Επιμέλεια Αλεξία Σβώλου
Υπάρχουν κρίσιμα ζητήματα δημόσιας υγείας που παραμένουν αόρατα μέχρι τη στιγμή που αγγίζουν άμεσα τη ζωή ενός ασθενούς. H επάρκεια πλάσματος είναι ένα από αυτά. Για τους περισσότερους, είναι ένας όρος που συνδέεται αόριστα με το αίμα. Για χιλιάδες ασθενείς, όμως, αποτελεί την απαραίτητη πρώτη ύλη για θεραπείες χωρίς τις οποίες η καθημερινότητα, η ασφάλεια ή ακόμη και η ίδια η ζωή τους τίθενται σε κίνδυνο.
Τα φάρμακα που παράγονται από πλάσμα, τα Plasma Derived Medicinal Products ή PDMPs, δεν είναι συμβατικά φάρμακα. Η δραστική τους ουσία προέρχεται από το ανθρώπινο πλάσμα, δηλαδή από το υγρό μέρος του αίματος. Αυτό σημαίνει κάτι κρίσιμο: το πλάσμα δεν μπορεί να παραχθεί τεχνητά σε εργαστήριο. Δεν μπορεί να αντικατασταθεί από μια χημική σύνθεση ούτε να παραχθεί με τον τρόπο που παράγονται πολλά άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η σύνθετη εξίσωση. Αν δεν υπάρχει επαρκής συλλογή πλάσματος, δεν υπάρχει επαρκής παραγωγή φαρμάκων από πλάσμα. Και αν δεν υπάρχει επαρκής παραγωγή, οι ασθενείς που τα χρειάζονται δεν έχουν ασφαλή και συνεχή πρόσβαση στις θεραπείες τους.
Η συζήτηση αφορά ήδη περισσότερους από 1.000.000 ασθενείς στην Ευρώπη με σπάνιες και χρόνιες παθήσεις σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Copenhagen Economics, όπως πρωτοπαθείς και δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες, αιμορροφιλία, ανοσομεσολαβούμενες περιφερικές νευροπάθειες, κληρονομικό αγγειοοίδημα, σύνδρομο Guillain-Barré και νόσο Kawasaki. Αφορά, όμως, δυνητικά και πολύ περισσότερους. Τα φάρμακα από πλάσμα έχουν ολοένα και περισσότερες εφαρμογές στην κοινή ιατρική, από την υποστήριξη καρκινοπαθών και ασθενών μετά από χειρουργεία έως τις μεταμοσχεύσεις, τα εγκαύματα, τα τραύματα και διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα.
Οι αριθμοί δείχνουν την πίεση που δέχονται τα συστήματα υγείας. Η ανάγκη για ανοσοσφαιρίνες αυξάνεται κατά 6,7% σε ετήσια βάση, ενώ η παραγωγή φαρμάκων από πλάσμα είναι μια εξαιρετικά σύνθετη και απαιτητική διαδικασία. Από τη συλλογή μέχρι τη χορήγηση στον ασθενή, η end-to-end παραγωγική αλυσίδα μπορεί να διαρκέσει 7 έως 12 μήνες, όταν για πολλά συμβατικά φάρμακα ο αντίστοιχος χρόνος μπορεί να είναι περίπου ένας μήνας.
Με άλλα λόγια, η επάρκεια σε φάρμακα από πλάσμα δεν είναι ζήτημα μιας απλής πράξης προσφοράς. Είναι ζήτημα οργανωμένης εφοδιαστικής αλυσίδας, υποδομών, πιστοποιήσεων, τεχνογνωσίας, θεσμικού πλαισίου και εμπιστοσύνης.
Αυτό εξηγεί και το ευρωπαϊκό παράδοξο. Η Ευρώπη διαθέτει μερικά από τα πιο προηγμένα συστήματα υγείας στον κόσμο, όμως περίπου το 40% του πλάσματος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή PDMPs στην ΕΕ εισάγεται κάθε χρόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εξάρτηση αυτή δεν είναι απλώς εμπορικό ζήτημα. Είναι ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας.
Η πανδημία λειτούργησε ως καταλύτης. Όταν διαταράχθηκαν οι μεταφορές, όταν περιορίστηκε η κινητικότητα και όταν μειώθηκαν οι δωρεές πλάσματος, μειώθηκε και η διαθεσιμότητα των σχετικών θεραπειών. Γιατροί σε ευρωπαϊκές χώρες βρέθηκαν μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για το πώς θα κατανεμηθούν οι διαθέσιμες ποσότητες φαρμάκων. Αυτό είναι το σημείο όπου η θεωρητική συζήτηση για την επάρκεια γίνεται πρακτικό ερώτημα ζωής: ποιος ασθενής θα λάβει εγκαίρως τη θεραπεία του και ποιος όχι.
Σήμερα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση συλλέγονται περίπου 9,3 εκατ. λίτρα πλάσματος. Το 50% αυτής της ποσότητας προέρχεται από περισσότερα από 190 ιδιωτικά κέντρα συλλογής σε χώρες όπως η Αυστρία, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Γερμανία. Ασθενείς σε ολόκληρη την Ευρώπη βασίζονται στις δωρεές που πραγματοποιούνται σε αυτές τις χώρες. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η ευρωπαϊκή επάρκεια δεν μπορεί να στηρίζεται σε λίγους. Χρειάζεται περισσότερη συλλογή πλάσματος εντός ευρωπαϊκού εδάφους, με σύγχρονους κανόνες, αυστηρή εποπτεία και απόλυτη προτεραιότητα στην ασφάλεια των δοτών και των ασθενών.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να μείνει εκτός αυτής της συζήτησης. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει την έννοια της ανθεκτικότητας στην υγεία, η χώρα έχει την ευκαιρία να συμμετάσχει πιο ουσιαστικά σε μια συλλογική ευρωπαϊκή προσπάθεια. Όχι αποσπασματικά. Όχι αμυντικά. Αλλά με θεσμική σαφήνεια, επιστημονική τεκμηρίωση και σύγχρονη αντίληψη για το πώς οργανώνεται η πρόσβαση σε κρίσιμες θεραπείες.
Η συζήτηση για το πλάσμα είναι τελικά μια συζήτηση για το πώς αντιλαμβανόμαστε την αλληλεγγύη σε ένα σύγχρονο σύστημα υγείας. Όχι μόνο ως ατομική πράξη προσφοράς, αλλά ως οργανωμένη κοινωνική υποδομή. Με κανόνες. Με ασφάλεια. Με διαφάνεια. Με σεβασμό στον δότη. Και με επίκεντρο τον ασθενή.
Η Ευρώπη μιλά σήμερα για στρατηγική αυτονομία στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στην άμυνα και στις κρίσιμες πρώτες ύλες. Η υγεία δεν μπορεί να μένει έξω από αυτή τη συζήτηση. Το πλάσμα είναι μία από τις πιο κρίσιμες, αλλά λιγότερο ορατές, πρώτες ύλες της σύγχρονης ιατρικής.
Η εξίσωση είναι σύνθετη, αλλά δεν είναι άλυτη. Χρειάζεται γνώση αντί για αδράνεια, θεσμική σαφήνεια και εθνική συμμετοχή σε μια ευρωπαϊκή προσπάθεια υψηλής σημασίας.