Υπάρχει «τρέλα», ή έστω τάση. Όλοι, πολλοί, ανακαλύπτουν ξανά τα αναλογικά σύνθια των seventies και των eighties και πάνω εκεί χτίζονται… καριέρες. Και δεν αναφέρομαι οπωσδήποτε στο ελληνικό «Téléphérique/ Une Album Instrumental par MENTA», αλλά στους Γάλλους Daft Punk και την άψογη vintage «καρέκλα» τού «Random Access Memories», που μας πήρε και μας σήκωσε τα τελευταία χρόνια.

 

«Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν» όπως έγραφε κάποτε ο Ρασούλης, κι εν πάση περιπτώσει… καλά είναι κι έτσι!

 

Το «Téléphérique» των ΜΕΝΤΑ (Κώστας Βλάχας κιθάρες, σύνθια, μπάσο, φωνή, Νίκος Παπαδημητρίου μπάσο, Δημήτρης Λαϊνάς σύνθια, Πάνος Γαλάνης ντραμς) είναι ένα βινύλιο, που αξίζει τα λεφτά του (όπως λέμε). Ένα ορχηστρικό άλμπουμ που αρχίζει και τελειώνει στο πι και φι, αφήνοντάς σου τις καλύτερες των εντυπώσεων. Εννοώ πως «σε φτιάχνει» από την πρώτη στροφή, καθότι είναι απλό και εμπνευσμένο, δίχως περισπούδαστες «δυσκολίες» (που συνήθως λειτουργούν σαν αγκυλώσεις).

 

 

Οι ΜΕΝΤΑ διαθέτουν τα πάντα. Και «θέμα», και δυνατότητες, και τον σχετικό εξοπλισμό (όπως αυτά τα παλιά Minimoog, Yamaha, Korg και Roland, που δεν τους δίναμε και τόσο σημασία στα eighties, επειδή, συχνά, έπεφταν σε... κακά χέρια) και κυρίως τον τρόπο να μετατρέπουν το vintage σε σύγχρονη ανάγκη.

 

Έχω την αίσθηση πως η ανάγκη για καθημερινό τραγούδι οδηγεί πολλές φορές τα συγκροτήματα σε βιαστικές κινήσεις – σε κάτι που ακούγεται, χωρίς να έχει πάντα σαφή λόγο ύπαρξης.

 

Ωραία… Τραγούδια… Ποπ και ροκ τραγούδια… Και λοιπόν; Τι να τα κάνεις τα τραγούδια, άμα δεν έχουν ουσιαστικούς στίχους και δεν πατάνε σε αληθινά εμπνευσμένες μελωδίες; Δόξα τω θεώ έχουν γραφτεί χιλιάδες μεγάλα άσματα, ελληνικά και μη, σε όλο το εύρος του παρελθόντος και ποτέ δεν θα μας λείψουν (τα άσματα εννοώ).

 

Οπότε; Οπότε ας μπορούμε ν’ απολαμβάνουμε ωραίες μουσικές από μουσικούς (καθότι, αυτή, είναι και η πιο… κοντινή δουλειά τους), κι ας αφήσουμε τα τραγούδια για τους πραγματικά εμπνευσμένους τραγουδοποιούς. Ή και για τους γενικώς ανέμπνευστους, που κάποια στιγμή θα βρουν τον τρόπο να κάνουν την έκπληξη…

 

Οι ΜΕΝΤΑ, πάντως, με το «Téléphérique» δείχνουν το δρόμο – ένας δρόμος, που σε κάθε περίπτωση δεν είναι εύκολος, ούτε βαδίζεται άνευ κόπου. Χρειάζεται concept, για να κάνεις έναν ορχηστρικό δίσκο που να μείνει. Απαιτείται άποψη που να ξεκινά από τα στοιχειώδη, και να καταλήγει στα τρανά και τα εργώδη. Έχεις ανάγκη λοιπόν… τις σωστές αναφορές, καθότι έχουν υπάρξει κι άλλοι πριν από ’σένα, και βεβαίως τις πρέπουσες τεχνικές δυνατότητες, προκειμένου εκείνο που έχεις κατά νου να μπορεί να υλοποιηθεί όπως πρέπει.

 

 

 

Οι ΜΕΝΤΑ διαθέτουν τα πάντα. Και θέμα, αφού έχουν κάτι που λειτουργεί (μπορεί να μην είναι εντελώς πρόδηλο, αλλά υπάρχει), και δυνατότητες (αφού ως μουσικοί δεν χάνουν σπιθαμή), και τον σχετικό εξοπλισμό (όπως αυτά τα παλιά Minimoog, Yamaha, Korg και Roland, που δεν τους δίναμε και τόσο σημασία στα eighties, επειδή, συχνά, έπεφταν σε… κακά χέρια) και κυρίως τον τρόπο να μετατρέπουν το vintage σε σύγχρονη ανάγκη.

 

Θα μπορούσε να είχε βγει στα eighties ένα τέτοιο (ελληνικό) άλμπουμ; Είχαν γίνει και τότε ορισμένες προσπάθειες, όμως, αν εξαιρέσεις εκείνο το απλησίαστο «Recording is an Art» του Μάκη Πρέκα (που δεν έχει ουδεμία σχέση με το «Téléphérique»), ήταν ελάχιστες (θυμάμαι την «Καλυψώ» των Mess ή τη «Βότκα» των Χωρίς Περιδέραιο). Και τούτο, γιατί τα περισσότερα… συνθο-ενδιαφέροντα κομμάτια ήταν, βασικά, τραγούδια (με στίχους που σπανίως «έλεγαν»). Κανείς, δηλαδή, δεν είχε σκεφτεί να γράψει ένα οργανικό σαν το απίθανο B2 των ΜΕΝΤΑ (τα tracks δεν έχουν τίτλους), αφήνοντάς το έτσι – άνευ στίχων. Μας έφαγε το μεγαλείο…

 

Με τη μια πλευρά καλύτερη από την άλλη (με τη δεύτερη εννοώ ακόμη πιο ωραία από την πρώτη) και με τις extra βοήθειες από τον Σέργιο Βούδρη (των Voyage Limpid Sound) σε φωνητικά και την Nalyssa Green στη θερεμίνη, οι ΜΕΝΤΑ έκαναν ένα υπέροχο LP, το οποίο αν δεν το γουστάρουν τόσο οι fans του Vangelis (επειδή είναι ποπ το λέω), θα το γουστάρουν οπωσδήποτε οι fans του Giorgio Moroder (αν και δεν είναι… τόοσο ποπ εν τέλει).