Για τη γνωριμία και τον έρωτά της με το Γιώργο Σεφέρη η Μαρώ μιλά στον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο 


 

Το Σεφέρη τον συνάντησα πρώτη φορά στο σπίτι των Τσάτσων με τους οποίους ήμασταν φίλοι. Εκείνη την εποχή ο Κανελλόπουλος, ο Τσάτσος, ο Σικελιανός και ο Μυριβηλης ήταν μια παρέα και ήμουν και γω μέσα σ' αυτή την παρέα. Ανέκαθεν είχα μανία με τους λογοτέχνες, μ'ενδιέφεραν πολύ. Παλιότερα στη Θεσσαλονίκη ήμουν στον κύκλο του Μανόλη Τριανταφυλλίδη και άλλων καθηγητών του πανεπιστημίου. Στη Θεσσαλονίκη έζησα τρία χρονια, από το '30 ως το '33, γιατί ο πρώτος μου άντρας [ο Αντρέας Λόντος] επιστατούσε στην κατασκευη του δρόμου Θεσσαλονίκης - Καβάλας. Τη δουλειά αυτή τη βρήκε μετά την παραίτησή του από το Βασιλικό Ναυτικό. Υπηρετούσε στο Ναυτικο όταν τους έβαλαν να ψηφίσουν με το ζορι να γυρίσει ο βασιλιάς. Εκείνος δεν δέχτηκε να το κάνει και παραιτήθηκε. Τότε λοιπόν είχα συνδεθεί με όλο το πανεπιστήμιο και κάθε τόσο μαζεύονταν στο σπίτι μου και στο σπίτι της κυρίας Μαυροκορδάτου όλοι οι καθηγητές. Παίζαμε σαν παιδιά, κάναμε εκδρομές — ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Κρητικός της Μαθηματικής, ο Δελμούζος, ο Ζολώτας ἠταν φίλοι μου. Ο άντρας μου δεν έβλεπε με καλό μάτι τα ενδιαφέροντά μου αυτά. Έπαιρνε τα βιβλία που διάβαζα και τα έσκιζε, είχε ένα μίσος μπορώ να πω για τα βιβλία. Αυτή ήταν ίσως η αιτία που δεν τα πήγαμε καλά.
 
— Όταν τον πρωτοσυναντήσατε, είχατε ήδη διαβάσει την ποίησή του; Και πώς η γνωριμία εκείνη εξελίχτηκε σε δεσμό αισθηματικο και αρκετά αργότερα σε γάμο;
 
— Είχα διαβάσει Σεφέρη χωρίς να τον ξέρω ακόμη καλά-καλά και μ' ενδιέφερε φοβερά η ποίησή του. Όπως όλους, με είχε τραβηξει πολύ ο «Ερωτικός Λογος». Τώρα είναι αυτό που μ’ αρέσει λιγότερο απ’ όλα, αν και είναι πολύ καλό ποίημα. Όταν λοιπόν γνωριστήκαμε στους Τσάτσους του είπα: «Να έρθετε στην Αίγινα το καλοκαίρι, γιατί είναι Αττικη καί νησί μαζί, πράγματα που σας αρέσουν και τα δυο». Πράγματι ήρθε εκεί το καλοκαίρι του '36 κι έτσι άρχισε ο δεσμός μας. Εγώ πήγαινα στην Αίγινα τοτε τα καλοκαίρια, είχα βρει ένα σπιτάκι που το νοίκιαζα κάθε χρόνο για τις διακοπές. Πηγαίναμε εκεί μαζί με τον άντρα μου, αν και κείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει να ωριμάζει μια σκέψη χωρισμού κι ερχόταν στο νησί μόνο τα σαββατοκύριακα. Αλλά και όταν χώρισα, για ένα μεγάλο διάστημα δε μπορούσα να παντρευτώ τον Σεφέρη, γιατί ο πρώτος μου άντρας είχε βάλει όρο ότι σ' αυτή την περίπτωση δε θα μ' άφηνε να ξαναδώ τα παιδιά μου. Η κατάσταση αυτή κράτησε ως τον πόλεμο, οπότε ο Σεφέρης έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει γιατί οι Γερμανοί τον είχαν στη μπούκα του κανονιού. Έτσι λοιπόν αναγκαστήκαμε να παντρευτούμε στα γρήγορα, γιατί διαφορετικά το Υπουργείο δεν θα δεχόταν να πάω κι εγώ μαζί του. Έτσι κι αλλιώς δε μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Είχα ξετιναχτεί τελείως οικονομικά και δε μπορούσα να συντηρήσω ούτε τα παιδιά μου. Τοτε μου είπε η Πηνελοπη Δέλτα να φύγω και να κρατήσει εκείνη τα παιδιά στο σπίτι της. Μόλις φύγαμε, μετά από πέντε η δέκα μέρες η Δέλτα αυτοκτόνησε και τα παιδιά τα πήρε στην αρχή η κυρία Μαυροκορδάτου και αργότερα η αδελφή του άντρα μου, η οποία τα νοιάστηκε πάρα πολύ.

Μαρώ Σεφέρη, απόσπασμα απο συνομιλία της με τον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο (Λέξη, αφιέρωμα, Μάρτης-Απρίλης 1986)