Η ιστορία με την υποψηφιότητα της Σαμπιχά Σουλεϊμάν στην Ξάνθη, που η κάθοδός της με τον Σύριζα στις Ευρωεκλογές ανακλήθηκε τελευταία στιγμή όταν κατηγορήθηκε για σχέσεις με το ΥΠΕΞ και εγχώριους εθνικιστικούς κύκλους - στην πραγματικότητα, η Ρομά υποψήφια φαίνεται πως απλώς εκμεταλλεύτηκε τις συγκυρίες για να βοηθήσει την κοινότητά της, πράγμα που έτυχε να εξυπηρετεί την τρέχουσα ελληνική μειονοτική πολιτική -, ανέδειξε τρία πράγματα: α) Ότι η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί να δυσκολεύεται με τις εθνικές, θρησκευτικές κ.λπ. μειονότητες, να τις βλέπει περισσότερο σαν εξωτική απειλή παρά σαν κοινωνικό και πολιτιστικό πλούτο β) ότι η Δυτική Θράκη παραμένει “terra incognita” για τους περισσότερους Έλληνες, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση και ότι γ) η αξιωματική αντιπολίτευση διαθέτει μια μοναδική ικανότητα να αυτοτρολάρεται, παρότι καταφέρνει ακόμα να διασώζει στο παρά 5’ τα προσχήματα.

Είναι αλήθεια πως από τον Νέστο μέχρι την ενδοχώρα του Έβρου ξετυλίγεται μια «άλλη» Ελλάδα, που ειδικά όσο απομακρύνεσαι από τα παράλια κι ανεβαίνεις προς βορρά θυμίζει περισσότερο τα πολυεθνικά Βαλκάνια του Βυζαντίου και των Οθωμανών παρά το εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά «ομοιογενές» νεοελληνικό κράτος, όπως αυτό διαμορφώθηκε – ειρηνικά ή βίαια - κυρίως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα πρόσωπα των ανθρώπων, οι αμφιέσεις, τα χωριά, οι πόλεις, τα παζάρια έχουν έντονο χρώμα Ανατολίας. Πολλές γυναίκες μεγαλύτερων, κυρίως, ηλικιών κυκλοφορούν με μαντήλα και τα τζαμιά συναγωνίζονται σε αριθμό τις εκκλησίες, τους τρούλους πολλών από τις οποίες κοσμούν σαν ξόρκια δυσανάλογα μεγάλοι σταυροί, τα νεκροταφεία είναι επίσης μοιρασμένα. Πάνω από εκατό χιλιάδες άνθρωποι, διασκορπισμένοι κυρίως στους νομούς Ροδόπης και Ξάνθης ανήκουν στη λεγόμενη μουσουλμανική μειονότητα, όπως αυτή καθορίστηκε από τη Συνθήκη της Λωζάννης και την οποία συναποτελούν τρεις, ουσιαστικά, εθνοτικές ομάδες: Τούρκοι, Πομάκοι και Ρομά.

 Όχι, δεν είναι όλοι τουρκόφωνοι, ούτε αυτοπροσδιορίζονται όλοι ως «Τούρκοι». Οι τελευταίοι είναι βέβαια η πληθυσμιακά και γλωσσικά κυρίαρχη ομάδα, θα συναντήσεις όμως επίσης Πομάκους που δεν τους αρέσει καθόλου να τους θεωρούν Τούρκους και αντιστρόφως, μέχρι και άτομα τουρκικής καταγωγής που λένε ότι νιώθουν περισσότερο Έλληνες. Υπάρχουν μειονοτικοί που αντιμετωπίζουν, με τη σειρά τους, τους ομόθρησκούς τους Ρομά σαν παρακατιανούς, όπως άλλωστε κι οι Έλληνες το γένος γείτονές τους κ.ο.κ. Η κοινή πίστη δεν εμποδίζει την κάθε κοινότητα να διατηρεί τις επιμέρους  γλωσσικές, φυλετικές και πολιτιστικές της καταβολές. Η πλειονότητα των μουσουλμάνων μειονοτικών, ωστόσο, διεκδικούν ένα δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού πέραν του θρησκευτικού, που το ελληνικό κράτος επιμένει να αρνείται. Λες και θα χάσει η Βενετιά βελόνι αν ο άλλος θέλει να ονομάζεται Τούρκος, Ισπανός, Λουξεμβούργιος ή Γροιλανδός, λες κι απαγορεύουν πουθενά στον πλανήτη σε έναν Έλληνα να αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος! Οι κατά καιρούς απόπειρες αφομοίωσης συνδυάστηκαν συχνά με απαγορεύσεις, διακρίσεις, περιορισμούς (δεν είναι δα πολλά χρόνια αφότου καταργήθηκαν οι περίφημες διαχωριστικές μπάρες στα Πομακοχώρια, αναθεωρήθηκε η νομοθεσία που στερούσε την ιθαγένεια στους ξενιτεμένους καθώς και οι περιορισμοί στην αγορά κατοικίας και την κατοχή άδειας οδήγησης), ενώ υπήρξαν και βίαια περιστατικά όπως το πογκρόμ κατά μειονοτικών καταστημάτων στην Κομοτηνή το ΄90. Το ότι τα προαναφερόμενα «δεν συγκρίνονται» με τα όσα υπέστη στο παρελθόν η ελληνική μειονότητα στην Τουρκία δεν είναι, νομίζω, σοβαρό επιχείρημα για μια σύγχρονη δημοκρατική χώρα.

Βλέποντας τον Κασιδιάρη να υπερθεματίζει πονηρά υπέρ της Σαμπιχά, θυμήθηκα ότι τα τελευταία χρόνια η ΧΑ προσπάθησε έντονα να δημιουργήσει προγεφυρώματα στην περιοχή, να πυροδοτήσει μίση και προστριβές μεταξύ χριστιανικού και μουσουλμανικού στοιχείου. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ωστόσο, οι Θρακιώτες, ανεξάρτητα από θρήσκευμα και καταγωγή, φαίνεται να επιμένουν στην ειρηνική συνύπαρξη. Η ίδια η μειονότητα δεν είναι ακριβώς «συμπαγής», μήτε ενιαία: Διαφορές κι αντιπαλότητες πολιτικές, ταξικές ή φυλετικές παίζουν, εννοείται, και εντός της. Αυτές προσπαθεί να εκμεταλλευτεί για ίδιο όφελος ο ελληνικός εθνικισμός, σε αντιδιαστολή με τον τουρκικό που προβάλλει την «τουρκότητα» όλων. Ο υποψήφιος Ευρωβουλευτής του Σύριζα Δημήτρης Χριστόπουλος κατηγόρησε το ελληνικό κράτος για αυτόν τον «εκτουρκισμό». Δεν κατάλαβα γιατί παρεξηγήθηκε - όταν έχεις να κάνεις με δύο «μητριές», Αθήνα και Άγκυρα, επιλέγεις βεβαίως εκείνη που σου κάνει τα περισσότερα χατίρια, όχι;

Η μουσουλμανική Θράκη είναι, ακόμα, το ευρωπαϊκό «λίκνο» και συνάμα το τελευταίο κατάλοιπο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εφόσον στα πλαίσια της Συνθήκης της Λωζάννης εξακολουθεί να εφαρμόζει τον καταργημένο από το 1924 στην Τουρκία ισλαμικό νόμο, τη Σαρία. Η οποία, μάλιστα υπερέχει τόσο του ελληνικού, όσο και του ευρωπαϊκού δικαίου, περίπτωση νομίζω μοναδική στην ΕΕ. Φιλελεύθερες φωνές για την κατάργησή της έχουν ακουστεί και μέσα από τη μειονότητα διότι είπαμε, δεν είναι καθόλου η μονοκόμματη οντότητα που φαντάζονται οι αδαείς. Εντός της συνυπάρχουν οι «παραδοσιακοί», οι θρησκευόμενοι (αν και λίγοι αναλογικά θα χαρακτηρίζονταν φανατικοί), οι καταγγελίες για υποχρεωτικούς «γάμους παιδιών», η υποκρισία και η στροφή σε αξίες «πατροπαράδοτες» που γεννούν τα αισθήματα κατωτερότητας, η υποβαθμισμένη παιδεία, η ανέχεια, η ανεργία – η κτηνοτροφία και τα καπνοχώραφα δεν αποδίδουν όσο παλιά, αξιοπρεπείς δουλειές δεν υπάρχουν για κανέναν, δυσκόλεψε κι η μετανάστευση…

Αποτέλεσμα, σκηνικά όπως αυτό στον Εχίνο το 2004, με την τοπική κοινότητα να «σκανδαλίζεται» από τα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς «Αρχιπέλαγος» σε τζαμί και ν’ απειλεί με λιντσάρισμα ηθοποιούς και σκηνοθέτη - ένα φαινόμενο που ευτυχώς δεν επαναλήφθηκε και θύμιζε μάλλον υποκινούμενο «μπούγιο», παρά ορίτζιναλ θρησκευτικό φανατισμό. Υπάρχουν όμως αντίστοιχα αρκετά νέα, κυρίως, παιδιά που σκέφτονται μοντέρνα, διαφορετικά, έχουν τα ίδια ντυσίματα, ακούσματα κι ερεθίσματα με τους πιο ανήσυχους Έλληνες συνομηλίκους τους, ευαισθητοποιούνται σε θέματα ρατσισμού, σεξισμού, διακρίσεων, προσπαθούν όπως κι εκείνοι να βιοποριστούν σε καιρούς χαλεπούς και ταυτόχρονα να ισορροπήσουν ανάμεσα στις συμπληγάδες του ελληνικού και του τούρκικου εθνικισμού. Συναναστρέφονται μεταξύ τους, βρίσκουν ότι τους ενώνουν περισσότερα από όσα τυχόν τους χωρίζουν, υπερβαίνουν στην πράξη τις διαχωριστικές γραμμές – ίσως εκεί να γράφεται το μέλλον και όχι στα κυβερνητικά γραφεία ένθεν και ένθεν του Αιγαίου.

Όσο για τον Σύριζα, το περιστατικό με την απόσυρση τόσο της υποψηφιότητας Σαμπιχά για την Ευρωβουλή όσο κι αυτής του υποψήφιου μειονοτικού περιφερειάρχη Αχμέτ Κουρτ, που κατηγορήθηκε ως «συνοδοιπόρος» των Γκρίζων Λύκων, σίγουρα δεν συνιστούν δείγματα πολιτικής ωριμότητας. Ούτε κάποιες πατριωτικές «κορόνες» που ακούστηκαν από στελέχη του κατά την πρόσφατη αντιπαράθεση – έχει ιστορικά αποδειχθεί το φλερτ με τον εθνικισμό γρήγορα ακυρώνει τις όποιες αριστερές ευαισθησίες. Μπορεί, ωστόσο, να μετρήσει υπέρ του το ότι ακούει τη φωνή της «βάσης», ότι δεν διστάζει να βγάζει τα πάντα στη φόρα, ότι «επανόρθωσε» έγκαιρα. Αντιδράσεις έχουν, άλλωστε, προκαλέσει κατά καιρούς κι άλλες μειονοτικές υποψηφιότητες από θεωρούμενα, κατά τεκμήριο, πιο «σοβαρά» κόμματα εξουσίας. Μήπως κιόλας δεν είχαν φρίξει οι εγχώριοι εθνικιστικοί/ακροδεξιοί κύκλοι με την πρωτοβουλία-έκπληξη του ΓΑΠ να κατεβάσει την Πομάκα δικηγόρο Γκιουλ Καραχασάν υποψήφια υπερνομάρχη Ξάνθης-Δράμας-Καβάλας το 2006; Και η ιστορία θα επαναλαμβάνεται κουραστικά όσο η Αριστερά (με την ευρύτερη έννοια) δεν χαράζει μια συνεπή, επίμονη, ξεκάθαρη δικαιωματική πολιτική που να προωθεί τη συνύπαρξη, την ισότητα και την ισονομία στη Θράκη, κόντρα στις εθνικιστικές εμμονές και τις μισαλλόδοξες πολιτικές κάθε λογής.