Κυριακή βράδυ, λίγο πριν τις 11, στη Λιβαδειά. Στην οδό Ρούμελης δεν κουνιέται φύλλο. Μόνο μερικά πιτσιρίκια που βρήκαν την ευκαιρία να βγουν στον δρόμο με τα ποδήλατά τους για να κάνουν καμιά κόντρα. Βρισκόμαστε στην άκρη της πόλης. Από εκεί και μετά δεν υπάρχει σπίτι, μόνο ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ και τα ΚΤΕΛ.
Κι αυτά, όμως, έχουν κλείσει. Το μόνο που έχει μείνει και δίνει ακόμη φως στην περιοχή είναι η καντίνα του Χρήστου Σταμούλη. Με το που φτάνω, τον βλέπω να κάθεται σε μια καρέκλα, να τρώει από ένα πλαστικό μπολ ελιές και να βλέπει στην τηλεόραση τον Παναθηναϊκό.
Το ίδιο και οι δυο-τρεις παρέες γύρω του. Μόνο που εκείνοι, αντί για ελιές, τρώνε σουβλάκια. Πρόκειται για ένα από τα πιο διάσημα σουβλατζίδικα της χώρας. Ένα από εκείνα που σίγουρα θα σου προτείνουν να επισκεφτείς, εάν πεις ότι πρόκειται να ταξιδέψεις στη Λιβαδειά.
Πίσω από αυτό βρίσκεται, από την πρώτη μέρα, ο κύριος Χρήστος μαζί με τη σύζυγό του, την κυρία Έλλη. «Το μαγαζί το ανοίξαμε το 1979, Οκτώβριο μήνα. Πρώτα ήταν στο παλιό ΚΤΕΛ που ήταν μέσα στην πόλη. Ήρθαμε εδώ στο καινούργιο το 1998 – σύνολο σαράντα εφτά χρόνια. Ήμουν 21 και τώρα πάω για σύνταξη», λέει βλέποντας ταυτόχρονα το ματς.
«Τα φτιάχνω όλα μόνος μου. Δεν παίρνω ντε και καλά ό,τι δώσουν οι χασάπηδες. Διαλέγουμε μόνοι μας αυτό που μας αρέσει. Κι αυτό είναι που μας κάνει να ξεχωρίζουμε, πιστεύω», λέει ο κύριος Χρήστος.
Η καταγωγή και των δυο τους είναι από τα Άγραφα. Δεν γνωρίστηκαν όμως εκεί, γιατί το χωριό της κυρίας Έλλης το έπνιξε η λίμνη των Κρεμαστών και κατέβηκαν οικογενειακώς στη Λιβαδειά. Η μοίρα τους, λοιπόν, ήταν να συναντηθούν στην Αθήνα. Αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν και αποφάσισαν να φύγουν μαζί για τη Λιβαδειά. Και το κυλικείο που νοίκιασαν στο ΚΤΕΛ πριν από σχεδόν μισή δεκαετία έμελλε να γίνει όλη τους η ζωή.
Είναι όλη μέρα εκεί. Κλείνουν κατά τις 12 τα μεσάνυχτα –τώρα το καλοκαίρι μπορεί να πάει και πιο αργά–, κοιμούνται μερικές ώρες και στις 6 το πρωί είναι πάλι εκεί για τους καφέδες των επιβατών των λεωφορείων. Από τις 12 το μεσημέρι ανάβουν φωτιά για τα σουβλάκια.
Όλα τα φτιάχνει χειροποίητα ο κύριος Χρήστος. Διαλέγει το κρέας προσεκτικά, κυρίως τα μπούτια, βάζει ενδιάμεσα το λιπάκι του –εκεί άλλωστε κρύβεται και όλη η μαγεία του– και το φτάνει μέχρι το τέλος στο καλαμάκι, σε τέτοιο σημείο που δυσκολεύεσαι να το πιάσεις. Αυτό είναι και το μυστικό του.
«Τα φτιάχνω όλα μόνος μου. Δεν παίρνω ντε και καλά ό,τι δώσουν οι χασάπηδες. Διαλέγουμε μόνοι μας αυτό που μας αρέσει. Κι αυτό είναι που μας κάνει να ξεχωρίζουμε, πιστεύω». Είναι μια τέχνη που τείνει να χαθεί, κατά τον ίδιο. Αυτό τον θλίβει, καθώς έτσι φθίνει ο μύθος της πόλης σχετικά με τα ξακουστά της σουβλάκια. Ένας μύθος που δεν προέκυψε μόνο λόγω της ποιότητας των κρεάτων αλλά και λόγω του ότι κάποτε η Λιβαδειά ήταν το κέντρο της Στερεάς Ελλάδας, από το οποίο περνούσαν όλοι.
«Η Λιβαδειά δεν είναι όπως κάποτε. Έχει γεμίσει με ετοιματζίδικα σουβλάκια. Πάνε οι παλιές εποχές που όλη η πόλη ήταν γεμάτη με μαγαζιά σαν το δικό μας. Πρέπει να είμαι ο τελευταίος. Τους το έχω πει στον σύλλογο, αλλά δεν με ακούνε», συμπληρώνει ο κύριος Χρήστος.
Αυτό που το κάνει επίσης να ξεχωρίζει είναι ότι, όσο παράξενο και να ακούγεται, είναι ένα πολύ απλό μαγαζί. Ξέρεις ότι θα το επισκεφτείς για να φας πολύ συγκεκριμένα πράγματα.
Έχει απλά τραπέζια, χωρίς πολλές πολυτέλειες, με παγωμένα ποτήρια για να βάλεις την μπίρα ή το αναψυκτικό σου, ένα χάρτινο κουτάκι που μέσα του θα βρεις από πιαστράκια για τα τραπεζομάντιλα μέχρι πλαστικά καλαμάκια, μια μικρή τηλεόραση. Και κουβέντα. Γιατί αν είναι να βγεις έξω να φας, πρέπει να είσαι έτοιμος για κουβέντα, είτε είσαι μόνος σου είτε με παρέα.
Απόψε το βράδυ είναι πιο ήρεμο γιατί είχε ποδόσφαιρο στην άλλη πλευρά της πόλης. Η τοπική ομάδα, ο Λεβαδειακός, ο οποίος την περσινή σεζόν έκανε πράματα και θάματα, φτάνοντας μια ανάσα από την έξοδό του στην Ευρώπη, αγωνίστηκε κόντρα στον Παναιτωλικό, την ομάδα του Αγρινίου – μια περιοχή που φημίζεται επίσης για τα εξαιρετικά της κρέατα.
«Σήμερα είναι καλά, ήμερα. Πού να έρθεις καμιά άλλη μέρα. Δεν βρίσκεις καρέκλα να κάτσεις», μας λέει. Στο μαγαζί απόψε μαζί του είναι η κόρη του, η Σταυρούλα, η δεύτερη γενιά. Και από πίσω, ο εγγονός, ο οποίος πέρασε για μια στιγμή λίγο προτού κλείσουν. Είχε κουραστεί από το πολύ ποδήλατο και ήθελε να πιει μια σόδα.
Ο παππούς, όμως, είχε προνοήσει. Του είχε φτιάξει μπριζόλα. Την είχε βάλει σε πιρέξ που είχε αφήσει δίπλα στη φωτιά για να κρατάει θερμοκρασία. Ο μικρός, λέει ο κύριος Χρήστος με περηφάνια, παίζει στις ακαδημίες του Λεβαδειακού και ελπίζει ότι όταν μεγαλώσει θα αγωνιστεί στην πρώτη ομάδα. Και να μην το κάνει, όμως, το μαγαζί του παππού και της γιαγιάς τον περιμένει.
Ο αγώνας στην τηλεόραση τελειώνει και οι τελευταίοι πελάτες φεύγουν. Μαζί κι εγώ. Ο κύριος Χρήστος, επειδή με βλέπει που είμαι μόνος μου, προτίθεται να με πάει με το αυτοκίνητό του στο ξενοδοχείο, για να μην κάνω όλη τη διαδρομή με τα πόδια και μέσα στο σκοτάδι, κι ας τον βγάζω από τον δρόμο του. Έχουν περάσει τα μεσάνυχτα. Λίγες ώρες ύπνο και μετά πάλι στο μαγαζί. Έχει να φτιάξει τα σουβλάκια για την επόμενη μέρα.