Η Άννα Μάσχα με τα γλυκά και αυστηρά ταυτόχρονα χαρακτηριστικά της υποδύεται την Άννα.
Η Άννα Μάσχα με τα γλυκά και αυστηρά ταυτόχρονα χαρακτηριστικά της υποδύεται την Άννα.

 

Πέρασα κι εγώ από την αίθουσα ''Λαΐς'' της Ταινιοθήκης της Ελλάδος για να δω τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της Μαργαρίτας Μαντά, που κατάφερε να ενθουσιάσει το κοινό του Καΐρου, αλλά και του Ρότερνταμ, μόλις πριν μία εβδομάδα, όπου προβλήθηκε. Θεωρώ χρέος μου να στηρίζω το ελληνικό σινεμά, όχι τόσο ως άνθρωπος του σιναφιού, όσο ως σινεφίλ. Και επιπλέον έχω λουστεί κι εγώ το εξής δυσάρεστο φαινόμενο: Να φτιάχνεις καινούργια ταινία, να δέχεσαι καταιγισμό από like των friends και followers στο facebook, μα όταν επιτέλους η ταινία βγαίνει στις σκοτεινές αίθουσες να κυνηγάς τους θεατές με το...τουφέκι. Αυτό παρατηρείται κυρίως σε αμιγώς καλλιτεχνικές ταινίες - ταινίες που δε χρησιμοποιούν τηλεοπτικούς σταρ και που συνήθως δεν προξενούν το ενδιαφέρον του γνωστού και μη εξαιρετέου συρφετού της συφοράς. Διότι, άλλο είναι το ''Αν'' του Παπακαλιάτη, για το οποίο στο site του Λαζόπουλου διαβάσαμε ότι επρόκειτο για ''ιστορική στιγμή του ελληνικού σνεμά'' (ότι νά'ναι...) και άλλο τα ''Ημερολόγια Αμνησίας'' της Στέλλας Θεοδωράκη, το ''Φιλιά εις τα παιδιά'' του Βασίλη Λουλέ, το ''Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού'' του Έκτορα Λυγίζου κλπ., ταινίες δηλαδή που κρατούν την εγχώρια κινηματογραφία σε ένα υγιές επίπεδο και, αν μη τι άλλο, τιμούν την 7η Τέχνη.

 

Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει και το φιλμ ''Για Πάντα'', μία από τις πιο ιδιαίτερες ελληνικές ταινίες που είδα τα τελευταία χρόνια. Επειδή έχουν περάσει λίγες μόνο ώρες από τη θέαση της, ακόμη δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω αν επρόκειτο απλά για μια καλή ταινία ή για αριστούργημα! Και ίσως η πραγματικότητα να βρίσκεται κάπου στη μέση, άρα το μόνο σίγουρο είναι πως η Μαντά έκανε εξαιρετική δουλειά!

 

Να περάσετε όσο το δυνατόν περισσότεροι από την Ταινιοθήκη στο Γκάζι για να καταλάβετε πως το σινεμά είναι πρωτίστως Τέχνη και κατόπιν νάτσος και ποπ-κορν.

 

Το ''Για Πάντα'' είναι μια ταινία ασπρόμαυρη με μικρές χρωματικές αποχρώσεις που γλυκαίνουν το μάτι του θεατή. Μια ταινία νωχελική, μελαγχολική, μινιμαλιστική που θυμίζει πολλά ωραία πράγματα: την, κατά Μικελάντζελο Αντονιόνι, ανθρώπινη αποξένωση, τον λυρικό ρομαντισμό ενός Τάκη Κανελλόπουλου, τους α λα Καρλ Ντράγερ μεταφυσικούς υπαινιγμούς και εκείνα τα εντυπωσιακά, ανατριχιαστικά σχεδόν, γενικά πλάνα του Θόδωρου Αγγελόπουλου - το τελευταίο πλάνο της Μαντά με το δίδυμο των πρωταγωνιστών στις αποβάθρες του ηλεκτρικού, ο ένας απέναντι από τον άλλο, λίγο πριν υπερφωτιστεί και ''εξαϋλωθεί'' είναι αναμφισβήτητα σπουδαίος εικαστικός πίνακας!

 

Ελάχιστοι διάλογοι που διατηρούν τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα της ταινίας, ίσα - ίσα για να μη χαρακτηριστεί ''ακραία ποιητική''. Καμία μουσική υπόκρουση, παρά μόνο ένα συνεχές παιχνίδισμα με τον σχεδιασμό των φυσικών ήχων. Εξαιρετική η εργασία στον ενδυματολογικό τομέα - για την ακρίβεια, έτσι όπως έντυσε η Τριάδα Παπαδάκη την Άννα Μάσχα, ακόμη και με τη συμβολή του Χρόνη Τζήμου στις κομμώσεις, πάνω απ' όλα σε συνδυασμό με το φυζίκ της ηθοποιού, με παρέπεμψε στη Μελίνα της θρυλικής ''Στέλλας'' του Μιχάλη Κακογιάννη κι ας μην έχουν ουδεμία σχέση οι δύο αυτοί γυναικείοι χαρακτήρες! Ομοίως, εξαιρετικό και το ελλειπτικό χαμηλότονο, συμφώνως με το ύφος της ταινίας, μοντάζ της Αγγέλας Δεσποτίδου!

 

Τι συμβαίνει λοιπόν στο ''Για Πάντα'' της Μαργαρίτας Μαντά; Ένας μεσόκοπος οδηγός στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο ελκύεται από μία συνομήλικη του γυναίκα, η οποία καθημερινά κάνει το ίδιο δρομολόγιο, Θησείο - Πειραιάς, προκειμένου να πάει στη δουλειά της. Όταν σε κάποια στιγμή μαθαίνουμε πως ο οδηγός έχει αρρωστήσει - από κάτι σοβαρό ίσως - και του απαγορεύεται πια να εργαστεί, αυτός γίνεται η σκιά της γυναίκας. Κάθε μέρα τη στήνει πάνω στη γέφυρα, έξω από τον ηλεκτρικό του Πειραιά, παρακολουθώντας την να πουλάει εισιτήρια των ακτοπλοϊκών γραμμών. Η γυναίκα δε θα αργήσει να τον αντιληφθεί και μοιραία να νιώσει φόβο. Στην ουσία είναι ίδιοι ως άνθρωποι: μοναχικοί, εσωστρεφείς, που κάνουν σχεδόν τα ίδια πράγματα κλεισμένοι στα μικροαστικά διαμερίσματα τους. Μια μέρα όμως που ο άντρας δεν θα κατέβει στον Πειραιά, αλλά θα προτιμήσει να εκφράσει τον έρωτα του στη γυναίκα με έναν ιδιόμορφο και ολότελα ποιητικό τρόπο, αυτή θα νιώσει την απουσία του. Θα καταλάβει πόσο μόνη είναι, πόσο στερημένη από αγάπη και ανθρώπινη επικοινωνία. Θα τον αναζητήσει κάνοντας κάτι πολύ απλό και συνηθισμένο, επιστρέφοντας δηλαδή με τον ηλεκτρικό στο σπίτι της, όπως συμβαίνει κάθε μέρα στη ροή της προσωπικής της ιστορίας. Η συνάντηση τους στις αποβάθρες του Θησείου θα γίνει ένας μικρός θρίαμβος του Καλού επί του Κακού, της επικράτησης της Ομορφιάς έναντι της Ασκήμιας και της πάταξης κάθε στοιχείου μελαγχολίας, διάχυτου στο φιλμ από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Η τόσο κοντινή μεταξύ τους απόσταση καταργείται, οι δύο άνθρωποι ενώνονται εξαϋλωμένοι και η Μαντά κλείνει δοξαστικά το εγχείρημα της!

 

Το ''Για Πάντα'' είναι μια ταινία ασπρόμαυρη με μικρές χρωματικές αποχρώσεις που γλυκαίνουν το μάτι του θεατή.
Το ''Για Πάντα'' είναι μια ταινία ασπρόμαυρη με μικρές χρωματικές αποχρώσεις που γλυκαίνουν το μάτι του θεατή.

 

Όλα αυτά γίνονται σε μία ασφυκτικά άδεια Αθήνα (απίστευτο το πώς η Μαντά με το επιτελείο της κατάφεραν να ερημώσουν πολυσύχναστα μέρη της Αθήνας και του Πειραιά για τις ανάγκες της ταινίας), όπου προμηνύεται συνεχώς νεροποντή από τον ουρανό. Μία τόσο ήσυχη, αλλά και τόσο ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα παράλληλα! Είναι η Αθήνα της κρίσης, όχι του Αυγούστου που την εγκαταλείπουν οι άνθρωποι για τις διακοπές τους. Και πότε επιτέλους θα πέσει αυτή η βροχή να ξεπλύνει μια ολόκληρη παντέρημη πόλη;

 

Η Άννα Μάσχα με τα γλυκά και αυστηρά ταυτόχρονα χαρακτηριστικά της είναι η Άννα. Αντίστοιχα ο Κώστας Φιλίππογλου που της λέει απλά, φυσικά κι ανθρώπινα το ''Σ'αγαπώ'', είναι ο Κώστας. Τελικά δεν είναι δα κάτι τόσο τρομαχτικό να πεις στον άλλον ''Σ'αγαπώ''. Δύο ερμηνείες πολλών καρατίων! Διόλου τυχαίο που η Μαντά κράτησε τα πραγματικά τους ονόματα. Δεν είναι εξεζητημένες περσόνες οι ήρωες της, δύο κανονικοί άνθρωποι είναι που ζουν και κινούνται, φαινομενικά - συμβολικά ολομόναχοι, στην καρδιά της Αθήνας!

 

Το ''Για πάντα'' είναι αφιερωμένο ''με ευγνωμοσύνη'' στον Θόδωρο Αγγελόπουλο (η Μαντά εργάστηκε επί σειρά ετών ως βοηθός του). Και για να κλείσω στο λίγο πιο λαϊκό τούτο το κείμενο, προτείνω να ξεκουνηθείτε και να περάσετε όσο το δυνατόν περισσότεροι από την Ταινιοθήκη στο Γκάζι για να καταλάβετε πως το σινεμά είναι πρωτίστως Τέχνη και κατόπιν νάτσος και ποπ-κορν. Το σινεμά, όπως και κάθε Τέχνη, είναι υπέρ πάντων ο Άνθρωπος και όχι χαζοαμερικανιές, κενότητες και μπουρδολογία. Τα υπόλοιπα είναι για λαϊφσταϊλίστες, στους οποίους ούτως ή άλλως δεν απευθύνεται η Μαργαρίτα Μαντά με δουλειές σαν το ''Για Πάντα''. Μπράβο της!

 

Info:

Για Πάντα

Σκηνοθεσία: Μαργαρίτα Μαντά

Παίζουν: Άννα Μάσχα, Κώστας Φιλίππογλου

Ταινιοθήκη της Ελλάδος "Λαΐς"

Πεμ-Τετ 18:30, 20:15, 22:00