί ρωτάμε το ChatGPT για τις σχέσεις μας

Γιατί εμπιστευόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη για τα πιο προσωπικά μας ζητήματα; Τι αναζητούμε πραγματικά όταν τη ρωτάμε αν ταιριάζουμε με τους συντρόφους μας ή αν η σχέση μας έχει μέλλον; Η ψυχολόγος Αντιγόνη Γινοπούλου απαντά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Σκοντάφτοντας στον δρόμο προς το αυθεντικό: Η Gen Z και τα πανηγύρια

Ιλεκτρίσιτυ / Γιατί η Gen Z γλεντά με τους παππούδες της στα πανηγύρια;

Νέοι τρόποι προσέγγισης της μουσικής, νέοι χοροί, νέες ιδέες περί ξεφαντώματος, διαφορετικές διαγενεακές και έμφυλες σχέσεις τέμνονται σε κάτι που δεν είναι ακριβώς το παραδοσιακό πανηγύρι, αλλά αναπτύσσει και αναζωογονεί αυτή την πολιτισμική μορφή.
ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ