ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ η ιστορία μιας ποδοσφαιρίστριας που δεν ήθελε να μπει τέρμα. Που ήρθε στην Αθήνα για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό της, δηλαδή να επιστρέψει στον τόπο της και να παίξει στην αγαπημένη της ομάδα.
Η Μαρία Πετροπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βυτίνα Αρκαδίας. Από πολύ μικρή κατάλαβε ότι η μεγάλη της αγάπη ήταν το ποδόσφαιρο. Η ίδια θυμάται να κλoτσά μια μπάλα στην αυλή της. Μετά ήρθε η πλατεία, το προαύλιο του σχολείου. Όπως εξηγεί, αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να ασχοληθεί με το άθλημα, καθώς τότε δεν υπήρχαν ακαδημίες ποδοσφαίρου για κορίτσια στην περιοχή.
Όταν δεν έπαιζε ποδόσφαιρο, της άρεσε να παίρνει τα βουνά με τους δικούς της. «Το χωριό μου βρίσκεται στους πρόποδες του Μαινάλου, επομένως το να αγαπήσω το βουνό, το κρύο και τον χειμώνα ήταν αναπόφευκτο. Οι πιο δυνατές μου αναμνήσεις ήταν από αυτή την εποχή – και το φθινόπωρο. Οι εναλλαγές της φύσης και των τοπίων, τα φύλλα που κιτρινίζουν, το άναμμα του τζακιού: αυτές είναι στιγμές που μου έχουν μείνει», εξηγεί η ίδια.
«Ο πρώτος χρόνος στην Τρίπολη ήταν αναγνωριστικός. Αισθανόμουν σαν τουρίστας στην πόλη μου. Ήταν όμως η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσα να πάρω. Οι πιο χαλαροί ρυθμοί της επαρχίας, η ζωή χωρίς τα άγχη της Αθήνας, οι κοντινές αποστάσεις, με ηρέμησαν πολύ ως άνθρωπο».
Στα 17 της γράφτηκε στην πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα που φτιάχτηκε στην περιοχή, στον Άρη Τρίπολης. «Όταν με ρώτησαν τι θέση παίζω, τους είπα “τα πάντα, εκτός από τερματοφύλακας”. Τελικά, με έβαλαν από την πρώτη προπόνηση κάτω από τα δοκάρια και δεν ξαναβγήκα ποτέ», λέει γελώντας.
Έμεινε εκεί μόνο για έναν χρόνο, καθώς έπρεπε να φύγει για την Αθήνα, να σπουδάσει αθλητική δημοσιογραφία. Παράτησε εντελώς το ποδόσφαιρο, γιατί δεν μπορούσε να τα συνδυάσει. Το έπιασε ξανά στα 24. Ξεκίνησε από τα Βριλήσσια, ύστερα πήρε μεταγραφή στον Οδυσσέα Μοσχάτου και τον Ιανουάριο του 2023 συνέχισε στον Παναθηναϊκό.
Κι ενώ όλα έδειχναν ότι είχε μια στρωμένη ζωή στην πρωτεύουσα, με τη δουλειά της και το ποδόσφαιρο, έναν χρόνο αργότερα αποφάσισε να τα αφήσει όλα πίσω της και να επιστρέψει στον τόπο της, την Τρίπολη. Ο λόγος ήταν ο Αστέρας.
Η ζωή της άλλαξε άρδην. «Το να συνδυάζω ποδόσφαιρο και δημοσιογραφία ήταν πολύ δύσκολο, από άποψη χρόνου. Η δημοσιογραφία είναι ένα επάγγελμα που δεν έχει ωράριο συγκεκριμένο και από την άλλη, όταν ασχολείσαι σε πιο επαγγελματικό επίπεδο με το ποδόσφαιρο –όσο είναι δυνατό να συμβεί αυτό στην Ελλάδα–, έχεις κάποιες υποχρεώσεις και πρέπει να αφιερώσεις κι εκεί αρκετό χρόνο, στις προπονήσεις», σημειώνει η Μαρία.
«Η καθημερινότητά μου στην Αθήνα ήταν δύσκολη. Έφευγα από το σπίτι στις 9 το πρωί, πήγαινα για δουλειά. Ήμουν όλη μέρα στους δρόμους, στο γραφείο, στα γήπεδα και το βράδυ έπρεπε να πάω για προπόνηση, οπότε γυρνούσα στο σπίτι μετά τις 12. Ήταν όμως και πολύ όμορφο, ειδικά όταν έπρεπε να πάρεις κάποια συνέντευξη, γιατί το ζεις κι εσύ ο ίδιος από την πλευρά του αθλητή».
Γυρνώντας πίσω στον τόπο της, διαπίστωσε ότι πολλά είχαν αλλάξει. «Ο πρώτος χρόνος ήταν αναγνωριστικός. Αισθανόμουν σαν τουρίστας στην πόλη μου. Ήταν όμως η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσα να πάρω. Αυτοί οι πιο χαλαροί ρυθμοί της επαρχίας, η ζωή χωρίς τα άγχη της Αθήνας, οι κοντινές αποστάσεις, το να ξεφύγεις και να μπορείς να βρεθείς ανά πάσα στιγμή για έναν καφέ σε ένα διπλανό χωριό με ηρέμησαν πολύ ως άνθρωπο».
Την Τρίπολη την αγαπά. «Το ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί σαν εμένα, κι άλλοι που τη μισούν για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Είναι πάρα πολύ ήρεμη η ζωή, γι’ αυτό εξαρτάται από το τι θέλει ο καθένας. Σε άλλους αρέσει να ζουν εδώ με αυτή την ηρεμία και άλλοι θέλουν να φύγουν αναζητώντας “ζωντάνια”», λέει.
Όταν βρίσκει χρόνο, παίρνει το αυτοκίνητο και πηγαίνει στο χωριό της, όπου ζουν οι δικοί της. Κάνει πεζοπορίες, βόλτες με τα άλογα και γενικότερα εξερευνά έναν τόπο με τρομερή ιστορία –μην ξεχνάμε ότι εκεί βρισκόταν ένα από τα στρατηγικά κέντρα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821–, θρησκευτική παράδοση με πολύ παλιές εκκλησίες και μοναστήρια, αλλά και φανταστική τοπική κουζίνα.
Το να φορά τη φανέλα του Αστέρα Τρίπολης είναι κάτι που τη γεμίζει χαρά και περηφάνια. «Για μένα, ο Αστέρας στο ποδόσφαιρο γυναικών είναι μία από τις καλύτερες ομάδες στην Ελλάδα από άποψη παροχών στις αθλήτριες. Από τη στιγμή που έχω ζήσει τελικό Κυπέλλου, Europa League κι άλλες τέτοιες στιγμές ως φίλαθλη και ξαφνικά βρίσκομαι να φοράω το σήμα της ομάδας της πόλης στην οποία μεγάλωσα, δηλαδή να παίζω ποδόσφαιρο στην Τρίπολη, το “νιώθω” λίγο παραπάνω», σημειώνει η Μαρία.
«Δεν είναι μόνο ότι είμαι επαγγελματίας και παίζω σε μια ομάδα, μπαίνει και το συναίσθημα. Θες να προσφέρεις κι εσύ ανάλογες στιγμές στον κόσμο, όπως κάναμε πέρσι με τον Τελικό Κυπέλλου. Ο κόσμος της Τρίπολης μας υποστηρίζει, έρχεται στο γήπεδο, παρακολουθεί παιχνίδια, μας βλέπει έξω στον δρόμο, ρωτάνε για την ομάδα, κάτι που δεν το συναντάς εύκολα παντού».
Η ζωή στην Τρίπολη της αρέσει πολύ, ωστόσο ξέρει ότι αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει στη μεγαλούπολη. «Το να επιστρέψω στην Αθήνα για μένα είναι μια απόφαση, αυτό που λένε “μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα”. Μου έχει περάσει η σκέψη να μείνω στην επαρχία για τον τρόπο ζωής και την καθημερινότητα, αλλά, από την άλλη μεριά, αγαπώ πολύ το επάγγελμά μου, την αθλητική δημοσιογραφία, και θα επιστρέψω στην Αθήνα για να το συνεχίσω».
Νιώθει πάντως ευγνώμων για την απόφαση που πήρε πριν από μερικά χρόνια να τα παρατήσει όλα και να ξεκινήσει μια νέα ζωή εκεί. «Αν μπορείς να κάνεις αυτό που αγαπάς μακριά από την Αθήνα, θα σου έλεγα να φύγεις χωρίς δεύτερη σκέψη», καταλήγει.