Κυκλοφόρησε τη Δευτέρα από τις εκδόσεις Καστανιώτη το καινούριο βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη με τίτλο "Η ηδονή στον Κρόταφο".

Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα (165 σελίδες έχει όλες κι όλες) αλλά για μια συλλογή διηγημάτων, αφηγήσεων και αυτοαναφορικών κειμένων στα οποία η Ζατέλη με το γνωστό της ύφος ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας εικόνες, ήχους, ιστορίες που ναι μεν διαδραματίζονται στη καθημερινότητα αλλά όπως μας έχει συνηθίσει η συγγραφέας αυτό είναι μονάχα η αφορμή για να ξεκοιλιάσει αριστοτεχνικά στη συνέχεια μπροστά μας οτι συνθέτει αυτή τη πραγματικότητα μοντάροντας τα πάντα εκτός του συμβατικού πεδίου.

 

Αντιγράφω από το δελτίο τύπου:

 

Η "Ηδονή στον κρόταφο" διαβάζεται ως καλειδοσκοπική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, ως ασπρόμαυρη μυθοπλασία με πρωταγωνιστές όλους τους έμψυχους και άψυχους κατοίκους του ζατελικού κόσμου. Συγγραφείς και οδοιπόροι, γνώριμοι και άγνωστοι, πληθωρικές υπάρξεις και ευδαίμονες μελαγχολικοί, γραφομηχανές που δεν σωπαίνουν αλλά και τσιγάρα-θέλγητρα που αναβοσβήνουν σε κάθε σελίδα του βιβλίου μαρτυρούν παράξενες συμπτώσεις, ιερές βλέψεις, επιθυμίες ανεκπλήρωτες και γι αυτό άφθαρτες, θανάτους-έρωτες συχνά παράφορους, γρίφους και μυστικά που αποκαλύπτει ο χρόνος, ο ίδιος ο αυτουργός που τα απέκρυψε. 


Σπαράγματα μιας εξομολόγησης που αναδίδει ομίχλη και σκιές σαν γνήσιο παραμύθι, με ιστορίες που γράφτηκαν στην πυρά και ενίοτε στην στάχτη της.

 

Στο site των εκδόσεων Καστανιώτη πριν λίγες μέρες ανέβηκε και το παρακάτω youtube video το οποίο ξεκινάει με τη χαρακτηριστική φωνή της και το οποίο είναι ολόκληρο βουτηγμένο σε αυτό το ζατελικό γκόθικ ύφος για το οποίο την έχουμε λατρέψει:-)

 

 

 

  

bonustrack

 

Στο ένθετο της Ελευθεροτυπίας το προηγούμενο Σάββατο προδημοσίευτηκε μια ιστορία (αυτή που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο) και  η οποία εικονογραφήθηκε με ένα σχέδιο του ζωγράφου Δημήτρη Λαλέτα ο οποίος πέθανε πέρσι πολύ νέος εντελώς ξαφνικά. Δεν ξέρω αν τη διάλεξε η ίδια την ζωγραφιά αλλά τη βρίσκω εξαιρετικά ταιριαστή και ταξινομεί υπέροχα όσα το κείμενο λέει το οποίο το ποστάρω και εδώ:

 

 

 Μακρυά σ' έν' άλλον κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά


Μίλτος Σαχτούρης

 

 

Η ΠΡΩΤΗ ΗΔΟΝΗ, και μάλιστα στον κρόταφο, είναι μια φράση που με ακολουθεί από χρόνια, που την βρίσκω σε διάφορα παλιά μου σημειωματάρια -κυκλωμένη συνήθως από κοκκινα τοξάκια: μην ξεχαστεί! μην ξεχαστεί- και εξακολουθώ να την περνάω και στα νεώτερα, μέχρι να δικαιωθεί αυτή η αφανής επίμονη πορεία της, η μεταγγιση α πό χαρτί σε χαρτί.

 

Στην πραγματικότητα είχε να κάνει με την πρώτη αληθινή τρομάρα, στον κρόταφο και παντού, το άλλο ήρθε μετά -η ηδονή-, εν είδει αποστάγματος ας πούμε, και με αφορμή ένα καθ' όλα ταπεινό συμβάν. Ας τα πάρω με τη σειρά.


Στην σκάλα ήταν πάντα εκείνην την παλιά ξύλινη σκάλα στο πατρικό μας, την εσωτερική, που όταν την ανέβαινα ή την κατέβαινα και πριν καλά καλά φτάσω στην μέση, από το σούρουπο ιδίως και μετά, όλα άλλαζαν: μια σκιά έβγαινε και με κυνηγούσε και τσακιζόμουν να ξεφύγω, να πηδήσω όπως όπως τα υπόλοιπα σκαλιά πριν με πιάσει! Ούτε ουρά αλόγου να φύτρωνε στα ξαφνικά από πίσω μου και να τηνν κοίταζα πως κάνει από δεξιά κι αριστερά για να μου δώσει μια στα μούτρα, ούτε τότε δεν θα λαχτάριζα τόσο όσο μ' εκείνην την αόρατη πανίσχυρη σκιά. Πως έπαιρνε όγκο απ' το τίποτα, θρόιζε ή κλαψούριζε, θορυβούσε υπόκωφα... Και παρατρίχα δεν κατάφερνε τον σκοπό της, να με τραβήξει απ' το πόδι, απ' τα μαλλιά, γλύτωνα πάντα την τελευταία στιγμή, την πολύ τελευταία, αν και ακόμα ο νους μου έπλαθε την συνέχεια, αυτό που δεν πρόφτασε να συμβεί κι ασφαλώς μετά απ' αυτό δεν είχε άλλο.

 

«Α-μα δουλειά...» μουρμούρισε μια θεία μου που της είχα ιδιαίτερη αδυναμία, αδελφή του πατέρα μου, και μόνο σ΄ εκείνην το εκμυστηρεύθηκα μια μέρα. «Και γιατί δεν την τρομάζεις κι εσύ να σ' αφήσει ήσυχη, τι χαζά είναι αυτά, τι σε πέρασε;» με ρώτησε, λες κι ήταν στο χέρι μου να 'ρθω σε συνεννόηση με μια σκιά, ένα μόρμορο. Επειτα, μιλώντας για την σκιά έτσι η θεία, σαν να μιλούσε για άνθρωπο που δεν στέκεται στα καλά του, μ' έκανε να αισθανθώ πως δεν το είχε πάρει στα σοβαρά. Κι αφού ούτε αυτή, η πιο συμπονετικιά απ' το σόι, δεν μπορούσε να με βοηθήσει, να πει μια γλυκειά κουβέντα, να μου εξηγήσει, τι ελπίδα είχα να το εξομολογηθώ και στους άλλους. Το φύλαξα για μένα, το περνούσα μόνη, ζόρι μεγάλο κάθε φορά. Και πόσο να 'μουν τότε, έξι ετών; επτά; το  πολύ εννέα;... Τέλος πάντων, σαν να λέμε εννιά ημερών ο κόσμος, στο ξεκίνημα των καιρών.

 

Και μετά από σαράντα χρόνια όμως, βάλε πόσες χιλιάδες μερόνυχτα, αδυνατώ να δώσω μιαν απάντηση ως προς το πότε έγινε η αρχή μ' εκείνον τον φόβο, πόσο κράτησε, τι τον γέννησε. Κάτι σαν ο θάνατος ήταν, ένα τέτοιο πράγμα, που παραφύλαγε να μου κόψει τα ήπατα κι ύστερα πάλι μ' άφηνε. Για να ξανάρθει, να ξαναφύγει... και πάντα έμοιαζε μια πρώτη φορά, δεν είχε παρελθόν αυτή η ιστορία. Κι ούτε γινόταν ν' αποφύγω να περνώ την σκάλα που  ένωνε το κάτω με το επάνω πάτωμα. Μ' έστελναν για θελήματα επάνω, να πάω αυτό, να φέρω εκείνο, ήτμουν στο σπίτι η μικρότερη, τα βράδια εκεί κοιμόμασταν, εκεί μου παραχωρήθηκε κι ένα παράμερο δωμάτιο βορεινό να φτιάχνω τα μαθήματά μου από τις πρώτες ως τις τελευταίες τάξεις του σχολείου. Μα ήταν, ναι, από το σούρουπο και μετά ήταν που ξεθάρρευε η σκιά κι η σκάλα περνούσε για χάρι μου σε άλλα χέρια.

 

Στο μεταξύ, επειδή έπρεπε να μαθαίνω να κάνω και δουλειές στο σπίτι, κανονικές δουλειές κι όχι απλά θελήματα, με βάλανε μια μέρα οι μεγαλύτερες αδελφές μου να σφουγγαρίσω αυτήν την σκάλα, να την τρίψω καλά με την βούρτσα κι από πάνω ένα δεύτερο χέρι με καθαρό υγρό πανί. Δεν θυμάμαι τι εποχή ήταν, όχι αναγκαστικά κατακαλόκαιρο. Σήκωσα τα μανίκια, έδεσα πίσω τα μαλλιά μου κι άρχισα να τρίβω, να τρίβω... κι όταν κοντευα πια στα χαμηλότερα σκαλοπάτια, με το νερό στον κουβά να 'χει μαυρίσει, ένοιωσα ξαφνικά να κυλάει στον κράτοφο μου μια σταγόνα ιδρώτα, πράγμα που με ανάγκασε να σταθώ ακίνητη, ενεά και συγκλονισμένη, ως να επρόκειτο για ροή αίματος στο πιο απίθανο -ή μάλλον πρόσφορο- σημείο του προσώπου: ίδρωνα για πρώτη φορά, ίδρωνα λοιπόν «σαν τους μεγάλους», στάθηκα άξια. Το βίωσα σαν υπέρτατη τιμή και ηδονή, αληθινή εμπειρία, και μάλιστα -τι σκέψη γέννησε ένα σταγονίδιο, τι θαρρετή υπόνοια- ήταν λέει η σκιά που μου 'κανε αυτό το δώρο, το αντίδωρο ή όπως ονομάζεται, για όλο εκείνο το μακρύ διάστημα που μόνο στόχο της είχε τα άλλα!... Αφησα την βούρτσα μες στο νερό κι ανέβηκα πίσω την σκάλα σιγά σιγά, με μιαν αβάσταχτη αδημονία και το κεφάλι γερτό στο πλάι σαν να μου σπάσαν τον λαιμό, μην τυχόν πέρσει η σταγόνα απ' τον κρόταφο και δεν  προλάβω να την δω και στον καθρέφτη.

 

Δεν θα μπορούσα πλέον να πω τι είδα στον καθρέφτη όταν έφτασα, αν κατάφερα να διακρίνω κάτι, μάλλον θα στέγνωσε η σταγόνα μέχρι ν' ανέβω ένα ένα τα σκαλιά, χώρια που είναι άβολο το κοίταγμα σ' εκείνο το σημείο του προσώπου χωρίς να στραβωθείς. Δεν έχει όμως σημασία, αυτό που ήταν να συμβεί συνέβη κι η πρώτη ιστορία που παρακινήθηκα να γράψω ήταν τότε, το πρώτο ατόφιο σκίρτημα, ένας αλλοπαρμός από νεύματα, πλέγματα, καταφανή και ανεξιχνίαστα, που έμελλε να στοιχειώσουν την κροταφική μου χώρα και να τροφοδοτήσουν «γη κι ουρανό» της γραφής μου.

 

(Η πρώτη πάντως ιστορία χάθηκε, είναι η σκιά που μ' ακολουθεί)