Είναι 45 σελίδες χωρίς ειρμό, είναι λέξεις εγχάρακτες που χάραξα με σμίλη μέσα στο κεφάλι μου, δηλαδή είναι σφηνοειδώς γραμμένα αυτά τα πράγματα που έχω μέσα στο κεφάλι μου. Η κάθε λέξη έχει βάθος, δηλαδή σκάβω το δέρμα μου και τα γράφω και μετά το ξανασκάβω και ξαναγράφω. Δεν γίνεται αλλιώς με αυτό το έργο
...Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO
Είναι 45 σελίδες χωρίς ειρμό, είναι λέξεις εγχάρακτες που χάραξα με σμίλη μέσα στο κεφάλι μου, δηλαδή είναι σφηνοειδώς γραμμένα αυτά τα πράγματα που έχω μέσα στο κεφάλι μου. Η κάθε λέξη έχει βάθος, δηλαδή σκάβω το δέρμα μου και τα γράφω και μετά το ξανασκάβω και ξαναγράφω. Δεν γίνεται αλλιώς με αυτό το έργο ...Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO

 

Στη μέση μιας έρημης και απογυμνωμένης πεδιάδας βρίσκονται η Γουίννυ και ο Γουίλλυ. Η Γουίννυ χρόνος κυλάει βασανιστικά και ο Γουίλλυ πίσω της, φιγούρα σχεδόν αόρατη, μένει σιωπηλός, ως ο μοναδικός αποδέκτης του ατέρμονου μονολόγου της. Έργο - μύθος, έργο - πρόκληση για τον ηθοποιό και σημείο αναφοράς του δυτικού πολιτισμού μέσα από μια γλώσσα μοναδικής σαφήνειας όσο και ελλειπτικότητας. Οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ. Η Σοφία Φιλιππίδου μεταφράζει και μεταμορφώνεται στη Γουίνι. Μιλάει αδιάκοπα, απαγγέλλει στίχους των κλασικών, βουρτσίζει τα δόντια της, ψελλίζει μισοξεχασμένες προσευχές… Βυθισμένη μέχρι τη μέση σ’ ένα χωμάτινο λόφο που ολοένα και περισσότερο την καταπίνει, ανάμεσα στους ήχους ενός κουδουνιού που σηματοδοτεί την έναρξη και τη λήξη μιας ακόμη «ευτυχισμένης μέρας», επιδίδεται σε μια καθημερινή επανάληψη πράξεων, σε μια ρουτίνα την οποία ακολουθεί με τελετουργική ευλάβεια. Βυθισμένη στην ανάγνωση, η Σοφία Φιλιππίδου μοιάζει σκυμμένη σε έναν κώδικα που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει. «Κάνω πρόβα στο σπίτι, κάνω άλλες τέσσερις ώρες εκμάθηση. Έχει ανασταλεί ακόμα και η αγαπημένη μου ασχολία με τις εφημερίδες. Μόνο τα βράδια,  διαβάζω μερικά άρθρα.  Βιβλία δεν μπορώ, το έχω κόψει αυτή την εποχή. Μετά τον Φεβρουάριο θα αρχίσω να διαβάζω. Είμαι αφοσιωμένη τώρα. Θέλει δηλαδή αυτός ο άνθρωπος αποκλειστικότητα, δεν μπορείς να ξεφύγεις», μας λέει.

 

Το έργο αυτό πώς το διάλεξες;

Αυτό το έργο έχει έναν μύθο, συνοδεύεται από έναν μεγάλο μύθο και αυτό το πράγμα έχει φουσκώσει. Έχει φουσκώσει μέσα στην θεατρολογία, στον χώρο μας, στο μυαλό  ολονών. Δε σου κρύβω ότι και εγώ έλεγα πάντοτε, «άμα μεγαλώσω να κάνω και εγώ τις «Ευτυχισμένες μέρες», μην έχοντας συνείδηση ότι μεγάλωσα αρκετά. Δηλαδή πάντα το είχα στο μυαλό μου ότι θα το έκανα όταν θα μεγάλωνα.  Γιατί πάντα νομίζουμε ότι δεν είναι η ώρα μας. Ίσως να πίστευα ότι δεν είμαι και ώριμη αρκετά γι’ αυτό, για μένα ήταν ότι θα το κάνω αυτό και μετά θα τελειώσω, κάπως έτσι. Εν τέλει είναι καλό να καταπιαστεί κανείς με αυτό το πράγμα. Είναι μυητικό να είσαι έτσι μέσα στο χώμα και να διαπερνάς ένα τέτοιο κείμενο αποσπασματικό και είναι και μία άσκηση μνήμης απίστευτη.

 

Κατά τη γνώμη μου η Γουίνι είναι μία συνείδηση βυθισμένη, μια προσωποποίηση κάποιας συνείδησης του κόσμου, θηλυκής πάντως, γι' αυτό είναι γυναίκα, που εξ' ανάγκης είναι βυθισμένη. Γιατί έτσι κι αλλιώς όλοι μας θα πάμε στο χώμα από όπου προερχόμαστε. Την τραβάει η βαρύτητα προς τα κάτω, πλησιάζει αυτό που λέγεται θάνατος και μέσα από αυτή τη βύθιση εκφράζει και το τέλος του πολιτισμού μας, έτσι το αντιλαμβάνομαι

 

Με τη μετάφραση πώς αποφάσισες να καταπιαστείς;

Η μετάφραση είναι ένα στοίχημα. Δούλεψα καιρό γιαυτό. Παράλληλα έκανα και μνημονικούς χάρτες και «μνημονικά κόλπα». Ζωγράφιζα και έγραφα. Γιατί αυτό το κείμενο δεν αποστηθίζεται  απλώς. Είναι 45 σελίδες χωρίς ειρμό, είναι λέξεις εγχάρακτες που χάραξα με σμίλη μέσα στο κεφάλι μου, δηλαδή είναι σφηνοειδώς γραμμένα αυτά τα πράγματα που έχω μέσα στο κεφάλι μου. Η κάθε λέξη έχει βάθος, δηλαδή σκάβω το δέρμα μου και τα γράφω και μετά το ξανασκάβω και ξαναγράφω. Δεν γίνεται αλλιώς με αυτό το κείμενο.

 

Φαντάζομαι έχεις δει το έργο πολλές φορές. Τι σκεφτόσουν όταν το έβλεπες;

Το είδα πολλές φορές, ναι. Και πάντα πρόσεχα ότι «α, τώρα ο λόφος έγινε το φουστάνι, τώρα ο λόφος έγινε κουτί, τώρα έγινε τηλεόραση…», δηλαδή όλα αυτά που  κάνει ο σκηνοθέτης σε σχέση με το έργο. Για μένα ήταν πάντα πράγματι μία γυναίκα που φλυαρεί, ενώ δεν είναι μία γυναίκα που φλυαρεί ακατάσχετα.  Δεν έχει λογοδιάρροια, μιλάει από απελπισία. O Μπέκετ είναι της αφαίρεσης. Βγάζει απ’ την πρόταση τα στολίδια όλα και πολλές φορές βγάζει και επίτηδες και πράγματα, για να τα βάλεις εσύ. Είναι λογοτέχνης, είναι ποιητής και υπαινίσσεται πάντοτε, δεν στο λέει ακριβώς, σε βάζει να σκεφτείς. Λειτουργεί σαν τους γλύπτες. Είναι μοντέρνος και ακολουθεί το ρεύμα αυτό του μοντερνισμού. Και κάνει ένα δικό του κολλάζ, ένα παλίμψηστο, που αυτό συνηθίζεται να το κάνουνε οι ποιητές και οι λογοτέχνες, βάζοντας και κρύβοντας εδώ και εκεί φράσεις, λέξεις, όχι όμως ολόκληρα αποσπάσματα.  Η Γουίνι δεν είναι μια γυναίκα που απαγγέλλει ολόκληρο ένα κομμάτι. Υπάρχουν  χωμένα πράγματα μέσα, κρυμμένα τουβλάκια, έτσι το κάνει το έργο του, έτσι το έχει γράψει, σαν μια εκκλησία που την φτιάξαμε από την αρχή και βάλαμε μέσα τουβλάκια από την Ακρόπολη, από μία Βυζαντινή εκκλησία και φτιάξαμε ένα καινούριο έργο τέχνης. Είναι πολύ ενδιαφέρον για κάποιον να το ψάξει, από πολλές μεριές.

 

Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO
Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO

 

Έχεις καταλάβει τι είναι αυτή η γυναίκα;

Ναι πιστεύω. Καλά, δεν τα καταλαβαίνουμε και όλα. Σίγουρα δεν είναι μία γυναίκα της διπλανής πόρτας. Δεν ανήκει σε αυτό που λέμε κοινός τύπος, κοινό θηλυκό. Κατά τη γνώμη μου είναι μία συνείδηση βυθισμένη, μια προσωποποίηση κάποιας συνείδησης του κόσμου, θηλυκής πάντως, γι’ αυτό είναι γυναίκα, που εξ’ ανάγκης είναι βυθισμένη. Γιατί έτσι κι αλλιώς όλοι μας θα πάμε στο χώμα από όπου προερχόμαστε. Την τραβάει η βαρύτητα προς τα κάτω, πλησιάζει αυτό που λέγεται θάνατος και μέσα από αυτή τη βύθιση εκφράζει και το τέλος του πολιτισμού μας, έτσι το αντιλαμβάνομαι.

 

Δε σε εντυπωσιάζει η θηλυκότητα της Γουίνι; Η φιλαρέσκεια;

Ναι, είναι θηλυκό σίγουρα και μάλιστα ο Μπέκετ  την θέλει να είναι και ξανθιά και με πολύ στήθος και έχει μαργαριταρένιο κολιέ, έχει καπέλο. Μια γυναίκα με αστική συνείδηση, δεν είναι η γυναίκα με την ρόμπα. Έχει το καθρεφτάκι της, έχει το κραγιόν της το κόκκινο, έχει το τσαντάκι της,  το οποίο τώρα πια είναι ξεθωριασμένο λάβαρο από τα χρόνια, έχει μια κοκεταρία, έχει μια φιλαρέσκεια, θέλει να είναι αγαπητή, δηλαδή υπάρχουνε θηλυκά στοιχεία μιας φιλάρεσκης γυναίκας. Και έχουμε και τα σημάδια μιας κλασικής, αστικής εκπαίδευσης. Από την Αγία Γραφή, τον Σαίξπηρ, τον Μίλτον. Υπάρχει μια θηλυκή συνείδηση και μέσα διακατέχεται από ένα αρσενικό μυαλό, ενός νέου καθώς πρέπει, που είναι ο Μπέκετ, που σπούδασε στο κολέγιο, που έχει αυτή την προτεσταντική ηθική. Όλα αυτά διαπερνούν το έργο, σαρκάζονται, ανατρέπονται, υπάρχει μια βαθιά ειρωνεία και πιστεύω ότι τελικά αυτός κατάφερε να γράψει μία μοντέρνα τραγωδία, γράφοντας για το τέλος του πολιτισμού.

 

O Μπέκετ είναι της αφαίρεσης. Βγάζει απ' την πρόταση τα στολίδια όλα και πολλές φορές βγάζει και επίτηδες και πράγματα, για να τα βάλεις εσύ. Είναι λογοτέχνης, είναι ποιητής και υπαινίσσεται πάντοτε, δεν στο λέει ακριβώς, σε βάζει να σκεφτείς. Λειτουργεί σαν τους γλύπτες. Είναι μοντέρνος και ακολουθεί το ρεύμα αυτό του μοντερνισμού. Και κάνει ένα δικό του κολλάζ, ένα παλίμψηστο, που αυτό συνηθίζεται να το κάνουνε οι ποιητές και οι λογοτέχνες, βάζοντας και κρύβοντας εδώ και εκεί φράσεις, λέξεις, όχι όμως ολόκληρα αποσπάσματα

 

Είναι ένα στοίχημα να καταλάβει ο θεατής το έργο;

Νομίζω, ότι κατά τη μετάφραση, εάν επιχειρήσει κάποιος να το κάνει ποιητικό, το διέλυσε. Εγώ έκανα μία τομή,  να αφήσω αυτό το ακατανόητο του κειμένου, χωρίς να το στολίσω, όμως δημιούργησα, μέσα από τον τρόπο εκφοράς του λόγου, μία καινούρια κατανόηση. Γιατί είναι δυσνόητο  λόγω της γραφής της αποσπασματικής. Με λίγα λόγια, όλο το στοίχημα το δικό μου ήτανε η ανάγνωση. Νομίζω ότι έδωσα μεγάλη μάχη να τον καταλάβω, που είναι και το στοίχημα της ζωής μου. Έχω δηλαδή ένα βάσανο να γίνω κατανοητή, πιστεύω δηλαδή πολύ στην επικοινωνία και το κλειδί εδώ, για να μπορέσω να το μεταφράσω και να το παίξω, ήτανε να το κατανοήσω. Το επόμενο στοίχημα είναι να καταλάβουν οι θεατές. Τώρα από εκεί και πέρα, το άμα εγώ παίζω καλά ή όχι είναι δεύτερο.

 

Από τη σχέση σου με τον Μπέκετ, τι είναι αυτό που κρατάς;

Σε αυτό το έργο πάντα μιλούν για την πρωταγωνίστρια. Εμένα με ενδιαφέρει πρώτα να κατανοήσουν το έργο. Και τον συγγραφέα. Υπάρχουν φορές που σκέφτομαι ότι είναι πολύ σκληρός άνθρωπος, αν και αγαπάει πολύ την ζωή και ο ίδιος έζησε μία ζωή βακχική, σχεδόν διονυσιακή, την αγαπούσε την ζωή. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η απελπισία όταν η ζωή φεύγει, η συγκίνηση δηλαδή ότι η βαρύτητα είναι πιο μεγάλη από την έλξη προς τα πάνω. Εν τέλει αρχίζεις με μία αμφισβήτηση μαζί του. Και έτσι και εγώ τώρα τον αγάπησα περισσότερο.

 

Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO
Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO

 

Σε έχει βοηθήσει η κωμωδία σαν εργαλείο για να ξεκλειδώσεις κάποιες περιοχές του έργου;

Εγώ έχω πολύ συγκεκριμένη άποψη για την κωμωδία. Και νομίζω ότι η ελληνική κωμωδία πρέπει κάπως να αναβαθμιστεί. Δηλαδή να κάτσουμε, να σκεφτούμε όλοι μαζί τι είναι το κωμικό. Να μην είναι απλώς ένα λάθος ας πούμε, με το οποίο γελάμε. Να μην είναι ένας άνθρωπος που σκόνταψε και γελάσαμε επειδή αυτός έπεσε. Να κάνουμε δηλαδή μία κωμωδία που να πονάει λίγο. Γιατί δεν θα ήθελα να κάνω ένα είδος, που τόσο πολύ κουράστηκα να το μάθω, χωρίς να έχω απαιτήσεις. Γιατί να κατεβάσω την ποιότητα; Είναι πάρα πολύ δύσκολο είδος, είναι επώδυνο, γιατί στην κωμωδία είναι γνωστό ότι αν δεν γελάσει ο κόσμος στα πρώτα πέντε λεπτά έχεις αποτύχει. Πάντως εδώ στον Μπέκετ τώρα είναι χρήσιμο που ξέρω την κωμωδία, γιατί υπάρχουνε πολλά στοιχεία. Έχουν πολύ χιούμορ. Δηλαδή έχω ανακαλύψει πολλά στοιχεία όπου θα μπορούσε ένα αιφνίδιο, άγριο γέλιο να συμβεί. Μπορεί να το κάνω, μπορεί να το καταφέρω δηλαδή.

 

Η μεγαλύτερη αναμέτρηση με το ρόλο μπορεί να περιγραφεί;

Η αναμέτρηση είναι σαν αυτή ενός σολίστα. Σαν την μπαλαρίνα που κάνει τα πιο δύσκολα πράγματα ενώ πονάει και δεν φαίνεται, είναι σαν αυτή την ισορροπίστρια πάνω στο σκοινί που δεν πέφτει και δεν φαίνεται ότι κινδυνεύει όταν πρέπει να περάσει απέναντι Μέχρι αυτού του σημείου δηλαδή πρέπει ο ηθοποιός να είναι ο ρόλος. Δεν πρέπει, δηλαδή, ο θεατής να το βλέπει. Έτσι δεν πρέπει και ο ηθοποιός να ιδρώνει. Δεν πρέπει να μπαίνουμε πάνω στη σκηνή μαζί με τους αδένες μας. Κάπως έτσι το βλέπω εγώ και είναι μεγάλη προσπάθεια η επικοινωνία, δηλαδή με λίγα λόγια να μπορέσω να επικοινωνήσω αυτό το κείμενο προς τα κάτω. Γιατί οι ίδιες οι λέξεις του κειμένου έχουν και την συγκίνηση, έχουν και την αγωνία. Είναι γεμάτες με όλα τα συναισθήματα. Όλα τα έχουν μέσα οι λέξεις.

 

Και οι παύσεις;

Μάλλον αυτές οι παύσεις του έργου δεν είναι υπόγεια συναισθήματα ή καταβύθιση σε υποσυνείδητους χώρους, σκοτεινούς ή άλλους, ίσως είναι μία μικρή ανάσα μέχρι να βρω την επόμενη λέξη. Εγώ έτσι το αντιλαμβάνομαι. Επειδή το κείμενο δεν είναι γραμμένο με ένα συντακτικό μιας γραμματικής λόγιας, είναι ένα κείμενο αποσπασματικά γραμμένο. Αυτές οι παύσεις είναι κενό μνήμης, δεν είναι συναισθηματικές ροές ή υποσυνείδητες σκέψεις. Έτσι τις ερμήνευσα, έτσι τις καταλαβαίνω. Εκτός από κάποιες μεγάλες παύσεις που ζητάει, που είναι να περνάς από ένα χάσιμο, να μην είσαι πουθενά, και να επανέρχεσαι. Αλλά στο πουθενά πάλι.

 

Τελικά το έχεις αγαπήσει πολύ αυτό το έργο;

Τι άλλο υπάρχει σαν αυτό; Υπάρχει μια ακινησία, το θέμα της έλλειψης επικοινωνίας, η βαρύτητα, η έλξη προς τα πάνω, προς τον ουρανό, η απώλεια μνήμης, οι λέξεις που χάνονται, η μνήμη, η καταφυγή στην παιδικότητα και στην αθωότητα, ένα άγγιγμα ή μία νύξη σεξουαλικότητας των γερασμένων ανθρώπων, των απελπισμένων, ο υπαινιγμός  κάποιας τύπου επαφής. Και όλες οι ανατροπές. Είναι απελπιστικό αυτό το έργο.Δηλαδή ώρες - ώρες τρέμουν τα πόδια μου. 

 

Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO
Φωτογραφία; Πάρις Ταβιτιάν / LifO

 

Η ταυτότητα της παράστασης:  

Οι ευτυχισμένες μέρες του Σάμουελ Μπέκετ
ΜΙΚΡΟ REX - ΣKHNH «ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟY»

Μετάφραση Σοφία Φιλιππίδου

Σκηνοθεσία Γιώργος Μανιώτης
Σκηνικά- Κοστούμια Θάλεια Ιστικοπούλου
Μουσική επεξεργασία Θοδωρής Οικονόμου

Διανομή:
Γουίννυ Σοφία Φιλιππίδου
Γουίλλυ Γιάννης Γούνας