Από τον Λάμπρο Σκουζάκη

 

Ολιβιέ Ρολέν - Μερόη

 

Ανάμεσα στα δεκάδες βιβλία που παραμένουν οικήματα που με φιλοξενούν,

συνάξεις ηρώων που με προσκαλούν και προσκλήσεις αέναης περιπλάνησης, επιλέγω την «Μερόη» του Ολιβιέ Ρολέν. Δεν θυμάμαι φράσεις ή εικόνες που με έθελξαν στο αρχικό βιαστικό ξεφύλλισμα. Θυμάμαι όμως καλά τα μοτίβα που καθρέφτισαν εκείνα που είμαι ή θα μπορούσα ή θα ήθελα να είμαι. Όπως, για παράδειγμα, ο αυτοεξόριστος άντρας που καταφεύγει στις άκρες του κόσμου, επιλέγει έναν μυθικό τόπο (την Μερόη κοντά στο Χαρτούμ), καταλήγει σ’ ένα Ξενοδοχείο Μοναχικών, προσπαθεί να ξεχάσει την Αλφά, μια γυναίκα που τον σημάδεψε καθοριστικά, περιπλανιέται σε ξεχαρβαλωμένα κελύφη ποταμόπλοιων που σαπίζουν στη βόρεια όχθη του Κυανού Νείλου και ξύλινες πλατφόρμες που σκίζονται από τροπικές λόχμες, συνομιλεί μ’ έναν πελεκάνο, συνουσιάζεται με μια σιωπηλή κοπέλα σε μια παλιά καμπίνα, ακούει από τον Νιμούρ ατέλειωτες αραβικές ιστορίες από τις οποίες δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη, αλλά που, ίσως εξαιτίας αυτού, του φαίνονται ωραίες – άλλωστε ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι άσκοπες συζητήσεις, αυτή η «κατασπατάληση λέξεων που δεν οδηγούν πουθενά».

 

Πόσο με σαγήνευσε αυτός ο «ευκαιριακός συμπαίκτης στην αξιομνημόνευτη συναλλαγή του λόγου που χωρίς να τις γιατρεύει, απαλύνει αρκετές από τις αγωνίες», αυτός ο μετα – αποικιακός φιλόσοφος, ο έκθετος στα καύματα του ήλιου. Πόσο συνομίλησα με αυτόν τον λαθραίο πότη που περνάει την ώρα του διαβάζοντας μια Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς του 1933, παλιές εφημερίδες που του προσφέρουν μια εικόνα του κόσμου κατακερματισμένη και ετεροχρονισμένη, αλλά όχι λιγότερο ακριβή, και τα ημερολόγια του στρατηγού Γκόρντον, ελκόμενος από την ιδέα της ήττας και το συναίσθημα της αποτυχίας. Ίσως επειδή ήταν κι εκείνος ένας μελαγχολικός εραστής της ήττας, που μισούσε τον πόλεμο και που περισσότερο θα προτιμούσε να διασχίζει τις ερήμους του Σουδάν στη ράχη μιας καμήλας, με μια Βίβλο στο χέρι, το τσιγάρο στο στόμα και μερικά μπουκάλια κονιάκ μαζί του. Γι’ αυτό και γνωρίζεται με τον Δόκτορ Βόλλεντερ, Ανατολικογερμανό αρχαιολόγο συντετριμμένο απ’ την Ένωση, με ύποπτο παρελθόν και έξη για τις τεφρώδεις ερήμους, μελετητή των χριστιανικών βασιλείων του Σουδάν, με εμμονή στην αποκλίνουσα χριστιανοσύνη, την αποκομμένης από την πηγή της, την έγκλειστης μέσα στην έρημο.

 

«Πολιορκούμαστε από τόσο μεγάλες ιστορίες, πιστεύουμε, για μια στιγμή, ότι βλέπουμε τις εποχές και τους κόσμους να πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια μας, κι έπειτα εμψυχωνόμαστε, ενθουσιαζόμαστε, καταστρεφόμαστε από υποθέσεις τόσο μικροσκοπικές…» μονολογεί ο ήρωας, που αποτολμά το πείραμα της ανασύστασης της ομορφιάς που έζησε με την Αλφά, μόνο και μόνο για να ξεφορτωθεί την σήψη των αναμνήσεων, «το παρελθόν, αυτή την τεράστια, αντηχητική σπηλιά». Επιστρέφει στο Παρίσι και προσλαμβάνει την Θιν, βέβαιος πως δεν θα πέσει στην πανεύκολη σύμβαση του έρωτα, και ξαναδιασχίζει τα πεζοδρόμια που πέρασαν και τα μπιστρό όπου δείπνησαν, για να ανασυστήσει «ένα ομοίωμα ζωής που η πίστη προσδίδει στα νεκρά πράγματα». Αλλά τίποτα, τίποτα. Και επιστρέφοντας νέο ράκος στην αποχαυνωτική ρουτίνα και τα ηλιακά καύματα της Μερόης, πρώτος επισκέπτης εδώ και δεκαετίες της βιβλιοθήκης του Μουσείου, ερευνητής της λαθραίας ιστορίας, κι ας έχει ψιλή άμμος κατακλύσει τους ανακατεμένους τόμους, ξαναψάχνει τον εαυτό του στους κόλπους της ερειπωμένης γνώσης, φυλακισμένης στο τεράστιο μπορντέλο του κόσμου. Ή έστω στην ακίνητη ομορφιά.

 

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1998 και εδώ από τις εκδ. Άγρα το 1999 (μτφ. Έφη Γιαννοπούλου) και είναι το πέμπτο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα, ενός στιλίστα της αργής, ελεγειακής γραφής, ενός εξαιρετικού επιλογέα λέξεων που είναι ταυτόχρονα απύθμενα ειρωνικός και απροκάλυπτα ποιητικός.

 

Περί Πανδοχείου

 

Το Πανδοχείο (http://pandoxeio.com) φιλοξενεί τους συγγραφείς που μέσω ενός βιβλίου τους έρχονται στονΛάμπρος Σκουζάκης κόσμο μου προσφέροντας σκέψη, ευχαρίστηση, στοχασμό, ιδέες, συντροφιά, συζήτηση, προβληματισμό, πνευματική ηδονή. Φαντασιώνομαι το Πανδοχείο ως κτίσμα: σε ειδικά δωμάτια μοιράζομαι την εμπειρία της ανάγνωσης ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, δοκιμίων, λογοτεχνικών περιοδικών κ.ά. σε κείμενα απολύτως υποκειμενικά και συναισθηματικά, σαν αρχείο βιωματικών αναγνώσεων όπου θα μπορώ να επιστρέφω για ερωτήματα και απαντήματα.

Στην αυλή («Αίθριο») συνομιλώ με φιλοξενούμενους λογοτέχνες, μεταφραστές και εκδότες, στην αποθήκη («Λογοτεχνείο») αρχειοθετώ αγαπημένα αποσπάσματα από βιβλία που δεν θέλω να ξεχάσω, στις «Θελκτικές Προσόψεις» εξώφυλλα ενδιαφέρουσας αισθητικής, κι ακόμα δισκοκριτικές, θεματικά αφιερώματα («Ηδονών Κατάλογοι»), θεατρικές παραστάσεις. Όλοι οι χώροι διακοσμούνται με φωτογραφίες συγγραφέων, τόπων, θεμάτων, έργων τέχνης και άλλων εικόνων που ταιριάζουν με το κείμενο, ένας ύστατος αισθητικός αυτός εμπλουτισμός για την προσδοκώμενη ευφρόσυνη διαμονή του επισκέπτη.