Ήταν Γερμανίδα. Όμορφη, μαλλιά και μάτια ανοιχτόχρωμα. Μιλούσε ελληνικά σπαστά. Όταν εγώ τη γνώρισα αρχές του 1990 φορούσε συνήθως πολύχρωμα ριγέ παντελόνια και εμπριμέ ολόσωμα φορέματα. Στο διαμέρισμα της στους πρόποδες του Λυκαβηττού διατηρούσε το μικρό της φωτογραφικό εργαστήριο. Χιλιόμετρα negative είχαν κοπεί από τα χέρια της προτού οι τελικές κόπιες αμέτρητων ταινιών να φτάσουν στις αίθουσες. Σε εμάς, στους φοιτητές, δεν έπαιρνε λεφτά. Περνούσε άλλωστε αρκετό χρόνο μαζί μας εισάγοντας μας στον σκοτεινό θάλαμο επεξεργασίας και εμφάνισης του φιλμ. Ομολογώ ότι τη βαριόμουν την όλη διαδικασία. Προτιμούσα να είμαι μέλος της παρέας της σε καφενεία πέριξ των Εξαρχείων. Εκεί που μια μέρα, μεθυσμένη από ούζο, την είδα να κλαίει για τα εγκλήματα των προγόνων της σε βάρος της ανθρωπότητας. Μιαν άλλη φορά, πάλι ζαλισμένη από αλκοόλ, την άκουσα να τραγουδάει με τη χαρακτηριστική προφορά της το ''Σ'τό'πα και σ'το ξαναλέω'' και την ''Περιπλανώμενη ζωή'' του Τσιτσάνη. Υποστήριζε πως αν ο Φασμπίντερ είχε γνωρίσει τη Μπέλλου, αυτήν θα έβαζε στη ''Χρονιά με τα 13 φεγγάρια'' του και όχι τους Roxy Music, όσο κι αν διαφωνούσα μαζί της τότε ως φανατικός, ξενομανής περισσότερο, παρά ροκάς. Κι ας υπήρξε η ίδια παιδί των λουλουδιών, η Lady Jane των Rolling Stones, που έφαγε με το κουτάλι τα προοδευτικά κινήματα των 60s και τα αρτίστικα κοινόβια.

 

Κάποτε που μπαινόβγαινα καθημερινά στο στούντιο της, αφού έκανε την κοπή αρνητικού στο σπουδαστικό ταινιάκι μου, άνοιξα γαϊδουρινά το ψυγείο της και έφτιαξα έναν παγωμένο φραπέ δίχως να τη ρωτήσω αν θα ήθελε κι εκείνη έναν, ντάλα καλοκαίρι. Μου το κράτησε...Ερχόταν στη σχολή και επιδεικτικά με προσπερνούσε χωρίς να μου μιλάει, ασχέτως αν συνέχισε να δουλεύει το ταινιάκι μου. Όταν τα ''βρήκαμε'', χαμογέλασε - θυμάμαι - και μου είπε πως δεν κρατάει πολύ ο θυμός της με αγόρια που έχουν μακριά μαλλιά.

 

Τα χρόνια περνούσαν. Χαθήκαμε. Όταν στην ελληνική τηλεόραση προβλήθηκε κάποια στιγμή ο ''Ένας ερωδιός για τη Γερμανία'', η τελευταία ταινία του Σταύρου Τορνέ, την ''έγραψα'' σε VHS βιντεοκασέτα για δύο λόγους: για να μελετήσω την άγνωστη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και, κυρίως, για να ''διασώσω'' τη μορφή της δασκάλας μου, να την ''κλείσω'' στο αρχείο μου. Διότι, αυτή ήταν η ορνιθολόγος στην ταινία του Τορνέ που στηλίτευε την εκπόρνευση της τέχνης δίχως ίχνος διδακτισμού και σοβαροφάνειας. Πλέον είμαι σίγουρος πως ο Τορνές από τη μορφή της εμπνεύστηκε και έκανε έναν ερωδιό από τη Γερμανία σημείο αναφοράς και τίτλο της ταινίας του.

 

Το ''Πού νά'σαι τώρα Άννα'' το πρωτάκουσα μέσα σε ταξί συνοδεία κοινού μας φίλου. Ήταν η πρώτη φορά ίσως που δάκρυζα με τη φωνή του Νταλάρα. ''Πραγματικά, πού να είναι η Άννα, πού να πήγε;'' γύρισα και ρώτησα τον φίλο. Την ίδια μέρα είχαμε μάθει πως η Anna Wich άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 48 ετών, χτυπημένη από τον καρκίνο. Η σορός της μεταφέρθηκε στη Γερμανία, τη χώρα της, που αγαπούσε και έμοιαζε να μισούσε παράλληλα.

 

Το ντοκιμαντέρ που έφτιαξε πρόσφατα ο σύντροφος της, σκηνοθέτης Σταύρος Καπλανίδης, είναι ένας φόρος τιμής στη μνήμη αυτής της γυναίκας που πρόσφερε πολλά στον ελληνικό κινηματογράφο και που πάνω απ' όλα αγάπησε την Ελλάδα με τον δικό της φιλοσοφημένο τρόπο. Δεν ξέρω πως θα αντιδρούσε σήμερα με ένα ναζιστικό μόρφωμα μεσ' στο Κοινοβούλιο. Ήταν πολύ ευαίσθητη η Άννα για να το αντέξει, ενδεχομένως περισσότερο ευαίσθητη κι από ''ορίτζιναλ''Έλληνες που έχασαν προγόνους τους σε κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα. Για μένα, από τον πρόωρο και άδικο θάνατο της κι ύστερα, ο σκοτεινός θάλαμος έγινε ακόμη πιο σκοτεινός. Το εργαστήρι φωτογραφικής τέχνης μετατράπηκε σε προθάλαμο για τον Παράδεισο, το μαύρο τούνελ που λένε ότι στο βάθος του περιμένει τους περιπατητές του ένα άπλετο φως. Γαλήνιο. Όπως ήταν η ίδια. 

 

 

_________

* Η ταινία Anna Wich - Φωτογράφος (2013) του Σταύρου Καπλανίδη προβάλλεται αυτή την Τετάρτη στο Ινστιτούτο Ghoette (Ομήρου 14 - 16) στο κλείσιμο της έκθεσης με το σύνολο του έργου της Wich.