Καθημερινή 27/07/08

 

Ο Νικόλαος Ντερτιλής είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση ανάμεσα στους ανθρώπους που έμειναν γνωστοί σαν πρωταίτιοι. Σύμφωνα με μια αφήγηση του ιδίου στον γράφοντα, στις φυλακές Κορυδαλλού στις 25 Μαρτίου του 1999, ο Ντερτιλής δεν ανήκε σε κάποια οργάνωση: «Η μόνη οργάνωση που πίστεψα ήταν ο στρατός, γιατί πάταγες το κουμπί και άνοιγαν τα φώτα στο Σίδνεϊ».

 

Γιος αντιστρατήγου, ο Ντερτιλής συλλαμβάνεται και κρατείται από τους Γερμανούς στο Χαϊδάρι πριν πάρει μέρος σε πολλές μάχες του εμφυλίου από την πλευρά του εθνικού στρατού. Το 1950 γίνεται εκπαιδευτής στη Σχολή Ευελπίδων, λίγο αργότερα φεύγει στην Κορέα εθελοντής και το 1964 μεταβαίνει, έχει πια τον βαθμό του ταγματάρχη, με ψεύτικο διαβατήριο στην Κύπρο. Δίνει μάχη και καταλαμβάνει το προγεφύρωμα της Μασούρας. Υπό τις διαταγές του στρατηγού Γρίβα, άρχισε την εκκαθάριση ενός τουρκοκυπριακού χωριού όταν ο Γρίβας του ζητά από τον ασύρματο να τεθεί κάποιο όριο στον τρόπο με τον οποίο οι άνδρες του μεταχειρίζονταν τους αμάχους. Ο Ντερτιλής εκνευρισμένος πυροβολεί τον ασύρματο! Το 1966, ενώ υπηρετεί στο 16ο Σύνταγμα στη Νιγρίτα Σερρών, μυείται στο πραξικόπημα.

 

«Τους έπιασα στον ύπνο»
Ο τρόπος με τον οποίο «κατέλαβε» μία σειρά από δημόσια κτίρια της Αθήνας, τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου, ήταν από τα ανδραγαθήματα για τα οποία επαιρόταν. «Τους έπιασα στον ύπνο με πολύ λίγους αλλά αποφασισμένους άνδρες και ένα σχέδιο που εφαρμόστηκε με αποφασιστικότητα», έλεγε. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Ντερτιλής θα βγει με το μηχανοκίνητο τάγμα που διοικούσε στην Αγία Παρασκευή για να «ελέγξει 28 στόχους... Τέσσερις παρά δέκα το πρωί είχε τελειώσει η επιχείρηση... ο αιφνιδιασμός είχε πετύχει.»

 

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Ντερτιλής παρέμεινε στρατιώτης και υπό αυτή την ιδιότητά του πήρε μέρος στην καταστολή της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο. Από τις ώρες των συζητήσεων που είχαμε στο κελί του θυμάμαι ότι αυτό το σημείο ήταν το μόνο στο οποίο δεν ήθελε να αναφερθεί διεξοδικά. Αργότερα, ο οδηγός του Αντώνης Αγριτέλης κατέθεσε στη δίκη του Πολυτεχνείου ότι σκότωσε εν ψυχρώ τον Μιχάλη Μυρογιάννη, έναν από τους εξεγερμένους την ώρα που ο 20χρονος νέος επιχειρούσε να ξεφύγει από αστυνομικούς. Ο ίδιος ο Ντερτιλής αμφισβήτησε τη μαρτυρία του Αγριτέλη, αλλά το δικαστήριο τον καταδίκασε στη βάση και αυτού του στοιχείου. Τα 32 χρόνια της παραμονής του στη φυλακή έχουν σχέση και με αυτή τη μαρτυρία και το φόνο του Μυρογιάννη.

 

Ακαμπτος χαρακτήρας
Οχι, όμως, κυρίως με αυτήν. Αλλά με τον ίδιο τον Νικόλαο Ντερτιλή και τον άκαμπτο χαρακτήρα του. Το καθεστώς της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, που θεωρούσε και θεωρεί «παράνομο», επιχείρησε επανειλημμένα να διευκολύνει την αποφυλάκισή του για «λόγους υγείας». Ιδιαίτερα ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, ως υπουργός Δικαιοσύνης, είχε φτάσει στο σημείο να υποδεικνύει μέσω τρίτων στον Ντερτιλή να υπογράψει τη σχετική αίτηση προκειμένου να γίνει δυνατή η αποφυλάκισή του. «Είναι πιθανότερο να πέσει "μαύρο χιόνι», ο ήλιος να βγει από τη δύση παρά να υπογράψω εγώ ένα παρόμοιο χαρτί», είχε πει στον γράφοντα σε μια τηλεφωνική συνομιλία πριν από δύο χρόνια, τις παραμονές της συνεδρίασης του δικαστικού συμβουλίου του Πειραιά για το «θέμα του». Πολύ απλά, ο Ντερτιλής δεν αναγνώριζε τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Περιστοιχισμένος από έναν κύκλο ομοϊδεατών του, που του έφερναν τρόφιμα και εφημερίδες στη φυλακή και τον τιμούσαν σαν τον «τελευταίο συνεπή», άρχισε να αποκόπτεται όχι μόνο από τον «κόσμο έξω» (αυτό έχει συμβεί από τα πρώτα χρόνια της έκτισης της ποινής του), αλλά από τους συγκρατούμενους και ακόμα την οικογένειά του. Πριν από μερικά χρόνια, ο Στυλιανός Παττακός προσπάθησε να τον πείσει ότι «μόνο οι γυναίκες και το ΚΚΕ δεν αλλάζουν γνώμη» και ότι θα όφειλε να ζητήσει την αποφυλάκισή του για λόγους υγείας προκειμένου να κατορθώσει να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στη σύζυγο και τα εγγόνια του. Ο Ντερτιλής, που έτσι κι αλλιώς θεωρούσε πράξη προδοσίας την αντίστοιχη αίτηση για «ανήκεστη βλάβη» των πρωταιτίων και του Παττακού, τον έδιωξε οργισμένος.

 

Το συμβούλιο των φυλακών Κορυδαλλού επανειλημμένα προσπάθησε, για λόγους κοινωνικούς αλλά και υγείας, να διευκολύνει τη διακοπή της έκτισης της ποινής του αλλά κάποιος που τον παρακολουθεί καθημερινά τα τελευταία χρόνια πιστεύει ότι «πρόκειται για έναν πολύ δύσκολο κρατούμενο που πιθανώς να αισθάνεται και απειλούμενος σε έναν "έξω" κόσμο που πλέον δεν του είναι οικείος. Στη φυλακή ίσως να νιώθει πιο ασφαλής και πάντως νιώθει πιο σίγουρος ότι δεν θα αποδοκιμαστεί με βάση τις επιλογές του...».

 

Στην πρώτη μου επίσκεψη στο κελί του, το 1999 –έμενε δίπλα στο κελί του Ιωαννίδη και ήδη είχαν απομείνει οι δυο τους– τον είχα ρωτήσει τι θα έκανε αν αποφυλακιζόταν. «Σε δύο μέρες θα τους ανέτρεπα...», είπε αυτάρεσκα. Οταν τον ξαναρώτησα «με ποιους, δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω», θύμωσε και μου είπε ότι δεν ξέρω τι λέω. Με τον Ιωαννίδη δεν μίλαγαν. «Εγώ δεν έχασα έδαφος», μου έλεγε, «κέρδισα έδαφος από τον εχθρό. Εγώ άλλαξα με τις πυραμίδες το σύνορο εκεί που πολέμησα, πρόσθεσα έδαφος στην πατρίδα μου... και εγώ πήγαινα με τους στρατιώτες μου εκεί που πολεμούσαν...», έλεγε μιλώντας για τον αόρατο δικτάτορα.

 



Η δίκη της χούντας

Παρακολουθεί τις εξελίξεις

Πίσω από το κεφάλι του Νίκου Ντερτιλή στο κελί του, υπήρχε ένας χάρτης της Βοσνίας με σημαιάκια που έδειχναν τις στρατιωτικές επιτυχίες του στρατού των Ράντκο Μλάντιτς και Ράντοβαν Κάρατζιτς. Στην επόμενη επίσκεψή μου, πριν από δύο χρόνια, περιέγραφε με πάθος τις προσπάθειες της Τουρκίας εν όψει της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ενωση να ακρωτηριάσει τη χώρα μας, εγχείρημα που του φαινόταν να επιτρέπουν οι πολιτικοί. Είχε ήδη ανέβει στην εξουσία η Νέα Δημοκρατία και ο κρατούμενος των τριών δεκαετιών αντιμετώπιζε με απόγνωση τη μακροημέρευση της νέας κυβέρνησης. Το ΠΑΣΟΚ, εξ αιτίας της έλλειψης πολιτικής γειτνίασης με τον χώρο που εξέφραζε πολιτικά ο καταδικασμένος Ντερτιλής, δεν είχε δυσκολίες να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική πλευρά του ζητήματος των τελευταίων φυλακισμένων του πραξικοπήματος και να βελτιώσει τις συνθήκες κράτησής τους.

 

Αλλά ο Ντερτιλής μέσα από τον δικό του χειρισμό αυτού του θέματος επιδιώκει να δείξει ότι ακόμα και στο τέλος της ζωής του θα μπορούσε να «νικήσει» το «καθεστώς που τον δίκασε και τον καταδίκασε». «Εμένα κανείς δεν μπορεί να με κάμψει». Δεν έχει πια χρόνο να καταλάβει ότι κάτι τέτοιο είναι μαθηματικά αδύνατο. Φυσικά, ούτε και η Πολιτεία έχει το περιθώριο να «παραιτηθεί» από το δικαίωμα και την υποχρέωσή της να υπερασπίζεται τις δικαστικές αποφάσεις των δικών κατά της χούντας.