(Από την Κορίνα Φαρμακόρη)

 

Φωτό: Στάθης Μαμαλάκης
Φωτό: Στάθης Μαμαλάκης

 

Το μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου Σπάνιες Γαίες που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη διαδραματίζεται στη Σοβιετική Ένωση από το 1926, έτος γέννησης του ήρωα, μέχρι το 1963, όταν αρχίζει να γράφει τα απομνημονεύματά του.

 

Ο ήρωας του βιβλίου, ο Πραβιέν, πήρε το όνομά του από τη φράση «Πράβντα Λένινα» (η αλήθεια του Λένιν) κι έχει γεννηθεί και ζει στο Μούρμανσκ, ένα λιμάνι στη Βόρεια Θάλασσα. Ο ανθρακωρύχος πατέρας του είχε πάρει μέρος στη στρατιωτική επέμβαση στην Κροστάνδη, με την οποία ο Τρότσκι –αν και διαφωνούσε– κατέπνιξε την εξέγερση των ναυτών. Ο Πραβιέν γράφει σχετικά: «Τότε, όπως είπα, ήμουν αγέννητος – στην άβυσσο της ανυπαρξίας όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και αθώοι, μόλις γεννηθούν αρχίζουν να κάνουν λάθη και να υποφέρουν από τα λάθη των άλλων».

 

Παρότι είναι λάτρης του Λένιν και, μετά την επίσκεψή του στο Μούρμανσκ, του Στάλιν, για τους  οποίους γράφει στίχους λατρείας (!), ο πατέρας συλλαμβάνεται, στέλνεται στη Σιβηρία, χωρίς η οικογένειά του να μπορέσει να μάθει την αιτία, και δεν επιστρέφει ποτέ. Λίγες μέρες μετά, ο Πραβιέν βλέπει για πρώτη φορά στη ζωή του τσίρκο και ενθουσιάζεται τόσο που αποφασίζει να γίνει «πολυκλόουν». Αρχίζει να εξασκείται μόνος του, γεμίζοντας τις ώρες της αϋπνίας, από την οποία υποφέρει, αλλά και της μοναξιάς του, μια και δεν έχει φίλους και με την αδελφή του δεν καταφέρνει να επικοινωνήσει.

 

Όταν εντάσσεται στην Κομσομόλ αρχίζει να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα αφήσει τη Σοβιετική Ένωση με εκατομμύρια νεκρούς και τον Πραβιέν με «την αόριστη εντύπωση ότι όσοι επέζησαν ήταν τυφλοί, ότι δεν έβλεπαν τίποτα απ’ όσα είχαν γίνει – μολονότι οι νεκροί προσπαθούσαν να τους εξηγήσουν». Με τη λήξη του πολέμου η Λενόρα, η αδελφή του, το σκάει, η μητέρα του καταρρέει ψυχικά και ο Πραβιέν πηγαίνει στο Λένινγκραντ για να σπουδάσει χημεία στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με μια όχι και τόσο διακριτική ανάκριση. «Εγώ σκεφτόμουν, με αγωνία, ότι η ελευθερία του κάθε ατόμου έγκειται κυρίως στην προστασία του από ερωτήσεις. Άμα αρχίζουν να σου κάνουν ερωτήσεις, είσαι χαμένος» θα γράψει.

 

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ο Πραβιέν αρχίζει να εμφανίζεται στο τσίρκο ως ο «κλόουν με τη χρυσή καρδιά». «Στο τσίρκο… ήμουν, προσωρινά, απόλυτα ευτυχισμένος» εξομολογείται. Ο θάνατος της μητέρας του, η οποία είχε τρελαθεί, του προκαλεί τεράστιο πόνο κι ενοχές και επιτείνει τις αϋπνίες του, καθώς και την καχυποψία της Οργάνωσης απέναντί του. Θα περάσει ένα καλοκαίρι ολομόναχος, διαβάζοντας τους  Άγγλους συγγραφείς που λατρεύει. «Η αγγλική λογοτεχνία μού έσωσε τη ζωή» γράφει.

 

Όταν κατατάσσεται στο Πυροβολικό, γνωρίζει την Ντάρια. «Η Ντάρια έμοιαζε το τυχερό μου αστέρι: όλα γίνονταν απλά, όλα γίνονταν αβίαστα με την Ντάρια, ακόμα κι ο ύπνος που ήταν για μένα δύσκολη δουλειά». «Ερωτόπληκτος» και «ξεμυαλισμένος», δεν βλέπει τα μαύρα σύννεφα που πλησιάζουν. Ο έρωτάς του διακόπτεται ξαφνικά, ο ίδιος διαπράττει ένα έγκλημα… Την επόμενη μέρα δεν θα είναι πια ίδιος, κυκλοφορεί παντού ντυμένος κλόουν. «Εγώ πίστευα πως, αν με ανάγκαζαν να βγάλω τα ρούχα και το μακιγιάζ του κλόουν, θα πέθαινα».

 

Μετά την αποστράτευσή του ο Πραβιέν προάγεται στο Τμήμα Σπανίων Γαιών της Μόσχας και η «τραυματική κλοουνοποίησή» του αντιμετωπίζεται ως «εκκεντρική τάση». Με την ιδιότητα του κλόουν θα κληθεί να διασκεδάσει τον Στάλιν και το επιτελείο του στη γιορτή για τα εβδομηκοστά τέταρτα γενέθλιά του. Κατά τη συνάντησή του με τον «Πατερούλη» θα έρθει αντιμέτωπος με έναν σχεδόν ανθρώπινο Στάλιν, απαρηγόρητο για την προ εικοσαετίας αυτοκτονία της συζύγου του, περιφρονημένο από την κόρη του και περιτριγυρισμένο από ανθρώπους που τον κολακεύουν και τον μισούν.

 

 

 

Ο τρομερός ηγέτης παρουσιάζεται ως ξεμωραμένος παππούς που βλέπει παντού εχθρούς, πιστεύει πως «πρέπει να πέφτουν κεφάλια – και μάλιστα καταμεσής στην Κόκκινη Πλατεία, για να τα βλέπει ο λαός» και δεν μοιάζει να έχει ιδιαίτερη επίγνωση της πραγματικότητας. «Καμιά φορά, μέσα μου, δείχνω ασυγχώρητη αμετροέπεια» θα σκεφτεί ο Πραβιέν, όταν μπαίνει στον πειρασμό να αντιπαραβάλει τη μοίρα του πατέρα του με αυτήν του Στάλιν, που παραπονιέται για τη μοναξιά του. Το αριστοτεχνικά στημένο επεισόδιο καθιστά περιττή οποιαδήποτε μεγαλόστομη κριτική του καθεστώτος και η συγγραφέας καταφέρνει με μια κωμικοτραγική σκηνή να αποκαλύψει όλη την παράνοιά του, αποφεύγοντας τον διδακτισμό.

 

Ο Πραβιέν και η ομάδα του ψάχνουν στην επικράτεια για σπάνιες γαίες, προσπαθώντας να ακολουθήσουν τα επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης κι εκείνος απογοητεύεται από τη στενοκεφαλιά του συστήματος. «Καμιά φορά ένιωθα πως όλο το σοβιετικό μας σύστημα ήταν χτισμένο πάνω στην άγνοια, πως έδινε χοντροκομμένες απαντήσεις όχι μόνο στην επιστήμη αλλά και σε προαιώνια ανθρώπινα ερωτήματα».

 

Πάντα κρυμμένος πίσω από το προσωπείο του κλόουν, ο Πραβιέν  γνωρίζει τον Βρετανό κατάσκοπο Γκάι Μπέρτζες, ο οποίος έχει αυτομολήσει στον παράδεισο του υπαρκτού σοσιαλισμού, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει την απόσταση του ονείρου από την πραγματικότητα και να επανεκτιμήσει όσα πρόδωσε. Μέσα από αυτήν τη γνωριμία ο Πραβιέν θα εντρυφήσει στην αγαπημένη του αγγλική λογοτεχνία και θα εξιδανικεύσει τη Δύση. «Ήθελα να αγκαλιάσω τα βιβλία του Γκάι, τα βιβλία που δεν μιλούσαν για χαροκαμένες μάνες κομμουνιστών και για τον θρίαμβο της μεταλλουργίας αλλά για τη συζυγική κόλαση, για τη φθαρμένη σεξουαλικότητα, τις ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες, την ασθένεια των γηρατειών, τα παιχνίδια του θανάτου και τη φάρσα της ύπαρξης».

 

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τον Πραβιέν να αρνείται να βγάλει τη στολή του κλόουν; Γιατί ένας άνθρωπος ξαφνικά επιλέγει να απαρνηθεί τη μορφή του; Είναι ο τρόπος που βρίσκει ο ήρωας για να επιβιώσει σε ένα καταπιεστικό περιβάλλον που συνθλίβει την ανθρώπινη προσωπικότητα; Ο κόσμος του τσίρκου λειτουργεί ως ένα καταφύγιο, ένα παράλληλο σύμπαν μέσα στο οποίο οι δαίμονές του είναι ανίσχυροι; Μήπως έτσι «περιγράφει» τη γελοιοποίηση την οποία υφίσταται ένα άτομο όταν του επιβάλλεται ο τρόπος σκέψης του; «Κανείς δεν έλεγε τη γνώμη του – ίσως να μην είχε καν γνώμη» θα γράψει.

 

Νομίζω πως αυτό που θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τον ήρωα είναι η χρονική στιγμή την οποία επιλέγει για να μετουσιωθεί σε κλόουν. Πρόκειται για την επομένη του εγκλήματος που έχει διαπράξει. Από εκείνη τη στιγμή αρνείται να παρουσιάσει το πρόσωπό του. Δεν τον ενδιαφέρει η άποψη των άλλων ανθρώπων, δεν τον απασχολεί καν ο υπαρκτός κίνδυνος εγκλεισμού σε ψυχιατρική κλινική. Ο Πραβιέν κρύβεται πίσω από το βαρύ μακιγιάζ του κλόουν, μη αντέχοντας να αποχωριστεί το προσωπείο του. Αυτό που στην ουσία δεν αντέχει είναι να αντικρίσει τον ίδιο του τον εαυτό… Ανήμπορος να αντισταθεί στο «σύστημα», αδύναμος να κατακτήσει την προσωπική του ελευθερία και να διεκδικήσει τα όνειρά του, κρατάει μια τελευταία γραμμή άμυνας, υποδύεται κάποιον άλλο.

 

Οι ήρωες της Σώτης Τριανταφύλλου στις Σπάνιες Γαίες αναζητούν απελπισμένα τον δικό τους παράδεισο μέσα σε ένα καθεστώς ανελεύθερο που πνίγει κάθε τους ελπίδα. Η απόδραση του καθενός επιτυγχάνεται πρωτίστως σε πνευματικό επίπεδο κι αυτό, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν είναι λίγο. Άλλωστε, όπως παρατηρεί ο Πραβιέν: «Δουλεύουμε πολύ εδώ στη Σοβιετική Ένωση – ραμπότα είναι, νομίζω, η αγαπημένη μας λέξη. Αλλά τα πνεύματα είναι, νομίζω, οκνηρά, τα μυαλά αιχμάλωτα».