Η μεγάλη ερμηνεύτρια της ρεμπέτικης και μεταρεμπέτικης εποχής, Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1918. Ο Καύκασος και η Κωνσταντινούπολη διεκδικούν τον τίτλο της γενέτειρας της. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Αταμιάν. Σε ηλικία 10 ετών η οικογένειά της φτάνει στη Θεσσαλονίκη ενώ το 1945 εγκαθίσταται στην Αθήνα.

 

Στα 17 της παντρεύεται τον πρώτο της σύζυγο, τον Αρμένιο Χάικ Μεσποριάν και αποκτούν έναν γιο. Ωστόσο χωρίζει λίγα χρόνια αργότερα και το 1944 γνωρίζει τον δεύτερο σύζυγό της, ακροβάτη και ζογκλέρ Νίνο Νικολαΐδη. Εμφανίζεται σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, κάνοντας ακροβατικά νούμερα μαζί με το Νίνο και το παιδί της. Το σχήμα ονομάζεται «Ντούο Νίνο και μισό» και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Η Ευαγγελία γίνεται Μαρίκα, προς τιμήν της Μαρίκας Κοτοπούλη και Νίνου, από το όνομα του συζύγου της. Η Μαρίκα Νίνου ήταν έτοιμη για το όνειρό της. Το τραγούδι. Γι' αυτό το λόγο περνούσε τις νύχτες της στο κέντρο Πιγκάλς, κοντά στον Μανώλη Χιώτη και στον Γιώργο Μητσάκη.

 

Η Μπέλλου το είχε πει και το έκανε. Φεύγει από το σπίτι και τρέχει προς το καφενείο. Μπαίνει μέσα και χωρίς πολλά λόγια, επιτίθεται στη Μαρίκα Νίνου, αφήνοντας άφωνους (και άπραγους) όσους βρίσκονταν εκεί. Την ξυλοφορτώνει αγρίως και την στέλνει στο νοσοκομείο.

 

O Στελλάκης Περπινιάδης ήταν αυτός που τον Οκτώβριο του 1948, την κάνει βασική τραγουδίστρια στο κέντρο «Φλόριντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Εκεί η Μαρίκα Νίνου μαθαίνει τα μυστικά του τραγουδιού και καθιερώνεται στη νύχτα της Αθήνας.

 

«Έμεινε κοντά μου επί πέντε συνεχείς μήνες και αφού έμαθε όλα τα μυστικά της δουλειάς και όλα τα τραγούδια της εποχής, και επειδή ήταν άριστη στη δουλειά της, ζήτησε αύξηση, γιατί έπαιρνε μόνο 25 δραχμές μεροκάματο, την οποία αύξηση δεν της έδωσαν. Τότε ήρθε και μου είπε ότι τη ζητούν να πάει στου Τζίμη του Χοντρού, όπου εργαζόταν ο Τσιτσάνης, με μεροκάματο 90 δραχμές. Της είπα να πάει να δουλέψει με τον Τσιτσάνη, όπου όχι μόνο θα έπαιρνε καλό μεροκάματο, αλλά θα την βοηθούσε και ο Βασίλης, που ήταν καλός συνθέτης. Ο Τσιτσάνης την πήρε έτοιμη από μένα στα μυστικά της δουλειάς και στην τεχνική, αλλά με την κατάλληλη προετοιμασία και με το καλό υλικό που της ετοίμασε δημιούργησε τη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, που όλοι μας γνωρίσαμε» λέει ο Περπινιάδης στην αυτοβιογραφία του

 

 

Ξεκινά τη συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» το 1949 και μένει μαζί του για τρία χρόνια. Kαι, αν και συνεργάστηκε στο πάλκο και στη δισκογραφία με σημαντικούς συνθέτες όπως ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Απόστολος Καλδάρας κ.α., ο Τσιτσάνης υπήρξε αυτός που της δίνει σπουδαία κομμάτια και την κάνει μούσα του.

 

«Γίναμε ντουέτο και κάθε βράδυ στου Τζίμη γινόταν χαλασμός από τον κόσμο. Η ουρά έφτανε μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα. Κάθε μέρα συζητούσαν για μας τους δυο. Όπου πηγαίναμε, και για έκτακτες εμφανίσεις στα θέατρα, γινόταν το σώσε. Η Μαρίκα στο πάλκο ήταν ασυναγώνιστη, οι κινήσεις της ήταν κάτι το συγκλονιστικό, όταν τραγουδούσε είχε τέτοια εκφραστικότητα και τέτοια μεταδοτικότητα στο κοινό, που νομίζω ότι δεν πρόκειται να γεννηθεί άλλη. Όταν τραγουδούσε, κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο στα τραπέζια. Ήταν φοβερή. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει στους μαθητές στα θρανία» είπε αργότερα ο Τσιτσάνης.

 

 

 

 

 

 

Ο ξυλοδαρμός από τη Σωτηρία Μπέλλου

Η Μαρίκα Νίνου επιβάλλεται δίπλα στον Τσιτσάνη και παραμερίζει τη Σωτηρία Μπέλλου, που τραγουδούσε για χρόνια στο πλευρό του μεγάλου συνθέτη. Η Σωτηρία Μπέλλου εξοργίζεται μετά την απαίτηση της Μαρίκας να μην υπάρχουν πια στο σχήμα οι άλλες τραγουδίστριες, όπως η ίδια και η Σεβάς Χανούμ και θέλει να την εκδικηθεί. Μάλιστα ήταν τόση η πικρία και η οργή της που διέδιδε ότι αν την πετύχαινε έξω θα την έδερνε. Και μάλλον το εννοούσε.

 

Κι ενώ έχει μεσολαβήσει ένα διάστημα και τα πράγματα έχουν ησυχάσει, η Σωτηρία Μπέλλου δέχεται ένα ανώνυμο τηλεφώνημα που την ενημερώνει ότι εκείνη την ώρα, η αντίζηλός της Μαρίκα Νίνου βρίσκεται στο καφενείο των μουσικών στην οδό Ίωνος [Στου Μάριου]. Η Μπέλλου το είχε πει και το έκανε. Φεύγει από το σπίτι και τρέχει προς το καφενείο. Μπαίνει μέσα και χωρίς πολλά λόγια, επιτίθεται στη Μαρίκα Νίνου, αφήνοντας άφωνους (και άπραγους) όσους βρίσκονταν εκεί. Την ξυλοφορτώνει αγρίως και την στέλνει στο νοσοκομείο.

 

 

Τον Οκτώβριο του 1951 πήγε με τον Τσιτσάνη στην Κωνσταντινούπολη και λίγο αργότερα, είχαν σχεδιάσει να πάνε στην Αμερική: ''Κάποτε έκλεισαν με τον Τσιτσάνη να πάνε να τραγουδήσουν στη Νέα Υόρκη. Η Νίνου πήρε βίζα. Ο Τσιτσάνης όχι. "Δεν θα πας" της είπε ο Τσιτσάνης. "Θα πάω" απάντησε η Νίνου. Και πήγε μόνη της", γράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. H σχέση της Νίνου με τον Τσιτσάνη ήταν θυελώδης. Πολλοί κάνουν λόγο για έναν έρωτα, που ο Τσιτσάνης κατέπνιγε, σκεφτόμενος την οικογένειά του. Η Νίνου τον διεκδικεί, αλλά ο μεγάλος συνθέτης δεν ενδίδει.

 

Πριν πάει στην Αμερική είχε κάνει στην Αθήνα εγχείρηση αφού διαγνώστηκε με καρκίνο στη μήτρας. Στην Αμερική έγιναν μεταστάσεις και η κατάστασή της χειροτέρεψε. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, οι συγγενείς της τρόμαξαν. Ήταν πολύ αδυνατισμένη και κάτωχρη. Εργάστηκε για λίγο ακόμη και με φοβερούς πόνους. Πέθανε λίγους μήνες μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1957, σε ηλικία μόλις 39 ετών. Η ταινία "Ρεμπέτικο" του Κώστα Φέρρη είναι βασισμένη στη ζωή της.

 

Το 1974 ο Μάνος Χατζιδάκις αφιερώνοντας στη μνήμη της τον δίσκο του ''Πέριξ'' θα γράψει: ''Η Μαρίκα Νίνου, δίχως να το ξέρει, με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα των θεών της ταπεινοσύνης και της βυζαντινής παρακμής''.