ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΦΥΛΑΧΤΑ καλοκαιριού που πέρασε ή και με τάματα στην «αμεριμνησία των μελτεμιών του». Είναι σαν να συλλέγεις ιδιαίτερα, καλαίσθητα βότσαλα, και να τα κρατάς βρεγμένα για να συντηρείται η ομορφιά τους, επτασφράγιστα στη γυάλα της μνήμης. Γιατί, όσα δεν είναι παρόν, είναι μνήμη που διαγράφει και το μέλλον. Γιατί η μνήμη, ή αλλιώς η νοσταλγία, είναι μια ευχή για το μέλλον, κάτι που ποθούμε να ζήσουμε ξανά και να χαρούμε τη νοστιμιά της, την επιστροφή της, το νόστιμον ήμαρ. Ειδικά αυτά τα εδέσματα τα οποία έχουν γεύση που μένει για πάντα στα χείλη και στον ουρανίσκο: φούσκες ωμές ή σπινιάλο, αθερινόπιτα, πατελιοκεφτέδες, θαλάσσιες ανεμώνες τηγανητές.
Πώς μπορεί ένα λιλιπούτειο ψαράκι να έχει τόσο μεγάλη χάρη στον νου των νησιωτών; Πάντα θεωρούσαν την αθερίνα ή αθερινό εξαιρετικό μεζέ, αλλά πολύ σπάνια περίσσευε για να τον φέρουν πίσω στο σπίτι ή στο καφενείο για να τον απολαύσουν με το ούζο τους.
Οι θαλασσόπετρες της Μεσογείου παίρνουν στα μάτια μας μεταφυσικές διαστάσεις, από τα «αναμαλλιασμένα» βότσαλα των ακτών της Σαρδηνίας που μεταγγίζουν τη θαλασσινή γεύση τους στην πιο ιδιαίτερη μακαρονάδα μέχρι τα «αενάως μοντέρνα» κυκλαδικά ειδώλια του Αιγαίου. Αλλά αυτές οι «πέτρες» κρύβουν στην καρδιά τους έναν χρυσοπόρφυρο θησαυρό που πρέπει να τις ανοίξεις με μια εγκάρσια μαχαιριά για να τον αντικρίσεις και να τον γευτείς.
Κόβονται με το μαχαίρι οι πέτρες; Αυτές ναι, γιατί δεν είναι ακριβώς πέτρες. Οι φούσκες μοιάζουν με τραγάνες των ψαρόθροφων βυθών και μπλέκουν στα δίχτυα όπως και εκείνες. Μόνο που οι ψαράδες δεν τις θρυμματίζουν και τις πετάνε όταν νετάρουν τα δίχτυα τους, αλλά τις ξεψαρίζουν και τις βάζουν στη μεριά της καλής ψαριάς.
Οι φούσκες χωρίζονται σε δύο ημισφαίρια για να αποκαλυφθεί η χρυσοκοραλλένια σάρκα τους, προσφέρονται μέσα στο μαλακό όστρακό τους και τρώγονται ωμές, μόνο με μερικές στάξεις χυμό λεμονιού. Η έντονα θαλασσινή, ιωδιούχα γεύση τους είναι μέτρο νησιωτικότητας, ιδιαιτέρως αν δεν είναι φρέσκες αλλά «σπινιάλο», απαλλαγμένη, δηλαδή, η σάρκα τους από το όστρακο και διατηρημένη σε φιάλες γεμάτες με θαλασσινό νερό. Αυτή είναι μια ευρεσιτεχνία των σφουγγαράδων από την Κάλυμνο, οι οποίοι, καθώς τρυγούσαν τους βυθούς της Μπαρμπαριάς, μάζευαν εκτός από σφουγγάρια και πίνες και φούσκες.
Και με τον πιο αρχέγονο τρόπο συντήρησης που είχαν καταγεγραμμένο στα χρωμοσώματά τους έκαναν τις πίνες «σπινιάλο» και τις φούσκες «φουσκόαλο», γεμίζοντας με τη σάρκα τους τις άδειες μποτίλιες ρετσίνα που στο μεταξύ είχαν πιει, σφραγίζοντάς τες με φελλό δεμένο με αρμίδι. Τώρα ξεχάστηκε το φουσκόαλο και εκεί που συνεχίζουν την παράδοση των σφουγγαράδων, στην Κάλυμνο και τη Λέρο, το λένε σπινιάλο.
Πώς μπορεί ένα λιλιπούτειο ψαράκι να έχει τόσο μεγάλη χάρη στον νου των νησιωτών; Κι όχι μόνο για έναν λόγο. Ο βασικός είναι γιατί θεωρούν την αθερίνα –τον αθερινό, όπως το λένε εκείνοι– το καλύτερο δόλωμα για τις ημερήσιες καλάδες των παραγαδιών, τα βαθιά ψαρέματα με καθετή ή και τα ρηχά από στεριάς. Ο άλλος λόγος έχει να κάνει με τον βασικό. Πάντα θεωρούσαν τον αθερινό εξαιρετικό μεζέ, αλλά πολύ σπάνια περίσσευε για να τον φέρουν πίσω στο σπίτι ή στο καφενείο για να τον απολαύσουν με το ούζο τους. Αν καμιά φορά τύχαινε να ζώσουν με το μικρόματο δίχτυ τους τον τροφαντό «λιβαΐτη» αθερινό και εκείνο να φορτώσει ψαράκια, τότε η ψαριά γινόταν, εκτός από αποδοτική, απολαυστική και για τους ίδιους.
Δεν τον πουλούσαν αλλά τον κρατούσαν για τον εαυτό τους και τη συντροφιά τους. Έπλεναν τα ψαράκια χωρίς να τα καθαρίσουν, τα κυλούσαν ολόκληρα στο αλεύρι, τα τηγάνιζαν στο καυτό ελαιόλαδο, και τα έτρωγαν ένα-ένα ως «καπιρό» –που πάει να πει ξεροτηγανισμένο– «σνακ». Αυτό για τις παρέες στο καφενείο, γιατί στο σπίτι, καμιά φορά, άφηναν τα ψαράκια κολλημένα με την «κόλλα» του αλευριού να τηγανίζονται, και τα γύριζαν όλα μαζί σαν πίτα. Σε κάθε περίπτωση, ο χυμός του λεμονιού αποτελεί προστιθέμενη νοστιμιά.
Από τα πλέον φανερά μυστήρια της ακρογιαλιάς, οι πεταλίδες είναι προσιτές (την εποχή που επιτρέπεται η συλλογή τους σε περιορισμένο αριθμό) σε όλους όσοι μπορούν να περπατούν στα κοφτερά βράχια και να χειρίζονται μυτερό μαχαίρι. Αρκεί να βρεθούν στους αφρολουσμένους τόπους τους. Η πιο οικεία θαλασσινή γεύση ακουμπά στον ουρανίσκο ως έχει, φυσική, επί τόπου, χωρίς καμιά επεξεργασία. Βγάζεις τη μια πεταλίδα με το κέλυφος της άλλης και απολαμβάνεις τη γεύση του πελάγους. Αυτή είναι η πιο αρχέγονη γευστική εμπειρία που μπορεί να έχει κανείς μόλις προσεγγίσει την ακρογιαλιά, αλλά μπορεί να γίνει και πιο σύνθετη: να γίνουν πατελιοκεφτέδες με τον τρόπο της Λέλας από το τέρμα της Άγονης Γραμμής.
Βράζει «μόνο-μόνο» τις πεταλίδες για να αποκολληθούν από το όστρακό τους. Βάζει τη σάρκα τους ολόκληρη σε βαθύ σκεύος και μέσα σε αυτό ψιλοκόβει κρεμμύδι και ντομάτα φρέσκια. Προσθέτει πολύ λίγο αλάτι, πιπέρι και αρκετό κύμινο, καθώς και φρέσκο μαϊντανό, και αλεύρι όσο χρειαστεί, με λίγο νερό για να ενωθούν τα υλικά σε έναν στέρεο χυλό, τον οποίο τηγανίζει στο ελαιόλαδο.
Αυτό κι αν είναι μυστήριο της ακρογιαλιάς. Ο ενάλιος κήπος με τις θαλάσσιες ανεμώνες θάλλει σε μια μικρή λογκάδα όπου μπουκάρει εξασθενημένο το κύμα όταν το πέλαγος ησυχάζει. Είναι δύσκολο να τις δει κανείς όταν δεν τις γνωρίζει, αλλά τα κοριτσάνια –οι κολιτσάνοι ή οι αγαλίπες, όπως τις λένε αλλού– είναι εκεί, φωλιασμένα στις κοιλότητες του βράχου, να λικνίζουν τα πλοκάμια τους σε κάθε αναριγή του κύματος. Είναι παράξενο που αυτά τα πλοκάμια με το μενεξεδί χρώμα στην άκρη –που μπορεί να σε τσούξει το άγγιγμά τους–, αν αποκολλήσεις την ανεμώνη από την κοιλότητά της, μαζεύονται και γίνονται μια μικρή μπάλα, έτοιμη να την κυλήσεις στο αλεύρι και μετά να τη βάλεις στο τηγάνι μέχρι να ροδίσει. Τόσο απλά, που αυτό το μαγείρεμα μπορείς να το κάνεις επί τόπου, φτιάχνοντας μια παρανιστιά από ξύλα που έφερε η θάλασσα.