Η αργία εγέννησε την πενίαν.

 


Η πενία έτεκεν την πείναν.

 


Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν.

 


Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν.

 


Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν.

 


Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν.

 

 

Ιδού η αυθεντική καταγωγή

του τέρατος τούτου” 

 

Αλ. Παπαδιαμάντης
“Οι έμποροι των εθνών”

 
 
 
 
 
photo Πάνος Μιχαήλ
 
 
 
 
Πως προέκυψαν οι Έμποροι των Εθνών η παράσταση που κάνει πρεμιέρα απόψε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών;

Πριν από  3 χρόνια η δραματολόγος μας με την οποία συνεργαζόμαστε από την γέννηση σχεδόν της ομάδας Οpera μου πρότεινε να διαβάσω αυτό το έργο με την έννοια πως έψαχνε για ένα ελληνικό κείμενο που να έχει ουσιαστικά τέτοιο ύφος και τέτοιο υλικό που να ταιριάζει με την έρευνα που κάνουμε σε σχέση με το μουσικό θέατρο. Δε το ήξερα το έργο, το θυμόμουνα βέβαια από το παλιότερο τηλεοπτικό του ανέβασμα στα 70ς αλλά όχι καλά.
 
 


 
Ένιωσες πως αφορά τον σημερινό θεατή ο παπαδιαμαντικός λόγος σήμερα και στη συγκεκριμένη συγκυρία;

Θα σου πώ. Για εμάς ήταν πολύ ενδιαφέρον στοίχημα. Κατ΄αρχήν η διασκευή ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον στοίχημα. Εμένα με ενδιέφερε πάρα πολύ ο λόγος. Όταν άρχισα να διαβάζω φωναχτά αυτό το κείμενο για να καταλάβω πως ακούγεται παρατήρησα πως εκτός από τη μουσικότητα που ούτως ή άλλως είναι μελετημένη από τον Παπαδιαμάντη υπήρχε και μια εξαιρετικά δομημένη ηχητική παλέτα. Όλα είναι μελετημένα σε σχέση με αυτό που ήθελε να πει. Μη ξεχνάμε πως αυτό είναι κείμενο που θα διαβαστεί. Δηλαδή για να αντηχήσει στο μυαλό αυτού που το διαβάζει και όχι για να το ακούσει.

Τι είναι αυτό που έχει ως βασικό συστατικό το έργο;

Έχει καταφέρει κάτι το οποίο είναι συγκλονιστικό για μένα. Για όσους δε γνωρίζουν αυτό το κείμενο ήταν κατά κάποιο τρόπο το σίριαλ της εποχής του. Δημοσιευόταν κάθε βδομάδα σε ένα περιοδικό. Πως έχουμε εμείς την αγωνία να δούμε τι θα γίνει στο επόμενο επεισόδιο μιας σειράς; Έτσι και ο αναγνώστης τότε είχε ακριβώς την ίδια αγωνία να διαβάσει τι θα γίνει παρακάτω. Και ο Παπαδιαμάντης γράφει έχοντας κατα νου ακριβώς αυτούς τους περιορισμούς ή τα θετικά της φόρμας αυτής.

Για μένα δεν είχε κανένα νόημα να ακολουθήσουμε ακριβώς κατά γράμμα οτι γράφει και να το μεταφέρουμε στη σκηνή. Δεν είναι εκεί το μυστικό. Ο Παπαδιαμάντης άλλωστε δεν είναι μόναχα η εικόνα. Είναι αυτό που είπα και στην αρχή. Το βασικό συστατικό του έργου είναι ο ήχος, η γλώσσα. Αν το χάσεις αυτό  του αφαιρείς όλη του την ουσία.
 
 



Το στοιχείο αυτό πως το μεταχειριστήκατε στο δικό σας πλησίασμα;

Αυτή η παράσταση δε προσπαθεί να εικονοποιήσει κατά γράμμα αυτά που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης. Περισσότερο προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μέσω της εικόνας τις ψυχολογικες και συναισθηματικές εκείνες συνθήκες που θα βοηθήσουν να ακούγεται το κείμενο καλύτερα. Συνθήκες τέτοιες που θα εξυψώνουνε την μουσικότητα του κειμένου και θα  διευκολύνουν την μουσικοδιεισδυτική του λειτουργία. Νομίζω πως το έχουμε καταφέρει απόλυτα.

Πως θα χαρακτήριζες τη παραστασή σας;

Εγώ στην αρχή την έλεγα θεατρικό ορατόριο, τελευταία όμως μου έχει έρθει το σκηνικό ποιήμα. Νομίζω είναι πιο σαφές,  με την έννοια της πυκνότητας. Όπως σε ένα ποιήμα υπάρχει μια νοηματική πυκνότητα έτσι και στη παραστασή μας υπάρχει μια πυκνότητα υλικών. Θα μπορούσε όλη η παράσταση να είναι ένα μουσικό θέαμα. Αλλά τα  όπλα της είναι περισσότερο θεατρικά.

Η παράσταση προσπαθεί να δημιουργήσει μια καθαρότητα συναισθηματική τέτοια που να έρθει και να κλειδώσει πάνω της ο λόγος του Παπαδιαμάντη. Στην αρχή με τις κινήσεις των χεριών και χωρίς καθόλου άλλο συνοδευτικό ήχο επιχειρούμε να  δημιουργήσουμε μιαν συγκεκριμένη οπτική αλλά και ηχητική ατμόσφαιρα. Αυτό γίνεται ακριβώς για να βοηθήσει τον θεατή  να εισαχθεί πιο εύκολα με  μια διαδικασία κάθαρσης και μύησης θα έλεγα τέτοια έτσι ώστε όταν  ακούσει το πρώτο λόγο του Παπαδιαμάντη από τα χείλη των ηθοποιών να έχει ήδη μπει σε μια συγκεκριμένη ψυχική θέση: “Ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1199 οὐδεὶς καθ᾽ ὅλον τὸ Αἰγαῖον πέλαγος εἶχεν ὡραιοτέραν σύζυγον τῆς τοῦ Ἰωάννου Μούχρα, πλουσίου εὐπατρίδου κατοικοῦντος ἐν Νάξῳ”
 
 



Ποιά είναι η υπόθεση των Εμπόρων των Εθνών;


Αν θέλουμε να το περιγράψουμε εν συντομία είναι η ερωτική ιστορία ενός τρίου. Βρισκόμαστε χρονικά μεταξύ 1199 και 1207, δηλαδή λίγο πριν και λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Η Αυγούστα εγκαταλείπει τον σύζυγό της Ιωάννη Μούχρα και ακολουθεί το Βενετό Μάρκο Σανούτο, όχι επειδή δυστυχεί με τον πρώτο και θέλει να ευτυχήσει με τον δεύτερο, αλλά γιατί γίνεται έρμαιο κυριολεκτικά μιας ακατανίκητης, θανάσιμης ερωτικής επιθυμίας.

Κάνοντας μια ποιητική μεταφορά στο έργο, συμπυκνώνοντάς το αν θέλεις σε μια μονάχα εικόνα που μας δίνει το στίγμα του, το θέμα του θα έλεγα πως είναι η στιγμή που όλοι μας έχουμε σαν παιδιά δοκιμάσει, να πάρουμε έναν αναπτήρα και να βάλουμε το χέρι μας στη φωτιά βλέποντας πόσο αντέχουμε μέχρι να καούμε. Η έλξη της φωτιάς είναι κάτι σχεδόν αρχέγονο, κάτι στο οποίο δε μπορούμε να αντισταθούμε. Πάνω σε αυτό το μοτίβο χτίζει ο Παπαδιαμάντης το έργο το οποίο το διανθίζει πέρα από το ερωτικό και με πολιτικά και κοινωνικά στοιχεία.


Τι είναι αυτό που σας ξάφνιασε όσο βυθιζόσασταν στο σύμπαν του έργου;

Το έργο αυτό είναι σαν παρτιτούρα. Είναι η πρώτη δουλειά της ομάδας που κάνουμε κάτι με τόσο μεγάλη πειθαρχία και λεπτομέρεια. Η δουλειά μας δεν είναι συνήθως έτσι είναι μια πιο ελεύθερη δουλειά. Αυτό που που ανακαλύψαμε με μεγάλη μας έκπληξη στις πρόβες ήταν πως κάθε βράδυ κλαίμε. Κάπως μας έχει ενώσει αυτός ο λόγος του Παπαδιαμάντη και μας συγκινεί, όχι σε πρώτο επίπεδο, δημιουργεί κάτι πιο βαθιά που δε ξέρω τι είναι. Είναι απίστευτο αυτό! Ενώ κανένας μας δεν είναι ερασιτέχνης, κάτι συμβαίνει με αυτό το λόγο με τις αναπνοές του, με τις φράσεις του, με την εκφορά του που μας κινητοποιεί.
 


Τι είναι αυτό δηλαδή; Μπορείς να το περιγράψεις;

Έχω την αίσθηση πως κάπου αυτό το κείμενο μας φέρνει σε επαφή με ένα χαμένο κέντρο. Νιώθω πως αν υπάρχει λόγος να έρθει σήμερα κάποιος σε επαφή με αυτό το κείμενο είναι ακριβώς για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα που έχουμε όλοι μας αυτή τη περίοδο. Γιατί είμαι εδώ; Γιατί δε φεύγω από τη χώρα να δουλέψω έξω; Τι είναι αυτό που μας κρατάει και τι είναι αυτό στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε για να βρούμε τη δύναμη να παλέψουμε απέναντι σε όλα αυτά που έρχονται; Τι είναι αυτό που μας κρατάει σε αυτό το τόπο;

Η απάντηση είναι πως  με ένα τρόπο καθόλου προφανή, καθόλου διδακτικό, καθόλου εθνικιστικό κάτι συμβαίνει με αυτό το κείμενο που μας ενώνει, μας κάνει να νιώσουμε πως είμαστε Έλληνες. Έλληνες όχι με το τρόπο τον φθαρμένο από την ιδιοτελή του χρήση. Όχι. Αυτές οι λέξεις, αυτές οι συλλαβές κάτι μας θυμίζουν από ένα χαμένο κέντρο που το έχουμε ξεχάσει και ταυτόχρονα μας δονεί συγκινησιακά, όπως μια παλιά φωτογραφία ή μια ξεχασμένη ανάμνηση που έρχεται ξαφνικά στην επιφάνεια.

Νοσταλγία;

Κάτι έχει αυτό το κείμενο και δεν είναι μονάχα η νοσταλγία για το παρελθόν που χάθηκε. Ο λόγος έχει πάντα μια δύναμη. Η γλώσσα φέρει παράδοση, η γλώσσα φέρει βαθμούς συγγένειας, η γλώσσα φέρει δονήσεις, ακόμα και λόγο για να ζει κανείς. Νομίζω πως για αυτό έχει  νόημα να ασχοληθεί σήμερα, αυτή τη περίοδο κάποιος με τον Παπαδιαμάντη.
 


Θυμάσαι πως αποφάσισες ν ασχοληθείς με την μουσική;

Χμμ, όταν ήμουν 4 χρονών μου πήραν ένα ακορντεόν. Το πρώτο πράγμα που έκανα κάθε φορά που το έπαιρνα για να παίξω ήταν να πάω σε ένα καθρέφτη για να βλέπω πως φαίνεται όταν παίζω. Αυτή είναι μια πρώτη μορφή μουσικού θεάτρου. Πάντα συνδύαζα στο μυαλό μου το θέατρο με την μουσική και πάντα η μουσική μου πήγαζε από θεατρική σκέψη.

Ήταν κατά κάποιο τρόπο δηλαδή αδιαίρετα για σένα.

Ναι! Επίσης ποτέ δεν αποφάσισα πως θα γίνω μουσικός. Πάντα έκανα μουσική από τότε που με θυμάμαι. Ήξερα πως θα γίνω μουσικός και ήξερα πως θα ασχοληθώ για το θέατρο για κάποιο λόγο που δεν έχω καταλάβει. Ακούγεται λίγο μεταφυσικό αλλά αυτό ένιωθα. Ένιωθα σαν έτοιμος από καιρό αν θες. Νιώθω πως είμαι πολύ τυχερός. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκα (και επαγγελματικά) με αυτό που αγαπούσα, την μουσική. Δεν είναι κάτι αυτονόητο και νιώθω τυχερός που συνέβη ήδη από τη περίοδο που σπούδαζα στη Ολλανδία.
 


Τι θυμάσαι από τότε;

Δεν ήταν συνηθισμένο τότε να φεύγεις και να πηγαίνεις να μείνεις στο εξωτερικό αλλά το τόλμησα. Στην Ολλανδία ήμασταν τότε, το 1984, 2 όλοι και όλοι οι Έλληνες σπουδαστές στη σχολή μου. Εγώ και η Καλλιόπη Τσουπάκη η οποία έχει μείνει εκεί και κάνει μουσική καριέρα στην Ολλανδία. Η Ακαδημία Μουσικής της Ολλανδίας είχε ως βασικούς της άξονες εκτός από τη μουσική και το χορό και το θέατρο και έτσι απο πολύ νωρίς δε διαχώρισα τη μουσική μου έκφραση από τις άλλες τις εκφάνσεις. Και μένα δεν με ενδιέφερε σκέτα η μουσική για τη μουσική. Ήθελα να εξερευνήσω κι άλλους συνδυασμούς. Τους οποίους κατάφερα λίγο αργότερα.

Μιλάμε για 90ς;

Ναι. Τα 90ς βέβαια ήταν και μια καταπληκτική εποχή τότε για τις τέχνες στην Ολλανδία. Έπεφταν τότε πολλά χρήματα στον πολιτισμό, οι συνθήκες ήταν  εξαιρετικές και η χώρα ήθελε πάντα σε αντίθεση με άλλες να έχεις τη πρωτοκαθεδρία στη καλλιτεχνική πρωτοπορία. Υπήρχε τότε ένα δόγμα στην Ολλανδία. Εδώ μπορούν να γίνουν τα πάντα. Γίνανε όντως πολλά τότε και πολλές χαζομάρες μεταξύ άλλων (και εγώ έχω κάνει μερικές) αλλά αυτό είναι τρομερά δημιουργικό ως συνθήκη. Να μπορείς να πειραματίζεσαι και να δημιουργείς σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας. Ξέρανε πως θα δώσουν λεφτά σε 10 και από αυτά τα 2-3 που θα προέκυπταν θα ήταν τα μελλοντικά αριστουργήματα. Όπως αποδείχθηκε τελικά είχαν δίκιο. Ήταν μια χρυσή περίοδος για τις τέχνες. Και με “έψησε”  καλλιτεχνικά σε πολλά επίπεδα. Έτσι όταν στις αρχές των 00ς επέστρεψα στην Ελλάδα δεν γύρισα με απωθημένα να θρέψω μια καλλιτεχνική ματαιοδοξία ή να γίνω “κάτι” στην Ελλάδα. Η περιοδός στην Ολλανδία που σου περιέγραψα είχε απορροφήσει όλους αυτούς τους κραδασμούς με τον καλύτερο τρόπο.
 


Γιατί γύρισες στη Ελλάδα;

Θα σου απαντήσω ειλικρινά. Στην Ελλάδα ήρθα γιατί ήθελα τον ήλιο, γιατί δεν μπορούσα να σηκώνομαι κάθε μέρα το πρωϊ να ανοίγω το φως και να το κλείνω στις δώδεκα το βράδυ λίγο πριν πέσω για ύπνο. Η έλλειψη μιας πιο θερμής επικοινωνίας με τους ανθρώπους επίσης ήταν ένας παράγοντας όσο και αν ακουστεί κλισέ. Κάτι έλειπε στη καθημερινή επαφή. Όχι πως εμείς είμαστε ανοιχτόκαρδοι συνεχώς. Αλλά κάτι στα μάτια, κάτι στο τρόπο, κάτι στην αγκαλιά διαφέρει.

Ήταν τυχαίο ή το επεδίωξες;

Όχι, η στιγμή που ήρθα έκατσε εντελώς τυχαία, δε το κυνήγησα. Είχα μια παραγγελία από το Μέγαρο Μουσικής τότε και μου έδωσε την απαραίτητη ώθηση και  αφορμή. Αφού ήρθα εδώ μετά όλα πήραν το δρόμο τους.
 


Η  ομάδα σας η Οpera προέκυψε τότε και αυτή.

Ναι. H ομάδα προέκυψε από μια συνεργασία με το Θέατρο Εμπρός. Ζούσα τότε ακόμα Ολλανδία. Η Ελευθερία Σαπουντζή (η οποία μας άφησε νωρίς) με έφερε σε επαφή. Πάω στο Εμπρός, γνωρίζω τα παιδιά στη παράσταση τα οποία μετά μου εξομολογούνται πως σκέφτονται να σχηματίσουν μιαν ομάδα και αν ήθελα να τους σκηνοθετήσω. Εγώ τους απάντησα πως με ενδιαφέρει αν σχηματίσουμε μια ομάδα από την αρχή να είναι μια ομάδα που θα συμφωνεί στους στόχους της, στους λόγους για τους οποίους δημιουργείται, γιατί την κάνουμε και τι ψάχνουμε.


Τότε κάνατε και τις Σοφολογιότατες αν θυμάμαι καλά.

Ναι. Αποτέλεσμα αυτής της πρώτης μας επαφής ήταν οι Σοφολογιότατες οι οποίες είχαν τεράστια επιτυχία, πήρανε πολύ μεγάλη δημοσιότητα (μέχρι και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας τότε ο Στεφανόπουλος είχε έρθει να δει τη παράσταση) και οι οποίες μας σπρώξανε στο θεατρικό προσκήνιο. Τώρα πια καθώς τα χρόνια έχουν περάσει είμαστε οικογένεια, πιο στενά από οικογένεια. Κάνουμε μαζί διακοπές, μοιραζόμαστε τα προβλήματα ο ένας του άλλου για αυτό νομίζω πως αντέξαμε και δέκα χρόνια. Γιατί η σχέση που αναπτύξαμε είναι ουσιαστική.


Ποιές είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που έχετε αντιμετωπίσει;

Κάναμε μια παραγωγή το 2005, η οποία πήγε πολύ καλά τότε με 500 ευρώ μόνο! Δεν είχαμε τίποτα, χωρίς επιχορήγηση. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως έπρεπε να είχαμε τετράδια που τότε κόστιζαν 80 λεπτά και ψάχναμε να βρούμε με 50 λεπτά (γέλια). Είχαμε ραπτομηχανή δικιά μας με την οποία φτιάξαμε μόνοι μας τα κουστούμια, τα σκηνικά τα βάφαμε και τα ζωγραφίζαμε και γενικά όλα ήταν εντελώς DIY. Εκεί νιώσαμε πως τίποτα δε μπορεί να μας σταματήσει πια. Επειδή ακριβώς έχουμε περάσει όλα αυτά με την ομάδα η κρίση δε μας φοβίζει. Είμαστε προετοιμασμένοι.
 

Πως δημιουργεί ένας καλλιτέχνης σε καιρό κρίσης; Έχεις απάντηση;

Οι καλλιτέχνες είναι σαν τις κατσαρίδες. Άμα μας δώσεις πολύ θα φάμε πολύ, άμα μας δώσεις λίγο θα φάμε λίγο. Και οτι και να γίνει θα επιζήσουμε (γέλια). Η τέχνη πάντα θα επιβιώνει. Γιατί δεν είναι κάτι που επιβάλλεται από εξω. Είναι κάτι που πηγάζει από εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου, να μπορέσει να αντισταθεί με κάποιο τρόπο στη θνησιμοτητά του. Ο μόνος που μπορεί να το κάνει αυτό, να μας κάνει να αντέξουμε και να αλλάξουμε τον ψυχικό μας τόνο είναι η τέχνη.

Ποιός είναι ο ψυχικός τόνος που κυριαρχεί τώρα;

Ένας τόνος βαρύς με πολλές διέσεις και πολλές υφέσεις. Αυτό που θα συμβεί και ήδη γίνεται είναι πως θα συμβούν πραγματικές συναντήσεις. Και αν το θέατρο έχει μιαν αξία σήμερα είναι αυτό. Το όπλο του θεάτρου είναι η συνάντηση. Χωρίς συνάντηση δεν υπάρχει θέατρο. Είτε πάνω στη σκηνή είτε κάτω από αυτή. Η τέχνη γενικότερα είναι συνάντηση. Άρα η συνάντηση είναι αυτό που μας χρειάζεται, αυτό που χάσαμε όλα αυτά τα χρόνια και αυτό που ελπίζω και βλέπω πως συμβαίνει πάλι. Δες τι γίνεται με τις συνάντήσεις στις οικογένειες. Πως όλη αυτή η κατάσταση έχει συνενώσει πάλι και έχει συσπειρώσει τους ανθρώπους!

Αυτό από τη μια είναι ένα τρομερό πισωγύρισμα από την άλλη ξανασυναντιούνται οι οικογένειες, ξανασυναντιούνται οι φίλοι, βρισκόμαστε πάλι σε σπίτια, αρχίζουμε πάλι και κάνουμε πράγματα που δε κοστίζουν. Μαζί ξανά. Δεν είναι υπέροχο αυτό; 
 
 
>>>DATA
 
 
"Οι έμποροι των εθνών" του Αλ. Παπαδιαμάντη

 

Ομάδα Θεάτρου ΟΠERA / Θ. Αμπαζής

 

 

Aπό 19 Οκτωβρίου  εως 6 Νοεμβρίου 2011

(εκτός Δευτέρας & Τρίτης) 21:00

στη Μικρή Σκηνή της Στέγης

Γραμμάτων και Τεχνών

 

 

Μετά από δέκα χρόνια πειραματισμού, σε επίπεδο τόσο υποκριτικής όσο και απόκτησης ενός κοινού κώδικα σκηνικής επικοινωνίας, η Ομάδα Θεάτρου ΟΠΕRΑ ανεβάζει στη σκηνή το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Οι έμποροι των εθνών με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο του συγγραφέα. Τόσο οι ηθοποιοί όσο και οι μουσικοί που θα παίζουν ζωντανά στη σκηνή υπηρετούν την αφήγηση της ιστορίας αλλά ταυτόχρονα διευρύνουν τα όρια του θεάτρου μέσα από τις δυνατότητες που τους προσφέρει η τεχνολογία. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο μουσικό θέατρο όπου οι τα νέα μέσα συνδιαλέγονται δημιουργικά με το γλωσσικό ιδίωμα του Παπαδιαμάντη και την πρωτότυπη μουσική σύνθεση δημιουργώντας ένα ερεθιστικό σκηνικό περιβάλλον.
Δραματουργική επεξεργασία: Έλσα Ανδριανού 
Σκηνοθεσία-Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής 
Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου 
Βίντεο: Στάθης Αθανασίου 
Χορογραφία: Ζωή Χατζηαντωνίου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου 
Βοηθός σκηνοθέτη: Νεφέλη Μαϊστράλη
B΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος
Ερμηνεύουν: οι ηθοποιοί Κωνσταντίνος ΑβαρικιώτηςΤζωρτζίνα Δαλιάνη,Κώστας ΚαλλιβρετάκηςΝέστορας ΚοψιδάςΜαρία ΠαρασύρηΔανάη Σαριδάκη και οι μουσικοί Ιάκωβος ΠαυλόπουλοςΣοφία Ευκλείδου

Συμπαραγωγή: Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, Ομάδα Θεάτρου ΟΠΕRΑ, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Διδασκαλία Tai Chi για τις ανάγκες της παράστασης: Μιχάλης Τσικριτέας
Οργάνωση παραγωγής OΠERA: Ευγενία Σωμαρά
Κατασκευή σκηνικού: Θανάσης Θαλασσινός

 

 

 

Εισιτήρια :

 

18-25-32 € | Φοιτ.-Νεανικό-65+-ΑΜΕΑ: 15 €

Αποκτήστε το εισιτήριό σας ηλεκτρονικά, τηλεφωνικά ή από τα εκδοτήρια εισιτηρίων της Στέγης.
Πληροφορίες παραστάσεων και τηλεφωνική πώληση εισιτηρίων: 
Tηλ.: 210 900 5 800 (Δε-Κυρ: 9:00-21:00)

Ηλεκτρονική πώληση εισιτηρίων:
Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών για αγορά εισιτηρίων online με χρέωση της πιστωτικής σας κάρτας.
Εύχρηστος οδηγός online αγοράς εισιτηρίων θα σας καθοδηγήσει βήμα-βήμα στην επιλογή παράστασης, θέσης, καθώς και στη διαδικασία αγοράς εισιτηρίου.

Εκδοτήρια εισιτηρίων:

ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ & ΤΕΧΝΩΝ (Λεωφόρος Συγγρού 107-109)

Ωράριο λειτουργίας: Δε-Κυρ: 12:00-21:00

Γίνονται δεκτές πιστωτικές κάρτες MasterCard και Visa.
   

www.tickethour.com


Εισιτήρια πωλούνται επίσης από 
τα βιβλιοπωλεία ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ και τα καταστήματα NEWSSTAND - ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ 
τα καταστήματα PUBLIC, ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΙΑΝΟΣ
και τα μηχανήματα Easy/Pay σε επιλεγμένα καταστήματα της Τράπεζας Πειραιώς.