Όχι τυχαία τα καλύτερα εκφραστικά μας δείγματα βρίσκονται στην ποίηση και στο διήγημα – απόδειξη οι εξαιρετικές δουλειές νέων σε ηλικία διηγηματογράφων, όπως ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Σπύρος Γιανναράς... Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO
Όχι τυχαία τα καλύτερα εκφραστικά μας δείγματα βρίσκονται στην ποίηση και στο διήγημα – απόδειξη οι εξαιρετικές δουλειές νέων σε ηλικία διηγηματογράφων, όπως ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Σπύρος Γιανναράς... Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO

 

Υπάρχει κάτι το άγραφο στην καρδιά κάθε διηγήματος –σαν το κερί από τη σφραγίδα που καίει τα σωθικά, τους ανεξήγητους ψυχικούς κανόνες που διέπουν τις προφορικές αφηγήσεις– που δεν του επιτρέπει να παρεκτραπεί. Οφείλει να είναι ακριβές και σύντομο, να αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα, προσπαθώντας να χωρέσει μια τεράστια γκάμα προσώπων και συναισθημάτων σε ελάχιστες αράδες. Το έχουμε διαπιστώσει να συμβαίνει επανειλημμένως στα καθ' ημάς: γιατί μπορεί τα μεγάλα αφηγήματα να άνθησαν στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, η λιτή αφήγηση όμως και η μικροκλίμακα δεν θα μπορούσαν να εντοπιστούν λογοτεχνικά παρά σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Όχι τυχαία τα καλύτερα εκφραστικά μας δείγματα βρίσκονται στην ποίηση και στο διήγημα – απόδειξη οι εξαιρετικές δουλειές νέων σε ηλικία διηγηματογράφων, όπως ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Σπύρος Γιανναράς. Αν το πολυπαινεμένο ήδη Γκιακ βασίστηκε στο χθόνιο, στιβαρό και εσωτερικό στοιχείο των πιο ηπειρωτικών αφηγήσεων, ο άρτι εκδοθείς Βασιλιάς του Γιανναρά δείχνει να ποτίζεται στα λαγαρά νερά του ποιητικού λυρισμού. Δύο αντιστικτικές φωνές, ωστόσο, που εγκολπώνονται με τον καλύτερο τρόπο τις αυστηρές αρχές του διηγήματος και αναδεικνύουν ιδανικά τα βασικά υλικά του.

 

Γκιακ

Δημοσθένης Παπαμάρκος
Eκδόσεις Αντίποδες

 

Η κατηγορική προσταγή του αίματος δεν εξαντλείται στον κύκλο των προφορικών παραδόσεων ή των αξεπέραστων μύθων, όπως αυτός των Ατρειδών. Κυρίως υπαγορεύει την αέναη επιστροφή των εσωτερικών κανόνων που ποτίζει το σώμα ενός λαού, το θέτει σε κίνηση και το εμψυχώνει. Κανείς δεν θα καταλάβει τον κανόνα που υπαγορεύει τις λέξεις, τις σκέψεις, τη γλώσσα και το θυμικό ενός κόσμου, αν δεν δει τον τρόπο που εκδηλώνεται, άλλοτε ως εκδίκηση κι άλλοτε ως πάθος και ως τιμή, το αίμα. Εξού και το Γκιακ –που στα αρβανίτικα ταυτίζεται με το αίμα– είναι που δένει ψυχικά τους άνδρες που πολέμησαν στη Μικρά Ασία και κατάγονται από τις αρβανίτικες κοινότητες της Λοκρίδας στα εννιά αριστοτεχνικά διηγήματα της ομώνυμης συλλογής του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Η κοινή καταγωγή των πρωταγωνιστών μόνο τυχαία δεν είναι, αφού φανερώνει τους άγραφους κανόνες που είναι γραμμένοι με αίμα και υπαγορεύουν ανάλογες πράξεις. Το αίμα είναι η ψυχική τιμή που πληρώνει η συνείδηση και διαμορφώνει ολάκερες κοινότητες. Εξού και το οι πρωταγωνιστές που επιστρέφουν από τον πόλεμο σαλεμένοι και βίαιοι δεν καθορίζονται μόνο απ' όσα έζησαν ή έκαναν αλλά και από όσα οφείλουν να πράξουν για την τιμή της κοινότητας. Η πολεμική συνύπαρξη –που είναι και το κοινό χαρακτηριστικό που δένει αυτές τις ιστορίες– διαμορφώνει το κοινό αίτημα, όπως είθισται να συμβαίνει στις πολεμικές κοινότητες από την Ιλιάδα και πέρα. Εν προκειμένω, δεν υπαγορεύει κοινά ανδραγαθήματα αλλά άγραφους κανόνες, όπως η αιδώς και το δέος: αν κάποτε αυτοί κράτησαν μαζί τους Αργείους και τους έκαναν να αντέξουν μέχρι τέλους, τώρα ενίοτε μετατρέπουν στις αφηγήσεις του Παπαμάρκου τις αποτρόπαιες πράξεις σε πράξεις τιμής κι αξιοσύνης. Διότι είναι αλλιώς να σκοτώνεις έτσι, χωρίς λόγο, όπως ο μπαρμπα-Κώτσος, ή επειδή έχεις χαλασμένη φύση, όπως ο νόκερ Αργύρης, κι αλλιώς γιατί οφείλεις να εκδικηθείς για τη δολοφονία της αδελφής σου, όπως στο «Ντο τα'α πρες κοτσσίδετε». «Γιατί καθαρός δεν είν' κανένας, μοναχά ο άπραγος. Ίσως αυτή να ήταν και η πιο σπουδαία συμβουλή που μου 'δωκε άνθρωπος...» γράφει με απόλυτη συνείδηση ο Παπαμάρκος. Οι πράξεις είναι που μετατρέπουν τις ορμέμφυτες κινήσεις υπό την απειλή της καταισχύνης σε ηθικά μορφώματα, νοηματοδοτώντας το τρελό και το παράλογο. Ο αιμάτινος και βίαιος κόσμος που φτιάχνουν κυκλώνει την κοινότητα των ανδρών, οι οποίοι άλλοτε σφάζονται, άλλοτε μισιούνται, άλλοτε ερωτεύονται ο ένας τον άλλον – γιατί στην ολοκληρωμένη αφήγηση της πολεμοχαρούς εμπειρίας από τον Παπαμάρκο εννοείται πως καταγράφεται κι αυτό. Μόνο που εδώ το ηρωικό στοιχείο έχει αφανιστεί από την ήττα και μένει ζωντανό μόνο στις πράξεις ρεβανσισμού, συμβολοποιημένες άλλοτε στις κομμένες κοτσίδες κι άλλοτε στους άγραφους κανόνες των βλάμηδων, όπως διαπιστώνουμε στον απίστευτο «Αρραβώνα». Υπάρχει, βέβαια, και μια περίπτωση που στον βίαιο κύκλο των ανδρών παρεμβαίνει μια γυναίκα: στην «Παραλογή» η πρωταγωνίστρια βιώνει το βαθύ τραύμα της απώλειας του συζύγου και είναι αυτό που την καλεί να υπερβεί τον γυναικείο της ρόλο και να πάρει μια παράδοξη θέση στον αλλότριο κόσμο. Από χαροκαμένη σύζυγος μετατρέπεται έτσι σε υπερφυσικό πλάσμα που μάχεται στα μαρμαρένια αλώνια τον ίδιο τον Χάρο. Το μεταφυσικό στοιχείο δεν ξενίζει εδώ, αντίθετα γίνεται πραγματικό, όπως συμβαίνει σε όλες τις προφορικές αφηγήσεις που συνδυάζουν τα ρεαλιστικά στοιχεία με τα ανείπωτα. Είναι, άλλωστε, προφανές πως αυτό που καθορίζει την ένταση της μοντέρνας προφορικής αφήγησης του Παπαμάρκου είναι το όραμα του μοναχικού πρωταγωνιστή – όπως αντίστοιχα αυτό του Γκαούτσο σε όλες τις ιστορίες του Μπόρχες. Ο ανέστιος γητευτής υπαγορεύει αντίστοιχα την πρωτοπρόσωπη προφορική αφήγηση που γίνεται στα χέρια του Παπαμάρκου ένα μικρό διαμαντάκι στα σκονισμένα αλώνια των σπουδαίων αφηγητών της ελληνικής παράδοσης και παρότι ορίζεται από το τοπικό αρβανίτικο ιδίωμα, είναι εξίσου μοντέρνα, όπως αυτή του Βιζυηνού, εξίσου αλλόκοτη ή γκοθ όπως αυτή του Βουτυρά, εξίσου μοντέρνα και νεωτερική με αυτή των σπουδαίων Ελλήνων διηγηματογράφων. Δικαίως η συλλογή απέσπασε το πρώτο Βραβείο του «Αναγνώστη».

 

Σάμπως οι ήρωες του Γιανναρά να πίνουν αέναα το vin du solitaire του Μποντλέρ που δεν τους επιτρέπει να εγκλωβιστούν στο πεπερασμένο, ψεύτικο έως και αλγεινό συμβόλαιο της σχέσης.

 

Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει

Σπύρος Γιανναράς
Εκδόσεις Άγρα

 

«Τα μεγάλα βάσανα είναι πάντοτε βουβά» γράφει ο Σπύρος Γιανναράς στη συλλογή διηγημάτων Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει – ίσως το ίδιο και οι λέξεις. Κυρίως αυτές που εμφιλοχωρούν για να αποσπάσουν από τους ήρωες σκέψεις, εσωτερικές εντάσεις και συναισθήματα που έχουν πολύ μεγαλύτερη ισχύ από τις πράξεις. Σημασία δεν έχει, εν προκειμένω, τι έκαναν οι εκάστοτε αφηγητές –στην πλειονότητά τους άνδρες– στον οριοθετημένο και λειψό καμβά της πραγματικότητας αλλά τι όφειλαν, τι ήθελαν ή τι επιθυμούσαν να πράξουν. Μοναχικοί περιπατητές στο ψυχικό παιχνίδι της ηδονής και της οδύνης, μονίμως αναρωτιούνται αν το περιορισμένο υφάδι της βιωμένης ιστορίας –σχέση, παράνομος δεσμός, φαντασιωτικός έρωτας;– αρκεί για να ξετυλίξει το απόλυτο της αγάπης. Πόσο μάλλον το απόλυτο της έκφρασης, της ολοκληρωμένης φράσης ή του μεταφυσικού βιώματος που αποτυπώνεται ως εκκρεμότητα σε κάθε ερωτική ιστορία. Εξού και το ότι δεν είναι μόνο οι σχέσεις που απέτυχαν αλλά και η αξίωση της ολοκληρωμένης εμπειρίας που χάσκει πλέον σαν ανολοκλήρωτη υπόσχεση ομορφιάς. Αν οι μη αναστάσιμες υποσχέσεις δεν ανήκουν σε τούτο τον κόσμο, όπως υπαγορεύει κάπου η γραφή του Γιανναρά, αντίστοιχα αυτό δεν συμβαίνει με τη σαρκοβόρο πεπερασμένη πράξη της καθημερινής συνθήκης. Το φιλί από την περιώνυμη φωτογραφία του Ντουανώ αποδεικνύεται έτσι ένα στημένο εσταντανέ πληρωμένων ηθοποιών, κίβδηλο, όπως και τα ψεύτικα αισθήματα, οι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης καταλήγουν να προσμετριούνται με άδεια μπουκάλια από Vittel, οι ερωτοπραξίες δεν καταυγάζονται από το φως που ανασταίνει αλλά «που πανικοβάλλει τις άγευστες ψυχές». Σάμπως οι ήρωες του Γιανναρά να πίνουν αέναα το vin du solitaire του Μποντλέρ που δεν τους επιτρέπει να εγκλωβιστούν στο πεπερασμένο, ψεύτικο έως και αλγεινό συμβόλαιο της σχέσης. Ίσως πάλι οι πρωταγωνιστές να μην μπορούν πραγματικά να σχετιστούν επειδή κατακρεουργούν με κάθε τρόπο το ιδεώδες της ίδιας της σχέσης: ενδεικτικά είναι τα ζευγάρια από τον «Γάλλο με το μπερεδάκι», το «Μαύρο Άλογο» και το άκρως ειρωνικό «Ευτυχές Γεγονός». Όσο για τη βασική αρχή που εκκινεί την αφήγηση κάθε ιστορίας –που είναι άλλοτε η υπόμνηση, άλλοτε ο θυμός, άλλοτε η συνειδητοποίηση και άλλοτε η μνήμη–, αυτή αποτυπώνεται σε μικρά αποφθέγματα στην αρχή κάθε διηγήματος σαν επιγράμματα που συμπυκνώνουν το παράδοξο πεπρωμένο. Πού, αλήθεια, στοχεύουν όλα αυτά τα ζευγάρια και γιατί τα όνειρά τους βγήκαν όλα πλάνες; Πόσο χαλκευμένες είναι οι σχέσεις στην «πτωχαλαζονική γενιά» μας; Πίσω από αυτά τα ερωτήματα που συνιστούν μια πρώτη επίφαση για την καταγραφή των ερωτικών ιστοριών στη σημερινή Ελλάδα κρύβονται ερωτήματα για τη δόξα της αγάπης που μεταμορφώνει τη σάρκα και μετουσιώνει τη σεξουαλικότητα σε εξωτοπικό αίτημα δημιουργίας. Είναι η κληρονομιά και των αναφορών που υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στα διηγήματα – από τη μοναχική μορφή του Όλεγκ Γιανκόφσκι στη Νοσταλγία έως τις διακειμενικές αναφορές στην ποίηση του Σαραντάρη, του Σεφέρη ή του Νερούντα. Περίτεχνο είναι και το ύφος της αφήγησης που εναλλάσσεται ανάλογα με την εσωτερική αγωνία των πρωταγωνιστών: άλλοτε γίνεται ποιητικό, όπως στο ομώνυμο «Βασιλιάς», προφορικό ή διαλογικό στο «Ευτυχές Γεγονός», απλό, στακάτο και απέριττο στο «Βασανίζομαι». Κυρίως όμως κρατάει ζωντανή τη λυρική ελαφράδα που ποτίζει την καλοσμιλεμένη γλώσσα και διαπερνά τις περιγραφές με μια διάθεση μουσικότητας. Όχι τυχαία η γλώσσα παρασύρεται και από το εξωτερικό τοπίο: στις περιγραφές δίπλα στη θάλασσα δεν χωράνε παρά λαγαρά και όμορφα ελληνικά και ακριβείς παρομοιώσεις που μοιάζουν να ποτίζουν με αδιόρατη αλμύρα τα βασανισμένα αισθήματα. Αυτή ίσως να είναι και η ομορφιά ετούτης της συλλογής, που εξωτερικά εκφράζεται με την επιλογή του κατάλληλου χρώματος –ενώνοντας, για παράδειγμα, το γαλάζιο του αυτοκινήτου με το μπλε ενός γυναικείου φορέματος– και ολοκληρώνεται εσωτερικά με τον εξαίσιο μετατονισμό των περιγραφών και των αισθημάτων. Όσο μελαγχολικά και αν είναι τα συμπεράσματα από τα αδιέξοδα των ερωτικών σχέσεων σε όλα σχεδόν τα διηγήματα της συλλογής, τόσο τονωτικά είναι από την πληρότητα των ψυχικών περιγραφών: αυτή είναι, άλλωστε, η μαγεία του λεκτικού κι ερωτικού βίου, η ομορφιά και η οδύνη του.