Γενικά δεν μου αρέσει η ανατολή του ηλίου. Ίσως φταίει ότι την έχω συνδυάσει με μερικές από τις πιο δυσάρεστες εμπειρίες της ζωής μου, ίσως φταίει ότι θυμάμαι το πόσο εξαντλημένος ένιωθα όταν, φοιτητής ακόμη, περίμενα να περάσει το λεωφορείο μετά από ξενύχτι για να γυρίσω σπίτι μου. Δεν μου άρεσε να κάθομαι εγώ μισοκοιμισμένος και απέναντι να βρίσκεται ένας πολύ μεγαλύτερος άνθρωπος που ήταν κι αυτός νυσταγμένος, όχι όμως επειδή βγήκε το προηγούμενο βράδυ στα κλαμπ, αλλά επειδή έπρεπε να ξυπνήσει αχάραγα για να πάει στη δουλειά του. Αυτό με έκανε να νιώθω ντροπή.
Το πρωί της Κυριακής, όμως, όλως παραδόξως, δεν ένιωσα έτσι. Το ξυπνητήρι μού χτύπησε στις 6 παρά 10 το πρωί. Στην Κωνσταντινούπολη δεν είχε απλώς ξημερώσει· ο ήλιος είχε βγει για τα καλά και με χτυπούσε κατακούτελα καθώς περπατούσα προς την πλατεία Ταξίμ από το διαμέρισμά μου. Όλη η πλατεία και οι γύρω δρόμοι ήταν σχετικά ήσυχοι. Το μόνο που άκουγα ήταν οι κόρνες των αυτοκινήτων (οι οποίες δεν σταματούν πραγματικά ποτέ στην Πόλη), και τα τραγούδια μερικών μεθυσμένων περαστικών, που τους κρατούσαν οι φίλοι τους για να μην πέσουν κάτω.
Η διαδρομή μου ήταν πολύ συγκεκριμένη. Έπρεπε να κατέβω όλον τον πεζόδρομο από την πλατεία Ταξίμ μέχρι τη Γέφυρα του Γαλατά (που ήταν γεμάτος με χιλιάδες σημαίες της Γαλατασαράι, η οποία πριν από μερικές εβδομάδες κέρδισε το 26ο Πρωτάθλημα Τουρκίας) και να πάρω το φέρι προς το Ουσκουντάρ. Εκεί θα παρακολουθούσα τον πρώτο αγώνα της Εθνικής Τουρκίας κόντρα στην Αυστραλία για το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Οι Τούρκοι πήγαιναν μόνο για τη νίκη. Το ματς, όμως, δεν εξελίχθηκε καλά γι' αυτούς, καθώς η Αυστραλία άνοιξε πρώτη το σκορ. Μεγάλη απογοήτευση στο κοινό που έβλεπε το ματς από τη γιγαντοοθόνη.
Όλοι στην Κωνσταντινούπολη ζούσαν γι’ αυτό το ματς, καθώς είναι το πρώτο μετά από εκείνη την απίστευτη πορεία μέχρι τα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 στα γήπεδα της Κορέας και της Ιαπωνίας, στην ακριβώς απέναντι πλευρά του πλανήτη.
Στη Γέφυρα του Γαλατά (ένα από τα πιο ξακουστά αξιοθέατα της πόλης), οι ψαράδες είχαν στηθεί ήδη, έχοντας ρίξει την πετονιά με το δόλωμα στα νερά του Βοσπόρου, και περίμεναν μέχρι να τσιμπήσει το πρώτο ψάρι, μια διαδικασία που μπορεί να πάρει από λεπτά μέχρι ώρες και πάντα με έκανε να αναρωτιέμαι πώς γίνεται να έχουν τόση υπομονή.
Κάτι τέτοιες στιγμές θυμάμαι τον πατέρα μου, με τον οποίο κάθε άνοιξη πηγαίναμε στο ποτάμι δίπλα στο χωριό για ψάρεμα και κάθε φορά που απογοητευόμασταν με τον αδελφό μου μάς έλεγε ότι για να έρθει το καλό ψάρι, θα πρέπει να περιμένουμε. Σε μας δεν ξέρω αν ερχόταν, εκείνος όμως πάντα τα κατάφερνε, και όχι μόνο στο ψάρεμα – πάντα τον θαύμαζα γι’ αυτό.
Αυτήν τη φορά, όμως, ένιωσα ότι οι ψαράδες δεν είχαν τον νου τους μόνο στο ψάρεμα, κι αυτό γιατί περίμεναν να ξεκινήσει το παιχνίδι, που θα το παρακολουθούσαν στο κινητό τους ή στο ραδιόφωνο. Στον σταθμό του Eμίνονου, τα πράγματα ήταν πολύ ήρεμα. Λίγοι επιβάτες περιμέναμε το επόμενο πλοίο. Καμία σχέση με τον πανικό που επικρατεί μέσα στη μέρα.
Η διαδρομή με το φεριμπότ μέσα στα νερά του Βοσπόρου είναι από τις εμπειρίες που πρέπει να ζήσει κάθε άνθρωπος έστω μία φορά στη ζωή του. Η θέα της Κωνσταντινούπολης, ο φρέσκος αέρας της θάλασσας, οι φωνές των γλάρων που ακολουθούν τα πλοία για παρέα ή για να τους δώσουν φαγητό, και τα βλέμματα των ανθρώπων που κοιτάνε τη θάλασσα. Όπως κοιτούν τη θάλασσα, δεν κοιτούν τίποτα άλλο στον κόσμο οι άνθρωποι.
Η βοή του κόσμου και η περιγραφή του speaker που μεταδίδει τον αγώνα γίνεται αισθητή πολύ πριν πιάσουμε λιμάνι στο Σκουτάρι. Χιλιάδες άνθρωποι, παρά το πολύ πρωινό της ώρας, στέκονται όρθιοι και κόντρα στον ήλιο για να δουν την εθνική τους ομάδα. Οι Τούρκοι την αγαπούν πολύ. Και η αγάπη είναι τόσο μεγάλη που κάνει ακόμη και οπαδούς της Φενέρμπαχτσε και της Γαλατασαράι να βλέπουν δίπλα-δίπλα το παιχνίδι, αγκαλιασμένοι, αφήνοντας για 90 λεπτά τις οπαδικές τους αντιπαλότητες στην άκρη.
Οι ελπίδες και οι προσδοκίες των Τούρκων γι’ αυτό το Μουντιάλ είναι πολύ μεγάλες. Με την ομάδα, πλέον, να διαθέτει ποδοσφαιριστές που είναι παγκόσμιοι σταρ, όπως ο Γκιουλέρ και ο Γιλντίζ, ελπίζουν ότι θα παίζουν στα γήπεδα των ΗΠΑ μέχρι αργά τον Ιούλιο. Το παράδοξο είναι πως αυτή είναι μόλις η τρίτη συμμετοχή της Τουρκίας στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Η πρώτη ήταν το μακρινό 1954. Με πρωτεργάτη τον Λεφτέρ Κιουτσουκαντωνιάδη –τον Ρωμιό θρύλο του τουρκικού ποδοσφαίρου που δοξάζεται ως σήμερα στην Τουρκία–, το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας πήρε την πρόκριση στα τελικά του Μουντιάλ. Εκεί, όμως, είχε δύσκολο έργο γιατί έπεσε πάνω στις πανίσχυρες Δυτική Γερμανία και Ουγγαρία. Κατάφερε, όμως, να κερδίσει με 7-0 τη Νότια Κορέα, σημειώνοντας ένα αποτέλεσμα που μνημονεύεται ως σήμερα.
Η δεύτερη ήταν και η σπουδαιότερη. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη μυθική πορεία μέχρι τα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 που ανακόπηκε όταν βρέθηκε μπροστά της η Βραζιλία του Ρονάλντο, του Ριβάλντο, του Καφού, του Ροναλντίνιο και όλων των άλλων σπουδαίων σταρ; Μια πορεία που έκλεισε τελικά με νίκη στον μικρό τελικό κόντρα (ξανά) στη Νότια Κορέα με 2-3. Το παιχνίδι, εκτός όλων των άλλων, έχει μείνει στην ιστορία για το γκολ του Χακάν Σοκούρ μόλις στο 11ο δευτερόλεπτο, που αποτελεί ως σήμερα το γρηγορότερο γκολ στην ιστορία της διοργάνωσης.
Μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες, αυτήν τη φορά η Τουρκία τα κατάφερε να προκριθεί στα τελικά, κερδίζοντας το Κόσοβο εκτός έδρας. Τώρα οι αντίπαλοί της στους ομίλους είναι οι εξής: ΗΠΑ, Αυστραλία και Παραγουάη. Όχι ανέφικτο, όχι απαραίτητα εύκολο. Το πρώτο ματς κόντρα στην Αυστραλία, θα καθόριζε πολλά.
Οι Τούρκοι πήγαιναν μόνο για τη νίκη. Το ματς, όμως, δεν εξελίχθηκε καλά για αυτούς, καθώς η Αυστραλία άνοιξε πρώτη το σκορ. Μεγάλη απογοήτευση στο κοινό που έβλεπε το ματς από τη γιγαντοοθόνη. Τίποτα, όμως, δεν είχε ακόμη χαθεί. Καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, η μπάλα ήταν στα πόδια τους. Ποτέ, όμως, δεν μπήκε στα δίχτυα. Τουναντίον, σε μια αντεπίθεση οι Αυστραλοί, κόντρα στη ροή του αγώνα, έκαναν το 2-0.
Οι Τούρκοι είναι πολύ εκφραστικός λαός. Άλλοι είχαν σκύψει το κεφάλι, άλλοι είχαν κάτσει στο πάτωμα και δεν ήθελαν να βλέπουν καν, άλλοι κάπνιζαν για να συνέλθουν από τη στενοχώρια. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ένα ζευγάρι που μόλις τελείωσε το ματς πήγε προς τη θάλασσα και κοιτούσε τη θέα. Η γυναίκα, κάποια στιγμή, πήρε αγκαλιά τον σύντροφό της, κι εκείνος γύρισε προς την πλευρά της. Καμιά φορά –ίσως πάντα– η αγάπη είναι πάνω από όλα.
Ακριβώς δίπλα, οι ψαράδες είχαν στήσει ήδη τον εξοπλισμό τους για να ξεκινήσουν το ψάρεμα. Ήταν ακόμη 9 το πρωί, είχαν όλη τη μέρα μπροστά τους για να βγάλουν πολλά ψάρια. Στέκονταν όλοι τους ατάραχοι. Πόση υπομονή έχουν αυτοί οι άνθρωποι;