Ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα είναι αυτό του Τσάρλς Μπουκόφσκι. Βρίσκεται στο βιβλίο «Η Λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό» εκδόσεις «ηλέκτρα». Περιγράφει με άψογο τρόπο αυτό το οδυνηρό συναίσθημα των ανθρώπων για την επιτυχία του διπλανού τους. Κακά τα ψέματα, αυτοί που χαίρονται με την επιτυχία του διπλανού τους είναι ελάχιστοι. Περισσότερο υποστηρικτικοί είμαστε με την αποτυχία του άλλου.

Μου αρέσουν περισσότερο οι στίχοι:

 

 

«και ένα απ τα πλατύτερα χαμόγελα

που έχω δει ποτέ, είναι σαν να σκίζεται

το πρόσωπο της στα δύο».

 

Μερικοί δεν καταφέρνουν ούτε να κοντρολάρουν αυτό το συναίσθημα. Απολαύστε το:

 

 ____________

Ανθρώπινη φύση

 

 

 

Συμβαίνει εδώ και καιρό.

 

μια νεαρή σερβιτόρα εκεί που παίρνω καφέ

 

στον ιππόδρομο.

 

«Πώς πάει σήμερα;» ρωτάει.

 

«Καλά πάει, κερδίζω», απαντάω.

 

«Και χτες κερδίσατε, ε;»

 

ρωτάει.

 

«Ναι», λέω, «και προχτές».

 

 

Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς αλλά

 

πιστεύω ότι έχουμε ασύμβατες

 

προσωπικότητες. Συχνά υποβόσκει εχθρικός

 

τόνος στους διαλόγους μας.

 

«Μου φαίνεται ότι είστε ο μόνος

 

εδώ πέρα που όλο κερδίζει»,

 

λέει, χωρίς να με κοιτάζει,

 

δυσαρεστημένη.

 

«Σοβαρά;» απαντάω.

 

Και το πολύ παράξενο:

 

όποτε χάνω, η κοπέλα

 

δεν είναι ποτέ

 

εκεί.

 

Ίσως έχει ρεπό ή δουλεύει

 

σ’ άλλον πάγκο.

 

Κι εκείνη στοιχηματίζει και χάνει.

 

Πάντα χάνει.

 

Και παρ’ ότι μπορεί να έχουμε

 

Ασύμβατες προσωπικότητες λυπάμαι για λογαριασμό της.

 

Αποφασίζω την επόμενη φορά που θα τη δω

 

να της πω ότι

 

χάνω.

 

 

 

 

Αυτό κάνει λοιπόν.

 

Όταν με ρωτάει «πως πάει;»

 

Λέω, «θεέ μου, δεν μπορώ να το καταλάβω,

 

Χάνω, δεν με θέλει με τίποτα, σ’ όποιο άλογο

 

Και να ποντάρω τερματίζει τελευταίο!»

 

 

«Αλήθεια;» ρωτάει.

 

«Αλήθεια», λέω.

 

 

Το κόλπο πιάνει.

 

Χαμηλώνει το βλέμμα

 

και ένα απ τα πλατύτερα χαμόγελα

 

που έχω δει ποτέ, είναι σαν να σκίζεται

 

το πρόσωπο της στα δύο.

 

 

Παίρνω τον καφέ μου, της αφήνω γερό φιλοδώρημα,

 

Φεύγω για να δω τον

 

πίνακα.

 

 

Αν πέθαινα στο φλεγόμενο αυτοκίνητο μου στην εθνική

 

οδό

 

στοιχηματίζω πως θα ‘ταν ευτυχισμένη για καμιά βδομάδα!

 

 

 

Πίνω μια γουλιά καφέ.

 

Τι είναι τούτο πάλι;

 

Έβαλε μια οκά γάλα,

 

 

Αν και ξέρει πως τον πίνω σκέτο.

 

Μες τον ενθουσιασμό της,

 

το ξέχασε,

 

τη χαμούρα.

 

Να τι κέρδισα για το ψέμα που είπα.