Χθες το βράδυ η θερμοκρασία έπεσε ελάχιστα στην Αθήνα. Βραστός ο αέρας που ξεφυσούσαν οι αποθήκες και τα εγκαταλειμένα κτίρια της Πειραιώς. Κατηφορήσαμε αυτόν τον παράξενο δρόμο με τη μηχανή και φτάσαμε στην αυλή του Ελληνικού Κόσμου. Άσπρα τραπεζάκια και καρέκλες στο γιγαντιαίο πλακόστρωτο, μια σκηνή – εξέδρα μπροστά. Πήραμε μπύρες από την καντίνα και καθίσαμε. Είναι νομίζω η δεύτερη ή τρίτη χρονιά που ο Σταμάτης Κραουνάκης θυμάται τα παλιά αναψυκτήρια και φτιάχνει μια παράσταση με την Σπείρα – Σπείρα του, ειδική (κατά τη γνώμη μου) για κάτι νύχτες σαν αυτήν που στην πόλη όλα φλέγονται, τα δελτία ειδήσεων είναι σκέτη απελπισία και η θάλασσα μακριά.

 

Τα φώτα σβήνουν, πρώτος στη Σκηνή ανεβαίνει ο Σταμάτης, δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση η αμεσότητα που έχει με το κοινό. Είναι κάτι που το έχει δουλέψει χρόνια. Έχει κάνει προσπάθεια να μην τον αντιμετωπίζουν ως έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες και στιχουργούς που έβγαλε η Ελλάδα μετά τον Χατζιδάκι, αλλά σαν έναν από το πλήθος. Είναι σα να είδε πρώτος την κατηφόρα που επρόκειτο να πάρει η Ελλάδα και ήξερε πως ο μόνος τρόπος να μην τον πάρει αυτή η κατηφόρα είναι να λειτουργήσει σε μικρότερα μεγέθη και να μην ζητά από το κοινό του πράγματα που ήδη άρχισαν να ξενίζουν.

 

Ανάβει τσιγάρο, ζητά καφέ και τασάκι, λέει αστεία, αφηγείται (με εκπληκτική ακρίβεια και σωστότατο Αριστοφανικό ύφος) την πλοκή του Πλούτου -και ξεκινά με το τραγούδι της Πενίας. Επισημαίνει πως τον ενοχλεί όταν οι σκηνοθέτες απεικονίζουν την Πενία στα έργα τους ως μια κακοτράχαλη, άσκημη, βρώμικη, αγριογυναίκα. Αυτός πάντα τη φανταζόταν να είναι μια νοικοκυρεμένη εξηντάρα, βιοπαλαιστής, νοικοκυρά που τα φέρνει βόλτα με έξι παιδιά και 600 ευρώ το μήνα μισθό. Μου άρεσε αυτό, άλλη μια φορά διαπιστώνω πως ο Σταμ ξέρει πολύ καλά το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη αυτή η χώρα και δεν έχει ψευδαισθήσεις για την καταγωγή μας αλλά ούτε και το μέλλον μας.

 

 

 

Η νύχτα συνεχίζεται, με τραγούδια δικά του και άλλων συνδυασμένα τέλεια, η υπόλοιπη Σπείρα ανεβαίνει στη Σκηνή, η πανέμορφη guest ηθοποιός Αγλαία Παπά. Ο τόνος είναι πικρόγλυκος. Ακραία, αστεία νούμερα με τραγούδια εξόχως υβριστικά εναντίον των πολιτικών και των τραπεζιτών, της καριόλας της Μέρκελ, της κακομοίρας της Αριστεράς, κατάρες να φάνε όλοι σκατά, τραγούδια που οι στίχοι τους παραλλάζουν και γίνονται ανελέητη σάτιρα εναλάσσονται με τραγούδια που η ενορχήστρωση, η ερμηνεία, το συναίσθημα που αναδύουν είναι τόσο αριστοτεχνικά δοσμένη που σε τσακίζει. Συνέχεια συγκινείσαι ή γελάς με χαχανητά. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή μας τώρα τελευταία δηλαδή.

 

Τι στυλ έχει αυτό το θέαμα; Του δρόμου φυσικά. Ο δημιουργός αυτός έχει μανία με τον πυρήνα της δημιουργίας. Με την ουσία. Και καθόλου με το περιτύλιγμα, κάτι που έχουμε μπουχτίσει να βλέπουμε τελευταία. Να ειπωθούν τα τραγούδια σωστά, να ακουστούν οι λέξεις σωστα μέχρι και την τελευταία παύση και ανάσα, να αποδοθεί το συναίσθημα, να έρθουμε «στην ίδια τη συχνότητα», το χιούμορ να είναι ακραίο κοφτερό, υβριστικό να σε γονατίζει στα γέλια και συνάμα να μιλάει πιο αληθινά για το σήμερα από όλα όσα έχεις ακούσει τελευταία. Από κει και πέρα όλα είναι φτιαγμένα με budget υλικά. Δεν θα δεις υπερπαραγωγή -αν είσαι κακοπροαίρετος μπορεί να πεις πως μοιάζει με σχολική παράσταση. Μη γελιέσαι όμως, γιατί η υπερπαραγωγή είναι οι φωνές αυτών των παιδιών, που όμοιές τους δεν υπάρχουν στο μουσικό σκηνικό της σημερινής Ελλάδας (αλήθεια, πού τους βρίσκει και πόσο τυχεροί είναι! ελπίζω να το καταλαβαίνουν, διότι οι φωνές τους πουθενά αλλού δεν θα ακουστούν καλύτερα), η υπέροχη και πανέμορφη Αγλαία Παπα που επιλέγει για δεύτερο καλοκαίρι αυτό το αναψυκτήριο για να τραγουδάει παρέα με τη Σπείρα, να χορεύει με τον ενθουσιασμό ενός δεκαεφτάχρονου, να χαμογελά σαν μοντέλο της Maybeline αλλά και να αποδίδει με μια τρομακτική ένταση ένα σκοτεινό και λυτρωτικό μονόλογο. Απλώς υπέροχη.

 

Είναι πολλά ακόμα για τα οποία θα μπορούσα να σας γράψω: το νούμερο με τα Δυό Παλτα που τα γέλια μας ακούγονταν μέχρι την Πειραιώς 260. Τον Σταμάτη να τραγουδάει το «Κάνε λιγάκι υπομονή» και να το συνεχίζει με το «Καινούρια τώρα ζωή», το α καπέλα με τα Δειλινά της Μοσχολιού, το φιλί που έστειλε στον ουρανό μόλις ερμήνευσε το «Όταν έχω εσένα» του Μητροπάνου, το πόσο τέλεια ταίριαξε το «Γελεκάκι» αμέσως μετά από τον μονόλογο ενός πολύ ταλαντούχου μέλους της Σπείρας που μιλάγε για το πώς φτάσαμε ως εδώ, ένα αγόρι που η εκπληκτική φωνή του θύμιζε κάπως  Ηλία Λιούγκο που είπε ένα ονειρικό τραγούδι (νομίζω πως εκείνη τη στιγμή σα να σταμάτησε λίγο ο χρόνος με αυτήν την ερμηνεία -ποιο να ήταν άραγε αυτό το τραγούδι, μακάρι να ‘ξερα, ήταν πάντως αριστούργημα), την ευφυέστατη αντικατάσταση της λέξης νύχτα με το όνομα Νίτσα σε καμιά δεκαριά τραγούδια που έκανε τους θεατές να γελάνε με την καρδιά τους,  μα και την επιλογή του Καληνύχτα μη φοβάσαι δεν σε ξέχασε κανείς, πάντα εσύ στο τέλος θα ‘ σαι η μεγάλη της σκηνής που μετατράπηκε σε  Καλέ, Νίτσα μη φοβάσαι… και έκλεισε το μάτι στην Πενία του Πλούτου. Πιο ταιριαστή παράσταση όχι μόνο για να περιγράψει αυτό που ζούμε αλλά και για να δώσει ελπίδα δεν υπάρχει φέτος στην Αθήνα.

 

Θα ήθελα να επισημάνω κάτι για τον αρχηγό αυτής της φάσης. Στην εποχή του φώτοσοπ που διανύουμε δεν είναι εύκολο να είναι ένας καλλιτέχνης ειλικρινής. Και εσείς κύριε Κραουνάκη μας τιμάτε εδώ και χρόνια παραδίδοντας μας ένα έργο που μας συνεφέρνει, μας επαναφέρει στα μέτρα και το συναίσθημα που θα έπρεπε να έχουμε, συνεχίζετε άψογα το έργο όλων όσων θαυμάζετε και αγαπάτε. Ίσως και να είστε πια ο μοναδικός που το κάνει σε αυτήν τη χώρα που οι συνάδελφοι σας θεωρούν «επικοινωνία με το ελληνικό κοινό» την εκτέλεση ενός ορατορίου ντυμένοι στα φράκα τους σε κάποιο μεγάλο θέατρο. Μαστιγώνετε το έργο σας με χιούμορ και δεκάδες επιθεωρησιακές παραλλαγές (διότι είναι υψηλό και δεν φοβάται) όταν άλλοι κλείνουν τα δικά τους, τα πολύ κατώτερα, σε γυάλινες βιτρίνες. Εγώ ξέρω πως μόνο τα δικά σας στέκονται δίπλα στα μεγέθη του Χατζιδάκι, του Άκη Πάνου, της Μοσχολιού και δεν έχω κανένα ορατόριο δικό τους στο i-pod μου. Ευχαριστώ λοιπόν που μου ξυπνάτε το συναίσθημα ελπίζω η Σπείρα να συνεχίσει να σκίζει για πάντα.

 

 

 

 

Φωτό: Γιώργος Τζιλιάνος.

 

 

«ΔΕ ΜΑΣΑΜΕ!!! 2012 ΦΙΛΙΑ!»

Αίθριο Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»

Πειραιώς 254, Ταύρος, Τηλ. 212 254 0300

www.theatron254.gr

Παραστάσεις: κάθε Δευτέρα, Τετάρτη,Παρασκευή, Σάββατο στις 9.30μ.μ.

Τιμές Εισιτηρίων: Γενική είσοδος 14 ευρώ, Νεανικό (έως 26 ετών) 10 ευρώ, Κάτοχοι Persona Κάρτα 10 ευρώ

 Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων θα επιτρέπονται το κάπνισμα, το ποτό και τα εδέσματα.