Από το Παλέρμο μέχρι το Αγκριτζέντο -που κάποτε, στους αρχαίους χρόνους, ονομαζόταν Ακράγαντας (έτσι τον λένε πια μόνο οι ελληνικοί οδηγοί και τα βιβλία ιστορίας)- χρειάζεσαι ένα δίωρο φουλ με το αυτοκίνητο σε μια διαδρομή που, αν εξαιρέσεις τις ταμπέλες και κάτι καθολικά αγάλματα, θυμίζει έντονα Πελοπόννησο και σχεδόν ξεχνάς ότι δεν είσαι στην Ελλάδα.

 

 

 

Η σύγχρονη πόλη είναι χτισμένη πάνω στο βουνό με τη μια πλευρά να χάσκει στο γκρεμό, αλλά με εκπληκτική θέα στην κοιλάδα που εκτείνεται από τους πρόποδες μέχρι εκεί που βλέπει το μάτι σου. Αυτή η κοιλάδα που σήμερα είναι κάτι σαν αρχαιολογικό πάρκο είναι από τα μέρη που επιβάλλεται να επισκεφτείς αν βρεθείς στη Σικελία, ακόμα κι αν δεν τα πηγαίνεις καθόλου καλά με τα αρχαία μνημεία.

Δεν ξέρω πόσο δημοφιλής προορισμός είναι η κοιλάδα των ναών (φαντάζομαι πολύ), ούτε τι διδάσκονται στα ιταλικά σχολεία για την ιστορία των μνημείων, πάντως το ότι είχε ένα σωρό παρέες πιτσιρικάδων που κυκλοφορούσαν μέχρι αργά το βράδυ, άραζαν παντού και χάζευαν τα φωτισμένα μνημεία, κάνοντας το μέρος χαρούμενο και ζωντανό, ήταν κάτι που το ζήλεψα

 

 

 

Το Αγκριτζέντο ιδρύθηκε από αποίκους της Γέλας το 581 π.Χ. -οι οποίοι ήταν Έλληνες από την Κρήτη και τη Ρόδο- και έναν αιώνα αργότερα ο πληθυσμός του είχε φτάσει τους 200 χιλιάδες κατοίκους. Ο Πίνδαρος την περιέγραφε ως «την ωραιότερη πόλη που κατοικούν θνητοί» και θα πρέπει να ήταν πραγματικά πολύ όμορφη, αν κρίνει κανείς από τα απομεινάρια εκείνης της εποχής. Δεν είναι πολλά, αλλά είναι αρκετά για να φανταστείς πώς μπορεί να ήταν την εποχή της μεγάλης αίγλης. Η κοιλάδα των ναών είναι από τα πιο γοητευτικά μέρη με αρχαιολογικό ενδιαφέρον που μπορείς να επισκεφτείς στη λεκάνη της Μεσογείου και τη βόλτα στα μονοπάτια που οδηγούν στα ιερά και τους ναούς τη θυμάσαι για καιρό. Εκτός από την υπέροχη θέα και έναν από τους πιο καλοδιατηρημένους αρχαίους ναούς του ελληνικού κόσμου (τον ναό της Ομόνοιας, ένα δωρικό κτίριο με 34 κίονες που έχει σωθεί σε σχεδόν άριστη κατάσταση), αυτό που σε εντυπωσιάζει είναι ο αριθμός των νεαρών ατόμων που κυκλοφορούσε από νωρίς το απόγευμα μέχρι και τα μεσάνυχτα. Παρέες εφήβων, ζευγαράκια, πολλοί 20something. Δεν ξέρω πόσο δημοφιλής προορισμός είναι η κοιλάδα των ναών (φαντάζομαι πολύ), ούτε τι διδάσκονται στα ιταλικά σχολεία για την ιστορία των μνημείων, πάντως το ότι είχε ένα σωρό παρέες πιτσιρικάδων που κυκλοφορούσαν μέχρι αργά το βράδυ, άραζαν παντού και χάζευαν τα φωτισμένα μνημεία, κάνοντας το μέρος χαρούμενο και ζωντανό, ήταν κάτι που το ζήλεψα. Και όχι μόνο σαν εικόνα. Στην δικιά μας Ακρόπολη, αν εξαιρέσεις την βραδιά της πανσέληνου του Αυγούστου, νομίζω ότι δεν μπορείς ποτέ να ανέβεις νύχτα. Και όλοι οι αρχαιολογικοί χώροι κλείνουν με τη δύση του ήλιου. Όπως και να σου τα διδάξουν στο σχολείο και όσες γνώσεις και να έχεις για αυτά, αν δεν μπορείς να τα χαρείς θα είναι για πάντα ντουβάρια που δεν έχει καμία όρεξη να επισκεφτείς. Κι αν σε πάνε με το ζόρι, τα βλέπεις σαν αγγαρεία.

 

 

 

 

 

Η κοιλάδα των ναών έχει αρκετά πράγματα να δεις, όλα αξιόλογα. Ξεκινώντας τη βόλτα σε μια καταπράσινη περιοχή που θυμίζει αρκετά αρχαία Ολυμπία, αρχίζεις να μετράς ναούς με αυτή τη σειρά: της Ήρας, της Ομόνοιας, του Ηρακλή, τον τάφο του Θήρωνα, το ναό του Ολυμπίου Διός και καταλήγεις σε τέσσερις υπέροχους κίονες -που είναι το σύμβολο της κοιλάδας των ναών- ό,τι διασώζεται από το ναό του Κάστορα και του Πολυδεύκη. Το τεράστιο αρχαιολογικό πάρκο έχει ακόμα να δεις ίχνη από έναν ναό του Ηφαίστου και ένα λίθινο ιερό της Δήμητρας, μια ελληνιστική ρωμαϊκή συνοικία και το ιερό των Χθόνιων Θεοτήτων -ένα ιερό αφιερωμένο στη Δήμητρα και την Περσεφόνη με διάφορους βωμούς. Τις κατακόμβες δεν πήγαμε να τις δούμε.

 

Ο ναός του Δία ήταν ο μεγαλύτερος ναός της κοιλάδας [σήμερα μπορείς να δεις μόνο τα θεμέλια και το αντίγραφο ενός Τελαμώνα που αρκεί για να καταλάβεις το κολοσσιαίο του κτιρίου]. Είχε 7×14 κίονες ύψους 18 μέτρων και διαμέτρου 4 μέτρων που ήταν στην πραγματικότητα ημικίονες -γιατί πίσω τους, σε όλες τις πλευρές του ναού και σε μεγάλο ύψος, υπήρχε τοίχος. Μεταξύ των κιόνων και πάνω απ’ τον τοίχο στέκονταν οι Τελαμώνες, γυμνοί γίγαντες ύψους 7,60 μέτρων, που κρατούσαν στους ώμους τους την οροφή. Τις διαστάσεις μπορείς να τις φανταστείς μόνο αν δεις τον εξωπραγματικού μεγέθους Τελαμώνα που στέκεται όρθιος μέσα στο μουσείο.

 

 

 

 

Το μουσείο του Αγκριτζέντο δεν είναι πολύ μεγάλο αλλά έχει υπέροχα εκθέματα, ευρήματα των ανασκαφών γύρω από τον Ακράγαντα και τη Γέλα. Έχει μια μεγάλη συλλογή από καλοδιατηρημένα αγγεία από τον 6ο μέχρι και τον 3ο π.Χ. αιώνα, με αρκετά αριστουργήματα αρχαίας τέχνης όπως τον κρατήρα με τις παραστάσεις Αμαζονομαχίας, το αγγείο με την παράσταση της τρισκελίδας που βλέπεις σήμερα παντού σε όλη τη Σικελία και τον αττικό κρατήρα του Διονύσου. Όρεξη να έχεις και χρόνο να χαζεύεις τις βιτρίνες. Έχει και συγκλονιστικά αγάλματα όπως τον γονατιστό μαρμάρινο πολεμιστή που πιθανόν στόλιζε το αέτωμα του ναού του Ηρακλή, τον περίφημο μαρμάρινο έφηβο του Ακράγαντα και αυτό εδώ το πανέμορφο κεφάλι νεαρού που ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα εκθέματα και είναι αδύνατο να μην θαυμάσεις.

 

 

 

Σε μια αίθουσα και σε μπλε φόντο βρίσκεται ο τεράστιος Τελαμώνας από το ναό του Δία, μαζί με τις κεφαλές άλλων τριών που ακόμα και χωρίς σώματα φαίνονται οι γιγαντιαίες διαστάσεις τους.

 

Η διαδρομή Αγκριτζέντο-κοιλάδα των ναών με το δημόσιο λεωφορείο στοιχίζει 1,5 ευρώ, με το ανοιχτό τουριστικό λεωφορείο 15 ευρώ και με ταξί μια περιουσία. Το τελευταίο δημόσιο λεωφορείο από την κοιλάδα φεύγει στις 11.30 και είναι ασφυκτικά γεμάτο.

 

Το σύγχρονο Αγκριτζέντο δεν είναι καθόλου άσχημη πόλη, αλλά εκτός από τον κεντρικό δρόμο που λέγεται Βία Ατένα και τα κτίρια που βρίσκονται σε όλο το μήκος του δεν έχει και πολλά πράγματα να δεις. Το θέατρο Πιραντέλο ήταν κλειστό, οι εκκλησίες είναι ίδιες με παντού και το σπίτι του Πιραντέλο δεν προλάβαμε να το δούμε. Στο google έγραφε «αξίζει επισκεφθείτε αν είστε Pirantello ανεμιστήρας».

 

Το Αγκριτζέντο ήταν μια πόλη που είχε εμφανή τα σημάδια της κρίσης γιατί είχε τα πιο πολλά κλειστά μαγαζιά πάνω στον κεντρικό δρόμο από οπουδήποτε αλλού στη Σικελία –όλα πρώην μαγαζιά με ρούχα.

 

Λίγο πριν το αποχαιρετήσουμε, μπήκαμε στην εκκλησία του Σαν Λορέντζο που ετοιμαζόταν για τη μεγάλη γιορτή (η μνήμη του γιορτάζεται στις 10 Αυγούστου). Το άγαλμα αριστερά μόλις μπαίνεις τον δείχνει να κρατάει κάτι που θύμιζε ψησταριά, έτσι μάθαμε ότι και αυτόν τον είχαν ψήσει στα κάρβουνα. Τον είχαν δέσει πάνω από ένα σιδερένιο γκριλ και τον έψησαν σε χαμηλή φωτιά. «Η αγάπη του όμως για το Θεό ήταν τόσο μεγάλη που σχεδόν δεν αισθανόταν τις φλόγες. Η Θεός, μάλιστα, του έδωσε τέτοια δύναμη που έκανε και αστεία: ‘Γύρνα με από την άλλη’ είπε στον δικαστή, ‘έγινα από αυτή την πλευρά’! Και λίγο πριν πεθάνει είπε ‘είμαι αρκετά καλοψημένος τώρα’». Αυτά τα γράφει το www.catholic.org.  

 

 

 

Κοντά στο Αγκριτζέντο, ’κανα τέταρτο με το αυτοκίνητο, υπάρχει μία από τις πολύ ξακουστές παραλίες της Σικελίας, η Scala dei Turchi (δηλ. η σκάλα του Τούρκου), ένας λευκός βράχος που συγκεντρώνει τόσο κόσμο καθημερινά που είναι μυστήριο το πώς παραμένει ακόμα λευκός. Ή πώς δεν έχει βουλιάξει. Η σκάλα του Τούρκου που είναι γνωστή σε όσους έχουν διαβάσει τις αστυνομικές ιστορίες του Αντρέα Καμιλιέρι είναι πολύ απότομη και στενή και για να τη διασχίσεις και να φτάσεις στην καλή παραλία πρέπει να κάνεις ακροβατικά στην άκρη του γκρεμού. Οπότε, η καλή παραλία παραμένει καλή ολόκληρη την ημέρα γιατί ελάχιστοι τολμάνε να πάνε εκεί με τα πόδια. Η άλλη που γίνεται χαμός και δεν βρίσκεις χώρο να απλώσεις την πετσέτα δεν είναι τόσο καλή. Ο βράχος μόνος του νωρίς το πρωί ήταν υπέροχος, αλλά το μεσημέρι έχει τόσο κόσμο που είναι σαν ντοκιμαντέρ με πιγκουίνους, μόνο που στην σκάλα του Τούρκου οι πιγκουίνοι πασαλείβονται με το λευκό χώμα και γίνονται σαν αλευρωμένοι λούτσοι, έτοιμοι για τηγάνισμα. Το χώμα είναι φυσικό αντηλιακό και κάνει και ελαφρύ πίλινγκ.

 

 

 

Στις φωτογραφίες φαίνεται πιο εντυπωσιακή από ό,τι είναι στα αλήθεια.