Είμαστε μια ανακατανομή του τίποτα

 

(...) 'Ολοι ξέρουμε ότι ζούμε σ’ ένα σύμπαν που διαστέλλεται για 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια. Άρα, αν πάμε πίσω στον χρόνο, κοντά στην “αρχή”, το σύμπαν ήταν λιλιπούτειο, μικρότερο κι από ένα quark ή ηλεκτρόνιο. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε, τουλάχιστον στην αρχή, με ένα κβαντικό σύμπαν.


Το σύμπαν προέρχεται από (ή εμφανίστηκε σαν) μια αυθόρμητη (spontaneous) κβαντική διακύμανση του “τίποτα” ή καλύτερα από το κβαντικό κενό. Υπάρχουν άπειρες τέτοιες κβαντικές διακυμάνσεις, οι οποίες όμως είναι πολύ βραχύβιες της τάξεως του 10-44 του δευτερολέπτου! Μια από αυτές τις κβαντικές διακυμάνσεις, για καθαρά τυχαίους λόγους, κατόρθωσε “να διαφύγει” και μέσα από μια αρχικά ΄”πληθωριστική” (inflationary) διαστολή, να εξελιχθεί έπειτα από 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια στο σύμπαν που “βλέπουμε” σήμερα. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι κάθε μια από τις “άπειρες” διακυμάνσεις θα μπορούσε δυνητικά να εξελιχθεί σ΄ένα σύμπαν, με τους δικούς του φυσικούς νόμους, όπως περιγράφεται από τις περίπου 10500 “λύσεις” των εξισώσεων της Μ ή F θεωρίας. Γνωρίζοντας σήμερα ότι, σύμφωνα με τη θεωρία των Υπερχορδών/Μ-Θεωρία, τα δυνητικά σύμπαντα, για λόγους συνέπειας της θεωρίας, πρέπει να είναι 10,11, ή 12 διαστάσεων. Συνεπώς, οι 6,7,8 “περιττές” διαστάσεις, μια που ζούμε σ’ ένα 4-διάστατο σύμπαν, πρέπει να παραμείνουν “διπλωμένες” περίπου στο 10-30 – 10-33 του εκατοστού! Ο τρόπος και η εσωτερική γεωμετρία του “διπλώματος” των “περιττών” διαστάσεων καθορίζουν ριζικά όχι μόνο τον τύπο των δυνάμεων ή αλληλεπιδράσεων, αλλά και τις μάζες των σωματιδίων και άλλες φυσικές σταθερές. Με άλλα λόγια, γνωρίζουμε σήμερα ότι το εμφανιζόμενο σύμπαν διέπεται από ένα μοναδικό κι αναπόσπαστο σύνολο φυσικών νόμων και φυσικών σταθερών. Η ερώτηση γιατί αυτό το δικό μας σύμπαν και όχι άλλο δεν έχει νόημα, μια που όλα τα σύμπαντα, κατ’ αρχήν, έχουν μη μηδενική πιθανότητα εμφανίσεως. Η παραπάνω περιγραφή είναι αυτό που λέμε σήμερα “πολυσύμπαν” (multiverse) και είναι απόρροια της M ή F θεωρίας.


Πρέπει να τονιστεί ότι η ύπαρξη της στιγμιαίας “πληθωριστικής” (inflatinary) διαστολής διασφαλίζει ένα υψίστης σημασίας desideratum, τον μηδενισμό ανά πάσα στιγμή της συνολικής ενέργειας του σύμπαντος. Η ύπαρξη της βαρύτητας, που δρα πάντοτε ελκτικά, άρα συνεισφέρει αρνητική ενέργεια, είναι ανυπολόγιστης αξίας στη μηδενοποίηση της ολικής ενέργειας του σύμπαντος. χαρακτηριστικά αναφέρω ότι, στη θεωρία Υπερχορδών/Μ-θεωρία/F-θεωρία, η βαρύτητα είναι αυτόματα παρούσα σ’ όλες τις “λύσεις” τους. Ο μηδενισμός της ολικής ενέργειας του σύμπαντος καθιστά προφανώς δυνατή την “εμφάνιση” του σύμπαντος από το “τίποτα”, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της διατήρησης της ενέργειας. είναι μεγάλο ευτύχημα για όλη τη “Μεγάλη Εικόνα”, που παρουσίασα, ότι τα πειραματικά-παρατηρησιακά δεδομένα δείχνουν ότι η ολική ενέργεια του σύμπαντος είναι μηδέν! Τελικά, όπως είπα πριν από δέκα χρόνια:
“Είμαστε μια ανακατανομή του τίποτα…”


Ξεκινώντας λοιπόν με ένα ούτως εμφανιζόμενο σύμπαν, μπορούμε μέσα από τους φυσικούς νόμους που το διέπουν να μελετήσουμε επιτυχώς όλη την εξέλιξη του μέχρι σήμερα, ερμηνεύοντας την εμφάνιση όλων των “Μεγάλων Δομών” (Large Structures), γαλαξιών, σμηνών αστέρων, αστέρων, πλανητών….(βλέπε εικόνα/σχήμα παραπάνω).
Πρέπει να τονιστεί ότι η “Μεγάλη Εικόνα” για την εμφάνιση του σύμπαντος, που μόλις περιέγραψα, συνδυασμένη με τη δαρβινική εξέλιξη των ειδών, ελευθερώνει τον άνθρωπο από πολλά θεμελιώδη και υπαρξιακά ερωτηματικά που τον απασχολούν από τότε που υπάρχει. Ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει κάτι το μεγαλειώδες σ’ αυτή τη θεώρηση του σύμπαντος…

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία, Δημήτρης Νανόπουλος – Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Εκδόσεις Καστανιώτη (αναδημοσίευση από το σάιτ physicsgg - Φυσικοί και Φυσική από το διαδίκτυο).

 

 

 

Περιοδικό 01 (Δεκέμβρης 1993).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό 'Εψιλον της Ελευθεροτυπίας (Αύγουστος 2003).

 

 

 

 

 

 

Ζητήματα φυσικής. Με μία συνάδελφο στο New York College της Αθήνας.


"Το 1998 υπήρξε πρωτοβουλία ομάδας 32 πανεπιστημιακών (κυρίως μέλη ΔΕΠ) του τμήματος Φυσικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για την μετάκληση του στο συγκεκριμένο τμήμα. Το εντεκαμελές εκλεκτορικό σώμα που κλήθηκε να αποφασίσει απέρριψε την πρόταση με ψήφους 6-4. Κατά ψήφισαν οι: Νίκος Αντωνίου, Ανδρέας Κοντογούρης, Χρήστος Κτορίδης, Απόστολος Παναγιώτου, Κωνσταντίνος Παπανικόλας και Ανδρέας Πολύδωρος, ενώ υπέρ οι: Δημοσθένης Ασημακόπουλος, Αθανάσιος Λαχανάς, Γεώργιος Παπαδόπουλος και Λεωνίδας Ρεσβάνης. Ο κ. Παναγιώτης Βαρώτσος ήταν απών" (Wikipedia").

O Δημήτρης Νανόπουλος, αν και υπήρξε δύο φορές προτεινόμενος για το Νόμπελ Φυσικής, παραμένει εκτός ελληνικού Πανεπιστημίου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

 

 

"Συνέντευξη με τον καθηγητή Δημήτρη Νανόπουλο, διακεκριμένο καθηγητή θεωρητικής φυσικής στο πανεπιστήμιο Texas A&M.
Η συνέντευξη δόθηκε στην Δρ Νίκη Τσιρώνη
Σκηνοθεσία: Veronique Magnes
Μοντάζ: Χρόνης Θεοχάρης

Βραδυά Ερευνητή 2011 -- Marie Curie Actions -- FP7.
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 23 Σεπτεμβρίου 2011.
Ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα που έχει στόχο να φέρει κοντά το ευρύ κοινό με τους ερευνητές. Η βραδυά γιορτάζεται την ίδια μέρα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θέμα της φετεινής διοργάνωσης του ΕΙΕ είναι Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ.
Επιστημονική υπέυθυνη: Δρ Νίκη Τσιρώνη."

 

Συνέντευξη: Δημήτριος Νανόπουλος «Είμαστε μια ασημαντότητα μέσα σε ένα τεράστιο σύμπαν»

στους Γιώργο Κέντα και Δημήτρη Ηλιάδη

(αναδημοσίευση από το σάιτ του περιοδικού Σύγχρονη Σκέψη).

 

Έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε σε δύο μέρη συνέντευξη ενός εκ των κορυφαίων φυσικών επιστημόνων στον κόσμο, του Δημήτριου Νανόπουλου. Ο Δημήτριος Νανόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948 και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ολοκλήρωσε την διδακτορική του διατριβή το 1973 στο Πανεπιστήμιο του Sussex. Έχει τον τίτλο του Διακεκριμένου Καθηγητή και την έδρα Mitchell/Heep της Φυσικής Υψηλών Ενεργειών στο Πανεπιστήμιο Texas A&M στις ΗΠΑ. Διετέλεσε ερευνητής στο CERN στην Ελβετία, στο Ecole Normale Superieure στην Γαλλία, καθώς και στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ στις HΠA. Το 1997, εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει ένα τεράστιο συγγραφικό έργο με εκατοντάδες άρθρα και 10 βιβλία, και υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες άρθρα που παραπέμπουν στο έργο του.

Μέσα από την συνομιλία μας με τον κ. Νανόπουλο διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για έναν απλό άνθρωπο, χωρίς έπαρση, πρόθυμο να μας μιλήσει χωρίς να καταφεύγει σε επιστημονικούς (ή επιστημονικοφανείς) γλωσσικούς μαξιμαλισμούς.

 

Τι ψάχνει να βρει ένας φυσικός επιστήμονας;

Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε ως φυσικοί είναι να κατανοήσουμε τους βασικούς κανόνες με τους οποίους δουλεύει η φύση. Αναζητούμε τους φυσικούς νόμους, δηλαδή τους νόμους από τους οποίους διέπεται το σύμπαν. Με άλλα λόγια, αναζητούμε μια σειρά από βασικούς και θεμελιώδεις νόμους και προσπαθούμε, στηριζόμενοι πάνω σε αυτούς, να κτίσουμε το σύμπαν ή να πάρουμε μια εικόνα από αυτό.

Θεωρείτε πως η γνώση είναι συσσωρευτική στις φυσικές επιστήμες, δηλαδή η δουλειά σας βασίζεται πάνω στην εργασία προγενέστερων επιστημόνων;

 

Βεβαίως. Είναι ξεκάθαρο ότι η φυσική δεν είναι όπως η λογοτεχνία ή η ποίηση. Η γνώση ενός σύγχρονου φυσικού δεν είναι ανεξάρτητη από την γνώση ενός προγενέστερου φυσικού επιστήμονα. Παρόλο που και στις ανθρωπιστικές σπουδές η σημερινή γνώση μπορεί να επηρεάζεται από προγενέστερη γνώση, εμείς ως φυσικοί επιστήμονες είμαστε αναγκασμένοι να λάβουμε υπόψη την εργασία που συσσωρεύτηκε και από τις προηγούμενες γενεές. Για να προχωρήσει ή να «προοδεύσει» ένας φυσικός επιστήμονας πρέπει να λάβει υπόψη του τα επιτεύγματα των προηγούμενων γενεών, δηλαδή να λάβει υπόψη του πού έχει φτάσει η γνώση μας για το σύμπαν, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας. Αυτό άλλωστε υποστήριξε και ο Νεύτωνας παλαιότερα: Κάθε γενιά στηρίζεται στην προηγούμενη. Δεν ξέρω αν στηριζόμαστε πάντοτε στους ώμους των γιγάντων, όπως υποστήριξε ο Νεύτωνας, αλλά σίγουρα για εμάς η εργασία των μεγάλων θεμελιωτών της φυσικής επιστήμης είναι σημαντική.

 

Αποδέχεστε αυτό που λένε οι φιλόσοφοι της επιστήμης ότι υπάρχουν θεωρίες (επιστημονικά παραδείγματα) οι οποίες έχουν καταρρεύσει και πρέπει να εγκαταλειφθούν, ή θεωρείτε πως από τα παραδείγματα τα οποία απέτυχαν στις προβλέψεις ή στις εκτιμήσεις τους μπορούμε να κρατήσουμε κάποια συγκεκριμένα στοιχεία;

Θα έλεγα το δεύτερο, με την εξής έννοια. Σίγουρα σε κάθε δεδομένη στιγμή δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε τα πάντα. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Όποιος επιστήμονας δεν δέχεται αυτή τη πρόταση, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι επιστήμονας. Δεύτερο, όταν λέμε ότι ο Αϊνστάιν ανέτρεψε τον Νεύτωνα, ή ότι πάμε να ανατρέψουμε τον Αϊνστάιν, δεν εννοούμε ότι αυτές οι θεωρίες, αυτά τα επιστημονικά παραδείγματα είναι «ξοφλημένα». Αν πάρουμε για παράδειγμα την φυσική του Νεύτωνα, σίγουρα η θεωρία του ισχύει σε μια πάρα πολύ μεγάλη περιοχή της φυσικής, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Η γνώση μας, όμως, προχωράει και χρειάζεται να γίνονται κάποιες διορθώσεις. Μερικές φορές οι διορθώσεις είναι περιορισμένες, δηλαδή προσθέτεις ένα όρο και τίποτα άλλο, χωρίς να ανατρέπεις ολόκληρη τη θεωρία. Στην περίπτωση του Αϊνστάιν, βέβαια, δεν είχαμε μόνο κάποιες μικροδιορθώσεις, είχαμε κάποιες θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο αντίληψής μας για τον κόσμο. Είχαμε αυτό που λέμε θεμελιώδεις αλλαγές των εννοιών. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση μας, ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο μας, επεκτείνεται και βελτιώνεται. Με την θεωρία του Αϊνστάιν αποκτήσαμε ένα καλύτερο πλαίσιο που μας επιτρέπει να περιγράφουμε καλύτερα τον κόσμο μας και να κατανοούμε πιο πολλά φαινόμενα.

 

Δεν μπορούμε, όμως, να μιλήσουμε και για ανατροπές στην εξέλιξη της φυσικής επιστήμης;

Βεβαίως και μπορούμε, αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Αν στα επόμενα χρόνια αποδειχθεί ότι η ταχύτητα του φωτός δεν είναι σταθερή, όπως υποστήριξε ο Αϊνστάιν και μέχρι σήμερα υποστηρίζουν οι περισσότεροι επιστήμονες, αλλά ότι η ταχύτητα του φωτός εξαρτάται από την συχνότητα, τότε θα μπορούμε να μιλούμε για μια ουσιαστική μεταβολή και ίσως ανατροπή μια θεμελιώδους αρχής της φυσικής. Υπάρχουν κάποιες πολύ καλές ενδείξεις ότι αυτή η θέση θα αποδειχθεί. Αν αποδειχθεί, όμως, αυτό δεν θα σημαίνει ότι ο Αϊνστάιν θα διαψευστεί εξ ολοκλήρου. Σε καμία περίπτωση. Απλά θα προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα, θα δούμε καινούργια πειραματικά δεδομένα που δεν μπορούσαμε να δούμε προηγουμένως και θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις αυτών των δεδομένων στους νόμους της φύσης. Αυτός είναι ο αγώνας της Φυσικής. Θα συνεχίσουμε τον δρόμο αυτό ώσπου σε κάποια στιγμή θα είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε όλα τα φαινόμενα. Μέχρι να φτάσουμε στο τέλος. Κάποια γενιά στο μέλλον, φαντάζομαι, θα είναι σε θέση να δει τον κόσμο μας όπως ακριβώς είναι!

 

Δηλαδή θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το έργο ενός φυσικού είναι τελεολογικό, δηλαδή υπάρχει ένας τελικός σκοπός και αυτός είναι που καθορίζει το περιεχόμενο της εργασίας σας;

Όχι, δεν υπάρχει τέλος με αυτή την έννοια. Ο φυσικός προσπαθεί να κάνει, αν μου επιτρέπεται η χρήση κάποιων επιστημονικών όρων, την όσο δυνατό καλύτερη αναγωγή των πραγμάτων. Δηλαδή χρησιμοποιώντας όσο το δυνατό λιγότερες παραδοχές ο φυσικός προσπαθεί να ανακαλύψει τους νόμους που να εξηγούν όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Αυτό είναι ίσως το κύριο χαρακτηριστικό της εργασίας ενός φυσικού.

 

Πώς λειτουργεί όμως ο κόσμος μας; Υπάρχει μια αναλλοίωτη πραγματικότητα (δηλαδή αυτό που υποστηρίξατε εσείς ως τους νόμους της φύσης) η οποία λειτουργεί ανεξάρτητα από την ανθρώπινη γνώση ή μήπως εμείς οι άνθρωποι δημιουργούμε την «πραγματικότητα» γύρω μας;

Προσωπικά δεν συμφωνώ με τις προσεγγίσεις διαφόρων φιλοσόφων, γάλλων κυρίως, οι οποίοι προσπαθούν να σχετικοποιήσουν τον κόσμο μας. Ο καθένας μπορεί να υποστηρίζει τις θεωρίες του και να κάνει όσες συζητήσεις θέλει για το πώς μπορεί να αποδειχθεί μια θεωρία και ούτω κάθε εξής. Στην φυσική, όμως, η μέθοδος εργασίας μας είναι πολύ συγκεκριμένη. Η φυσική είναι μια πειραματική επιστήμη. Αυτό που ένας επιστήμονας ορίζει ως πραγματικό, στην ουσία είναι ένα πειραματικό γεγονός. Πειραματικό σημαίνει ότι αυτό το γεγονός βρίσκεται στην ίδια κατάσταση συνεχώς, όσες φορές και αν προσπαθήσουμε να το παρατηρήσουμε. Για παράδειγμα, όταν κρατάω ένα μπαλάκι και το αφήνω να πέσει και το βλέπω ότι πέφτει πάντοτε προς τα κάτω, τότε απ” τη στιγμή που όπου και αν το αφήσω αυτό θα πέφτει πάντοτε προς τα κάτω, μπορώ να υποστηρίξω ότι υπάρχει μια δύναμη που ασκείται πάνω σε αυτό το μπαλάκι και επηρεάζει την κίνησή του. Αυτό είναι ένα πειραματικό γεγονός. Τώρα, η ερμηνεία αυτού του γεγονότος έχει την ιδιαίτερή της σημασία. Το γεγονός ότι ένα μπαλάκι θα πέφτει πάντοτε προς τα κάτω, όταν φυσικά το αφήσω λίγο πάνω από την επιφάνεια της γης, είναι ένα γεγονός που θα πρέπει να ήτανε πάντοτε έτσι. Η σύγχρονη φυσική υποστηρίζει ότι αυτό το γεγονός ίσως μπορεί να ερμηνευθεί και διαφορετικά, δηλαδή ο Νεύτωνας απέδωσε αυτό το γεγονός στην παρουσία μιας δύναμης, ενώ ο Feynman το απέδωσε στην ύπαρξη ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων. Στο τέλος, όμως, σημασία έχει το πραγματικό γεγονός, δηλαδή πως το μπαλάκι θα πέφτει πάντοτε προς τα κάτω.

Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι αυτό που βλέπουμε, αυτό που οι άνθρωποι έχουμε συμφωνήσει μεταξύ μας, αυτή η εικόνα που δημιουργείται μέσα στο μυαλό μας, μια εσωτερική αναπαράσταση με ένα μπαλάκι να πέφτει πάντοτε προς τα κάτω. Στο μυαλό του κάθε ανθρώπου υπάρχει η ίδια εικόνα και αυτό εξ ορισμού λέγεται πραγματικότητα.

 

Δεν ανησυχείτε όμως μήπως αυτή η πραγματικότητα αλλοιωθεί λόγω της αστάθειας των νόμων της φύσης; Για παράδειγμα αυτό που εσείς υποστηρίζετε για την ταχύτητα του φωτός, ότι δηλαδή δεν είναι συνεχώς σταθερή, δεν οδηγεί σε μια μεταβαλλόμενη πραγματικότητα;

Κάθε γενιά ίσως βιώνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Η δική μου άποψη είναι ότι σε κάποια στιγμή η τεχνολογία θα φτάσει σε τέτοιο σημείο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε όλους του νόμους της φύσης. Εδώ και περίπου 300 χρόνια έχουμε αρχίσει ένα ταξίδι. Πολλές φορές συναντήσαμε εκπλήξεις και αναπάντεχα αποτελέσματα. Σίγουρα, ο κύκλος των αναζητήσεων δεν έχει κλείσει, δηλαδή δεν έχουμε ανακαλύψει όλους τους βασικούς νόμους και οι θεωρίες μας δεν περιγράφουν τα πάντα. Παρόλα αυτά, θεωρώ ότι με τις τεχνολογικές εξελίξεις θα φτάσουμε σε ένα σημείο που δεν θα έχουμε τέτοιου είδους «εκπλήξεις».

 

Δηλαδή θεωρείτε πως θα υπάρξει κάποιο σημείο όπου οι φυσικοί επιστήμονες θα μπορούν στο εργαστήριο τους να αναπαραγάγουν τις συνθήκες που επικρατούν στη φύση και να μπορούν να κάνουν ασφαλείς προβλέψεις για την εξέλιξη της φύσης και του περιβάλλοντός μας;

Ακριβώς αυτός είναι ο στόχος μας. Όπως τον έχετε περιγράψει. Ταυτόχρονα, όμως, όσον αφορά την δυνατότητα πρόβλεψης, πρέπει να αποφύγουμε τις κακοτοπιές. Ασφαλείς προβλέψεις μπορούν να γίνουν μέσα από την κβαντομηχανική, δηλαδή στο πλαίσιο των ορίων της σύγχρονης φυσικής.

 

Ο Αϊνστάιν υποστήριξε «ότι ο Θεός δεν μπορεί να παίζει ζάρια». Από την άλλη, πολλοί φυσικοί επιστήμονες έχουν αναγνωρίσει τον παράγοντα της τύχης στη εξέλιξη του σύμπαντος. Ποια είναι η δική σας θέση;

Σε αυτό το ζήτημα στέκω 180 μοίρες, δεν μπορώ να πάω πιο αντίθετα από τον Αϊνστάιν. Θεωρώ ότι η τυχαιότης, όπως αυτή καθορίζεται από την κβαντική φυσική, παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του σύμπαντος. Είναι ξεκάθαρο ότι ο κόσμος είναι ένα τυχαίο γεγονός. Ο Αϊνστάιν βέβαια είχε μια κλασική αντίληψη του κόσμου. Δεν ήθελε να αποδεχθεί την κβαντομηχανική. Δεν μπορώ να υποστηρίξω ότι δεν κατανοούσε την κβαντομηχανική, αλλά έχω την εντύπωση πως δεν μπορούσε να την χωνέψει και πραγματικά, εδώ που τα λέμε, είναι λίγο «αχώνευτη». Ο Αϊνστάιν υποστήριξε ότι «ο Θεός δεν μπορεί να παίζει ζάρια», αλλά ο Hawking είπε ότι «έχω την εντύπωση πως ο Θεός και ζάρια παίζει, και καμία φορά τα χάνει κιόλας». Εννοούσε φυσικά ότι πολλές φορές οι πληροφορίες χάνονται στις μαύρες τρύπες. Τώρα νομίζω ότι έχουμε μια συμπληρωμένη εικόνα για το σύμπαν.

 

Εσείς τι πιστεύετε για την τυχαιότητα;

Η τυχαιότης είναι κεντρικό πράγμα στην ζωή μας, όχι μόνο στην φυσική αλλά και γενικότερα σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να το συμπεράνει κάποιος αναλογιζόμενος βασικές αρχές τις κλασικής φυσικής και της αρχής της αβεβαιότητας. Ζούμε σε ένα σύμπαν το οποίο είναι διαστελλόμενο, που σημαίνει ότι τώρα είναι τόσο μεγάλο και απέραντο όσο μας φαίνεται, επειδή διαστέλλεται επί περίπου 13.7 δισ. χρόνια. Είναι προφανές ότι αν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε προς τα πίσω, πολύ κοντά εκεί όπου εμφανίστηκε το σύμπαν, τότε αυτό που θα διαπιστώσουμε είναι ότι το σύμπαν ήταν μικρότερο από ένα ηλεκτρόνιο, από ένα κουάρκ. Αυτό σημαίνει ότι το σύμπαν είναι ένα κβαντικό σύμπαν, δηλαδή υπακούει στους νόμους της κβαντικής φυσικής και άρα όλη η εμφάνισή του διέπεται από τους κβαντικούς νόμους, οι οποίοι εμπεριέχουν ξεκάθαρα την έννοια της τυχαιότητας.

 

Μιλήσατε για διαστολή του σύμπαντος. Ο Hawking διερωτήθηκε το εξής: «Αν σταματήσει να διαστέλλεται το σύμπαν, τότε ο χρόνος θα σταματήσει να πηγαίνει προς τα μπρος;» Ο Καστοριάδης σημείωσε ότι αυτό το ζήτημα έχει λυθεί στον μύθο του «Πολιτικού» στον Πλάτωνα. Σε μια τέτοια περίπτωση, υποστήριξε ο Καστοριάδης, ο χρόνος θα ξετυλίγεται ανάποδα. Ποια η άποψή σας για το ζήτημα του χρόνου σε σχέση με τη διαστολή του σύμπαντος;

Καταρχάς μετράμε τον χρόνο από τότε που εμφανίστηκε αυτό το σύμπαν στο οποίο ζούμε εμείς τώρα. Όταν λέμε 13.7 δισ. χρόνια εννοούμε ότι μόνο τόσο μπορούμε να πάμε προς τα πίσω για να μετρήσουμε την ηλικία του σύμπαντος. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός είναι και ο «απόλυτος χρόνος». Υπάρχουν θεωρίες που υποστηρίζουν ότι το σύμπαν εκβάλλεται από μια αιώνια «δεξαμενή», το λεγόμενο «κβαντικό κενό». Αυτό το κβαντικό κενό θα υπήρχε από πάντα και με βάση αυτό ο χρόνος δεν μπορεί να έχει μια συμβατή έννοια. Κατά την άποψή μου και οι δύο θέσεις έχουν μια λογική βάση. Ο Hawking λέει ότι αν σταματήσει να διαστέλλεται το σύμπαν (παρόλο που είναι δύσκολο να σταματήσει ξαφνικά και εν πάση περιπτώσει δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει αυτό), τότε σε αυτό το σύμπαν ο χρόνος που χαρακτηρίζει αυτό το σύμπαν θα σταματήσει και δεν θα έχει πλέον το ίδιο νόημα. Από την άλλη πλευρά όμως, αν υπάρχει αυτό που αποκάλεσα «κβαντικό κενό» του χρόνου, τότε υπάρχει ένας χρόνος ο οποίος είναι διαφορετικός από αυτό που αντιλαμβανόμαστε και μετράμε σήμερα. Από την άλλη μεριά, βέβαια, πολλές φορές η έννοια του χρόνου συνδέεται με την εξέλιξη. Εμείς έχουμε συνδέσει την έννοια του χρόνου με κάποιο ρυθμό. Ο άνθρωπος σκέφτηκε την έννοια του χρόνου, φαντάζομαι, για να μπορεί να μελετάει τις διάφορες εξελίξεις στο σύμπαν. Για παράδειγμα, αν έχουμε μια απόσταση από το Α στο Β, τότε έχει νόημα να μιλάμε για την ταχύτητα που θα χρειαστεί για να διανύσουμε αυτή την απόσταση όταν ο χρόνος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια μεταβλητή. Έτσι μπορούμε να μετράμε έννοιες όπως «ρυθμός», «εξέλιξη» και «μεταβολή». Από την στιγμή που δεν θα υπάρχει τίποτα που να εξελίσσεται και να μεταβάλλεται, τότε ο χρόνος θα χάσει την πρωταρχική του ιδιότητα. Είμαι σίγουρος πως ο Κορνήλιος Καστοριάδης θα συμφωνούσε με αυτό.

 

Εάν η εξέλιξη του σύμπαντος είναι τυχαία στο πλαίσιο πάντα των αρχών της κβαντικής φυσικής, τότε πόσο έλεγχο μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να ασκούμε σε αυτή την εξέλιξη;

Την εξέλιξη του σύμπαντος σίγουρα δεν μπορούμε να την ελέγξουμε, δηλαδή τον τρόπο που διαστέλλεται και επιταχύνεται. Από την άλλη τη μεριά, αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι αυτό που λέμε «τυχαιότης» συνδέεται με κάποιο τρόπο και με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Δεν είμαστε κουρδισμένα αντικείμενα, ούτε μπορούν να μας προγραμματίζουν να κάνουμε πράγματα χωρίς να τα κατανοούμε ή να τα ελέγχουμε. Άρα, η έννοια της τυχαιότητας συνδέεται πάρα πολύ στενά με την έννοια της ελεύθερης βούλησης. Έχουμε τις καταστάσεις στα χέρια μας. Εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την εξέλιξη του μέλλοντος σε προσωπικό, σε κοινωνικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Έχουμε την τύχη μας στα χέρια μας, έστω σε ό,τι αφορά στην τοπική εξέλιξη του σύμπαντος. Τώρα, αν κατορθώσουμε να διαλύσουμε τη γη, δηλαδή να συνεχίσουμε να λειτουργούμε με τον τρόπο που λειτουργούμε σήμερα, αν τα τινάξουμε όλα στον αέρα, τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας. Ό,τι και αν κάνουμε όμως δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ροή του σύμπαντος, καθώς είμαστε μια ασημαντότητα μέσα σε ένα τεράστιο σύμπαν.

 

Πόσο μας βοηθά η φιλοσοφία να κατανοήσουμε τον κόσμο μας;

Η φιλοσοφία μου αρέσει πάντοτε. Ως έλληνες έχουμε μία έμφυτη φιλοσοφική διάθεση, παρόλο που, για να είμαι ειλικρινής, από μικρό παιδάκι αντιπαθούσα την «αμπελοφιλοσοφία». Ένας από τους λόγους που έγινα φυσικός επιστήμονας είναι αυτός. Ήθελα να είχα στα χέρια μου απτά και ξεκάθαρα πράγματα για τον κόσμο μας. Εδώ όμως πρέπει να κάνουμε και ένα διαχωρισμό ανάμεσα στην «αμπελοφιλοσοφία» και τη βαθυστόχαστη φιλοσοφική σκέψη. Φιλοσοφία σημαίνει, φίλος της σοφίας. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία έθεσε θεμελιώδεις έννοιες που εξελίχθησαν σήμερα σε μία σύγχρονη μορφή εννοιών για την μοντέρνα φυσική, μαθηματικά, βιολογία κλπ. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι προσπάθησαν να καταλάβουν, να αντιληφθούν πως δουλεύει το σύμπαν. Εμένα με συναρπάζουν οι λεγόμενοι προ-Σωκρατικοί φιλόσοφοι. Και επιτρέψετε μου να πω ότι θεωρώ λάθος την αναφορά σε προ-Σωκρατικούς φιλόσοφους. Γιατί δεν τους λέμε μετά-Θαλικούς ή μετά-Δημοκρτιτικούς φιλόσοφους. Στο κάτω-κάτω ξέρουμε σήμερα ότι ο Δημόκριτος, ο Θαλής, ο Ηράκλειτος, ο Αναξίμανδρος, ο Λεύκιππος, είχανε περισσότερο «δίκαιο» σε ό,τι έλεγαν παρά οι μεταγενέστεροί τους.

 

Ίσως τότε μπορούμε να μιλήσουμε για το συναπάντημα της φιλοσοφία και της επιστήμης, στο πλαίσιο αυτό που αποκαλούμε σήμερα πολυεπιστημονική έρευνα;

Η διεπιστημονικότητα ή πολυεπιστημονικότητα είναι πράγματι χρήσιμη. Αυτό που έχω υποστηρίξει διαχρονικά είναι ότι αυτή η μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μεταφέρουμε την γνώση των φυσικών επιστημών, λόγου χάρη, σε ένα πλαίσιο που να μπορεί να γίνει κατανοητή. Δεν είναι τόσο σημαντικό να καταλάβει ο μέσος άνθρωπος πώς εργαζόμαστε, αλλά τί βρήκαμε και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της γνώσης. Για παράδειγμα, να δώσουμε στον μέσο άνθρωπο να καταλάβει την έννοια και τις συνέπειες αυτού που λέμε τόσο εύκολα ότι «όλα είναι τυχαία». Μία στιγμή αναστοχασμού για την έννοια της τυχαιότητας μπορεί να φτάσει τον άνθρωπο στα όρια της τρέλας! Αυτή η πρόταση έρχεται σε άμεση ρήξη με ό,τι ξέραμε μέχρι σήμερα. Αναστατώνει τις ισορροπίες του νου μας. Είναι εδώ που χρειαζόμαστε ένα «μεσάζοντα». Πολλές φορές, εμείς οι φυσικοί επιστήμονες λέμε τα πράγματα «ξερά». Χρησιμοποιούμε επιστημονική ορολογία, τύπους, εξισώσεις κλπ. Αυτή την στιγμή ζούμε πραγματικά κοσμοϊστορικές αλλαγές στην επιστήμη. Δεν μιλάω μόνο στην φυσική, δεν μιλάω μόνο στην κοσμολογία, και στην βιολογία, και στην νανοτεχνολογία κ.λπ. Όλα αυτά που συμβαίνουν είναι πρωτοφανή! Πρέπει να τα δώσουμε σε απλή γλώσσα για να τα κατανοήσει ο κάθε άνθρωπος.

Αλήθεια, πώς μπορεί να συμβάλει η φυσική επιστήμη στην εξέλιξη της κοινωνίας των ανθρώπων;

Η ιστορία των φυσικών επαναστάσεων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κοινωνικές επαναστάσεις. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Διαφωτισμού. Αυτή η ιδεολογία δεν προέκυψε ξαφνικά στην Ευρώπη. Δεν προέκυψε ένα πρωινό σε ένα καφέ του Saint Germain des Prιs στο Παρίσι, όπου σε μια στιγμή είπαν «ρε παιδιά δεν πάμε για διαφωτισμό»! Αυτή η επανάσταση βασίστηκε σε μια σειρά από επιστημονικές ανακαλύψεις, οι οποίες επηρέασαν την σκέψη των ανθρώπων. Ο Βολταίρος, για παράδειγμα, ήταν θαυμαστής του Νεύτωνα. Μελέτησε και γνώριζε το έργο του. Όταν ο Νεύτωνας πέθανε, ήταν στην κηδεία του. Η πρώτη μετάφραση του «Principia Mathematica», έγινε από μια κόμισσα, φίλη του Βολταίρου. Η μελέτη του επαναστατικού έργου του Νεύτωνα προκάλεσε μια σειρά από συλλογισμούς. Φαντάζομαι τον Βολταίρο να διερωτάται: «Εδώ πέρα υπάρχει ένα σύμπαν, το οποίο είναι αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και ορθολογικής γνώσης. Πώς είναι δυνατό να παραμένουμε στον σκοταδισμό εμείς; Μπορούμε να το καταλάβουμε μέσα από τους φυσικούς νόμους και από διάφορα γεγονότα». Ο Βολταίρος ήταν ένας από τους ανθρώπους που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο για την Γαλλική Επανάσταση, έστω και αν δεν ήταν εκεί να την δει. Είχε αποβιώσει ένα ακριβώς χρόνο πριν από την επανάσταση. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι περάσαμε από μια επιστημονική επανάσταση σε μια φιλοσοφική επανάσταση.

Μπορούμε, όμως, να μιλήσουμε για κοινωνική εξέλιξη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την επιστημονική εξέλιξη; Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για κοινωνικούς νόμους ή για κοινωνική νομοτέλεια;

Δεν μπορώ να ξέρω αν μπορούμε να μιλήσουμε για κοινωνική νομοτέλεια ή για κοινωνικούς νόμους όπως αυτούς της Φυσικής, πιστεύω όμως ότι σίγουρα το ανθρώπινο είδος, όπως και το ζωικό είδος, διέπονται από ένα βασικό κανόνα: Την ανάγκη για αυτοσυντήρηση. Όπως σημείωσε ο Richard Dawkins, υπάρχει μία έμφυτη, μία εγγενής ανάγκη για την διατήρηση και διαιώνιση του είδους, δηλαδή σε τελική ανάλυση την διατήρηση του γονιδίου. Αυτό χαρακτήριζε ανέκαθεν την λογική πάνω στην οποία βασίστηκε η δημιουργία των κοινωνιών.

Μπορεί όμως να συμβαδίσει η επιστημονική και η κοινωνική εξέλιξη με την θεολογία; Η πίστη περί ύπαρξης Θεού είναι συμβατή με τον ορθολογισμό των επιστημών;

Σε αυτό το θέμα είμαι πλήρως καλυμμένος από αυτό που είπε ο Spinoza και το οποίο μου είπαν ότι το έλεγε ο Αϊνστάιν, «Deus sive Natura», δηλαδή Θεός είναι Φύση. Το sive είναι διαζευκτικό, σημαίνει στα λατινικά «ή». Από εκεί και πέρα, ο καθένας ας ερμηνεύσει αυτό το ρητό όπως θέλει.

Εσείς πώς βλέπετε την σχέση μεταξύ του Θείου και της φύσης; Είναι μία σχέση αλληλεξάρτησης, είναι δύο ανεξάρτητα πράγματα ή είναι ζήτημα ανθρώπινων αναγκών; Δηλαδή, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην ανάγκη κατανόησης της φύσης και στην ανάγκη αναζήτησης του Θείου;

Η θρησκεία είναι μία ανθρώπινη εφεύρεση. Αυτό είναι σίγουρο. Αν υπάρχει κάτι πέρα από τον κόσμο της Φύσης, είναι ένα ζήτημα που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Από εκεί και πέρα η θρησκεία είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια τα θρησκευτικά δόγματα έχουν διατηρηθεί και εξελιχθεί, ανεξάρτητα αν πιστεύει κανείς ή δεν πιστεύει. Έχω την εντύπωση ότι η ανάγκη της θρησκείας είχε πολύ βασική σχέση με την άγνοιά μας ως άνθρωποι.

Ας επιστρέψουμε στη συζήτηση μας για τις πηγές της ανθρώπινης γνώσης. Ποιο είναι το σημείο εκκίνησης της γνώσης; Μήπως υπάρχει ένα βασικό ένστικτο (αυτό που αποκαλούμε intuition) για την ύπαρξη κάποιου φαινομένου ή δύναμης και μήπως είναι αυτό που μας οδηγεί τελικά στην αναζήτηση γνώσης; Ή μήπως η απαρχή της γνώσης είναι η ανάδυση ενός νέου φαινομένου το οποίο προκαλεί ενδιαφέρον για έρευνα;

Πιστεύω το intuition είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γνώσης. Εγώ πιστεύω πάρα πολύ σε αυτό. Αυτό μπορούμε να το δούμε και σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Ανέκαθεν οι Έλληνες -για να μιλήσουμε για την δική μας εμπειρία- είχαν βαθιά ριζωμένο στη συνείδησή τους το ένστικτο της γνώσης. Πραγματικά το πιστεύω αυτό και φυσικά δεν το λέω για λόγους εθνικής υπερηφάνειας. Αυτό έπαιξε βασικό ρόλο στην εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης και γενικά όπου υπάρχει αυτό το ένστικτο υπάρχει επιστημονική πρόοδος. Οι μεγάλες συνεισφορές στην επιστήμη δεν βασίστηκαν πάντα στις τεχνολογικές εξελίξεις, ούτε στις δυνατότητες των μαθηματικών. Αν δώσεις ένα συγκεκριμένο πρόβλημα σε κάποιον ο οποίος κατέχει την επιστήμη των μαθηματικών, τότε μπορεί να χρησιμοποιήσει μία διαφορική εξίσωση και να το λύσει. Αυτός που θα λύσει καλύτερα ένα πρόβλημα δεν είναι αυτός που έχει τις γνώσεις. Το μεγάλο μυαλό είναι αυτός που κατανόησε πρώτος το πρόβλημα και διατύπωσε την διαφορική εξίσωση για αυτό το πρόβλημα. Αυτό είναι καθαρά ένστικτο (intuition), τίποτα άλλο.

Από την άλλη μεριά, όμως, δεν πρέπει να παρεξηγηθούν οι δυνατότητες του ανθρώπινου ενστίκτου. Δεν επαρκεί αυτό από μόνο του για την εξέλιξη της γνώσης. Αλλά σίγουρα πιστεύω ακράδαντα, και από την προσωπική μου εμπειρία, από τους φοιτητές μου, από τους μέντορές μου και από αυτούς που θαυμάζω (όπως τον Richard Freyman) ότι οι φυσικοί δεν είναι μαθηματικοί, οι φυσικοί δουλεύουν με το intuition. Ο Freyman έλεγε χαρακτηριστικά: «Όταν φτιάχνει την διαφορική εξίσωση του αρμονικού ταλαντωτή, δηλαδή κάτι που ταλαντώνεται, ο καλός φυσικός πρέπει να γράψει την λύση αμέσως, ότι θα είναι ένα ημίτονο ή ένα συνημίτονο κ.λπ., γιατί ξέρει ότι είναι περιοδικό φαινόμενο. Προτού κάτσει και το λύσει, ο καλός φυσικός ξέρει την “λύση’, προτού καν την επιχειρήσει». Και αυτό είναι καθαρά ζήτημα intuition και φυσικής αντίληψης του κόσμου.

Είναι, όμως, και θέμα περιέργειας η επιστημονική πρόοδος. Αυτό που λέμε scientific curiosity. Εσείς τι λέτε;

Εάν δεν έχουμε scientific curiosity, ο κόσμος θα έχει τελειώσει. Αυτό το πράγμα είναι εκ των ων ουκ άνευ και δεν το διαπραγματεύομαι! Εάν ο επιστήμονας δεν έχει curiosity είναι τελειωμένος, δεν είναι επιστήμονας. Έτσι πιστεύω εγώ. Άρα curiosity και intuition είναι τα βασικά χαρακτηριστικά για εμένα, ενός καλού επιστήμονα.

Αν σας ζητούσαμε να κάνετε μία αναδρομή στο έργο σας και να μας διηγηθείτε, στο πλαίσιο ενός σύντομου αυτοβιογραφικού σημειώματος, ποιες στιγμές τις καριέρας σας θα θεωρούσατε ως τις πιο σημαντικές, πως θα απαντούσατε;

Υπάρχουνε διάφορα πράγματα που θεωρώ ως επιτεύγματα. Παρόλη την αναγνώριση που έτυχα, υπάρχουν μερικά που εγώ τα θεωρώ μεγάλα και πάλι υπάρχουν άλλα πράγματα τα οποία οι άλλοι θεωρούν μεγάλα και εγώ δεν θα τα θεωρούσα μεγάλα. Για παράδειγμα, αν επαληθευτεί αυτό το οποίο προτείνουμε με τους John Ellis και Νίκο Μαυρόματο, ότι η ταχύτητα του φωτός εξαρτάται από την συχνότητα, τότε νομίζω αυτό πρέπει να είναι και για τους τρεις μας η «κορωνίδα της κορωνίδας» της δουλειάς μας. Αυτό θα κάνει μια μεγάλη ανατροπή σε όλη τη σύγχρονη φυσική. Υπάρχουν κι άλλα επιτεύγματα, όπως όταν βρήκαμε μία μέθοδο θεωρητική για να αποδείξουμε πως υπάρχουν στη φύση μόνο 6 κουάρκς το 1975, το οποίο ήτανε πολύ βασικό για εκείνη την εποχή. Ακόμη, που αποδείξαμε πειραματικά το 1990 την λεγόμενη «μεγάλη ενοποίηση». Συγκεκριμένα, έχουμε τις ισχυρές δυνάμεις, τις ηλεκτρο-μαγνητικές και τις ασθενείς δυνάμεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τις λεγόμενες σταθερές συζεύξεως (coupling constants). Αυτές μεταβάλ-λονται με την ενέργεια και με εξισώσεις προσπαθούμε να ακολουθήσουμε την μεταβολή τους. Αυτό λοιπόν που δείξαμε το 1990 είναι ότι τα πειραματικά δεδομένα από το CERN μας δίνουν τις αρχικές συνθήκες των διαφορικών εξισώσεων που μεταβάλλονται και, άρα, αφού γνωρίζαμε τόσο τις εξισώσεις όσο και τις αρχικές συνθήκες, είδαμε ότι σε πάρα πολύ μεγάλες ενέργειες αυτές οι τρεις δυνάμεις γίνονται μία. Αυτό είναι το όνειρο της μεγάλης ενοποίησης όλων των δυνάμεων μαζί και ήταν μεγάλο επίτευγμα για το 1990. Ακόμη, έχουμε μία άλλη μεγάλη θεωρητική ανακάλυψη, το πώς είναι δυνατόν να υπάρχει ένα διαστελόμενο σύμπαν μέσα από τη θεωρία των υπερχορδών. Αυτή η εργασία έγινε με τους John Ellis και τον Ιγνάτιο Αντωνιάδη που είναι τώρα στο CERN. Αυτό δεν ήταν εύκολο, καθώς γενικεύσαμε την τότε υπάρχουσα θεωρία των υπερχορδών σε αυτό που ονομάζουμε «υπερκριτική θεωρία των υπερχορδών». Να αναφέρω άλλη μία σημαντική βασική έρευνα που κάναμε με τους Eugene Cremmer, Sergio Ferrara, και τον Κώστα Κουννά από την Κύπρο, που ανακαλύψαμε ένα νέο τύπο υπερβαρύτητας, αυτή που λέμε «no-scale supergravity».

Μιας και είμαστε στην εποχή λειτουργίας του LHC στο CERN, μία ακόμη πολύ σημαντική δουλειά που την «βάζω» μαζί με την ταχύτητα του φωτός, είναι αυτό που λέμε για τη σκοτεινή ύλη. Σήμερα γνωρίζουμε εμείς, δηλαδή τα πρωτόνια, ηλεκτρόνια και τέτοια αποτελούν το 4% του σύμπαντος και 23% είναι η λεγόμενη σκοτεινή ύλη της οποίας δεν γνωρίζουμε τη φύση της. Το 1983, με την ομάδα μου στο CERN, είδαμε ότι με βάση τις υπερσυμμετρικές θεωρίες, υπάρχει ένα σωματίδιο το οποίο λέμε «νουτραλίνο», ουδετερίνο θα το λέμε -βγάζω μία λέξη τώρα- το οποίο έχει τις σωστές μάζες και ιδιότητες για να εξηγήσει τί είναι η σκοτεινή ύλη. Σήμερα, λεω με περηφάνεια, θεωρείται ότι είναι ο κύριος υποψήφιος, αν θέλετε ο Obama, των θεωριών για τη σκοτεινή ύλη. Αν αυτό αποδειχθεί σωστό, θα είναι μία πολύ μεγάλη ανακάλυψη γιατί έτσι θα ξέρουμε τώρα πια την υφή της σκοτεινής ύλης.

Ένα τελευταίο ερώτημα. Στα βιβλία φυσικής, στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, δεν έχει εισαχθεί αυτή η νεότερη γνώση περί του σύμπαντος, των νόμων που διέπουν την σύγχρονη φυσική κλπ. Τί πρέπει να γίνει για να μεταφερθεί αυτή η γνώση στις νεότερες γενιές;

Αυτό το οποίο συμβαίνει είναι ένα τραγικό λάθος. Αυτοί οι κύριοι που γράφουν τα σχολικά βιβλία δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αντιγράφουν ο ένας τον άλλο, να αναπαράγουν παλιά αμερικάνικα, εγγλέζικα, γαλλικά ή γερμανικά -δεν ξέρω τι- βιβλία. Πρέπει «δια νόμου» θα έλεγα να αναθεωρηθούν τα βιβλία άμεσα και η συγγραφή τους να ανατεθεί σε ειδήμονες, ούτως ώστε αυτά που είπαμε προηγουμένως να περάσουν στις επόμενες γενιές. Από το δημοτικό πρέπει να μπουν αυτές οι έννοιες στα μυαλά των παιδιών και έτσι από εκεί και πέρα να έχουμε φυσιολογικούς πολίτες. Πάρα πολύ σωστή αυτή η παρατήρηση και επαναλαμβάνω, τραγικό λάθος.