Η ψυχική υγεία αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία και την οικονομία παγκοσμίως. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2023, περισσότεροι από ένας στους πέντε ανθρώπους στις χώρες του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε. (ποσοστό άνω του 20%) αντιμετώπισαν κάποια ψυχική διαταραχή. Οι συχνότερες καταστάσεις είναι οι αγχώδεις διαταραχές (40% των περιπτώσεων), ακολουθούμενες από τις καταθλιπτικές διαταραχές (20%) και τις διαταραχές χρήσης ουσιών.
Η κατάσταση στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον ΟΟΣΑ
Τα δεδομένα για την Ελλάδα παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη εικόνα σε σχέση με τους μέσους όρους των αναπτυγμένων χωρών. Ο επιπολασμός των ψυχικών διαταραχών στην Ελλάδα εκτιμάται στο 17,4%, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (20,6%) και χωρών όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (27,8%) ή η Ολλανδία (27,1%).
Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει από τις μικρότερες απώλειες στο προσδόκιμο ζωής λόγω ψυχικών νόσων, με την επιβάρυνση να υπολογίζεται σε λιγότερο από έναν μήνα, έναντι του μέσου όρου των 3 μηνών στην Ε.Ε. Στην περίπτωση του προσδόκιμου υγιούς ζωής, η Ελλάδα και η Βουλγαρία εμφανίζουν τις μικρότερες μειώσεις (κάτω από 1,2 έτη), ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι τα 2,5 έτη.
Ωστόσο, η χώρα μας παρουσιάζει μια ανησυχητική πρωτιά στις κοινωνικές ανισότητες. Η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη εκπαιδευτική ανισότητα μεταξύ των ανδρών όσον αφορά τα καταθλιπτικά συμπτώματα, με τους άνδρες χαμηλής εκπαίδευσης να έχουν 41 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν συμπτώματα σε σύγκριση με τους πιο μορφωμένους συμπολίτες τους. Οικονομικά, η ψυχική υγεία επηρεάζει το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά περίπου 1%, ποσοστό μικρότερο από το 1,7% που είναι ο μέσος όρος της Ε.Ε.
Το χάσμα στην πρόσβαση και τα εμπόδια
Παρά την ύπαρξη εθνικών πολιτικών, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ένα τεράστιο χάσμα θεραπείας. Στην Ε.Ε. εκτιμάται ότι σχεδόν τα δύο τρίτα (67,5%) των ατόμων που χρειάζονται φροντίδα ψυχικής υγείας δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες. Το ποσοστό των ανθρώπων που λαμβάνουν θεραπεία είναι μόλις 33%, ενώ στην Ελλάδα η θεραπευτική κάλυψη υπολογίζεται στο 32%.
Τα κυριότερα εμπόδια στην πρόσβαση περιλαμβάνουν:
• Οικονομικούς περιορισμούς: Πολλές θεραπείες απαιτούν άμεσες πληρωμές από τους ασθενείς.
• Οργανωτικά προβλήματα: Σοβαρές ελλείψεις επαγγελματιών και μεγάλες λίστες αναμονής.
• Γεωγραφικούς περιορισμούς: Δυσκολία πρόσβασης σε εξειδικευμένες υπηρεσίες στις αγροτικές περιοχές.
• Στίγμα: Ο φόβος της κοινωνικής περιθωριοποίησης αποτρέπει πολλούς από το να ζητήσουν βοήθεια.
Για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης, ο ΟΟΣΑ προτείνει μια τριμερή στρατηγική:
• Ενίσχυση του σχεδιασμού και της υλοποίησης: επένδυση σε «βέλτιστες πρακτικές» που συνδυάζουν κλινικές υπηρεσίες με εκστρατείες κατά του στίγματος και προγράμματα υποστήριξης από ομοτίμους.
• Διεύρυνση της κάλυψης και των επενδύσεων: η επίτευξη καθολικής πρόσβασης θα απαιτούσε αύξηση των δαπανών για την ψυχική υγεία κατά 41% στην Ε.Ε. Προτείνεται η χρήση ενός μοντέλου «κλιμακωτής φροντίδας» που ξεκινά από την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
• Αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών: οι προσπάθειες της δημόσιας υγείας πρέπει να συμπληρώνονται από κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές που στοχεύουν στην οικονομική ασφάλεια, τη στέγαση και την καταπολέμηση της ανεργίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εφαρμογή παρεμβάσεων σε τρία περιβάλλοντα: την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, τα σχολεία και τους χώρους εργασίας. Η χρήση ψηφιακών εργαλείων και η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) θεωρούνται οικονομικά αποδοτικές λύσεις που μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής και την παραγωγικότητα των πολιτών.