Σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι και αυτό που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά κάποιος με χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπό μου, έσπασαν τα γυαλιά μου και με έβγαλε έξω από το αυτοκίνητο. Έπεσα στο έδαφος, κι εκεί συνέχισε να με χτυπάει. Δεν ήξερα για ποιο λόγο!

 

Ο Mehran είναι από το Ιράν και ζει στην Ελλάδα εδώ και 8 χρόνια. Τα πέντε τα πέρασε μέσα στη φυλακή. Όταν επικοινώνησε μαζί μας πριν από μερικές μέρες δεν καταλάβαμε τι ακριβώς ζητούσε, γιατί η επικοινωνία μαζί του δεν είναι και τόσο εύκολη. Μπορεί να συνεννοηθεί στα ελληνικά και να πει τα βασικά, αλλά όταν άρχισε να αφηγείται την ιστορία του ήταν αρκετά δύσκολο να καταλάβουμε όσα προσπαθούσε να μας πει. Αυτό που ήταν σίγουρο ήταν ότι αποφυλακίστηκε πρόσφατα και ότι η αγανάκτησή του που τον ανάγκαζαν να φύγει από την Ελλάδα ήταν πολύ μεγάλη. Τόσο μεγάλη που γινόταν δύσκολο να μας μιλήσει με ψυχραιμία για να εξηγήσει τι έγινε και βρέθηκε στη φυλακή. Έτσι του ζητήσαμε να γράψει με λίγα λόγια την ιστορία του και δώσαμε να τη μεταφράσει κάποιος από τα φαρσί.

 

Η ιστορία που μας διηγήθηκε είναι απίστευτη. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι όλα έγιναν ακριβώς έτσι και από τη μια στιγμή στην άλλη η ζωή του μετατράπηκε σε κόλαση. Δεν υπάρχει τρόπος να εξακριβώσουμε εάν ισχύει, εάν όμως είναι αληθινή είναι αδιανόητη. Είναι αδιανόητο σε μια πολιτισμένη κοινωνία να σε θεωρούν όλοι εγκληματία επειδή δεν μιλάς τη γλώσσα για να εξηγήσεις τι έγινε και να μην μπορείς με τίποτα να υπερασπιστείς τον εαυτό σου. Ακόμα χειρότερα είναι να είσαι εξ αρχής ύποπτος και να κρίνεσαι ένοχος επειδή είσαι ξένος.

 

 

 

«Τη χώρα μου αναγκάστηκα να την εγκαταλείψω επειδή μου δημιουργήθηκε πολιτικό πρόβλημα. Αρχικά πέρασα στην Τουρκία, ύστερα μέσω της θάλασσας μπήκα στην Ελλάδα και έφτασα κάπου κοντά στην Αθήνα και από εκεί αμέσως παραδόθηκα στις αρχές. Μου έκαναν μια μικρή συνέντευξη αλλά ο μεταφραστής δεν ξέρω τι τους είπε. Με τον αρχικό φόβο που είχα, περιληπτικά τους μίλησα για το πρόβλημά μου. Μετά μου έδωσαν μια ροζ κάρτα και ξεκίνησα να συγκεντρώνω τα υπόλοιπα έγραφα, όπως ΑΦΜ και άδειας εργασίας. Αρχικά ήταν πολύ δύσκολο για μένα, αλλά σιγά-σιγά τα πράγματα καλυτέρεψαν.

 

Η δουλειά που έκανα είχε σχέση με υπολογιστές, έφτιαχνα προγράμματα, άρχισα να γνωρίζω όλο και περισσότερο κόσμο και τα κατάφερνα μια χαρά με τη ζωή μου. Μέχρι που αντιμετώπισα ένα πρόβλημα με το στομάχι μου. Με ενοχλούσε πάρα πολύ και πολλές φορές δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος. Επειδή δεν μιλούσα ελληνικά, αναγκάστηκα να ζητήσω τη βοήθεια από κάποιον που είχε ένα μίνι μάρκετ και πίστευα ότι ήταν καλός άνθρωπος. Και δέχτηκε να με βοηθήσει.

 

Με έβαλε στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου και μετά από λίγη διαδρομή σταμάτησε και με έβγαλε έξω, αρπάζοντάς με από το λαιμό με έναν τρόπο που τα πόδια μου δεν ακουμπούσαν στο έδαφος. Με μετέφερε έτσι σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων, μέχρι που φτάσαμε στο πάτωμα του αστυνομικού τμήματος, στο οποίο με πέταξε κάτω. Νόμιζα ότι θα με έπνιγε

 

Ξεκινήσαμε να πάμε με το αυτοκίνητό του προς το νοσοκομείο που είναι στο Μπουρνάζι και σε κάποιο σημείο στο δρόμο μου είπε να περιμένω λίγο και θα γυρίσει αμέσως. Πονούσα πολύ, του είπα αν αργήσεις θα πάω μόνος μου, αλλά με βεβαίωσε ότι θα γυρίσει. Πραγματικά, γύρισε μετά από μισή ώρα, με πήρε στο αυτοκίνητο και φύγαμε από εκεί. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου είπε κατέβα να πάρεις δυο νερά από το περίπτερο, κατέβηκα, αγόρασα και συνεχίζαμε, μέχρι που φτάσαμε κοντά στη πλατεία Καραϊσκάκη. Σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι και αυτό που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά κάποιος με χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπό μου, έσπασαν τα γυαλιά μου και με έβγαλε έξω από το αυτοκίνητο. Έπεσα στο έδαφος, κι εκεί συνέχισε να με χτυπάει. Δεν ήξερα για ποιο λόγο!

 

Ύστερα με έβαλε στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου και μετά από λίγη διαδρομή σταμάτησε και με έβγαλε έξω, αρπάζοντάς με από το λαιμό με έναν τρόπο που τα πόδια μου δεν ακουμπούσαν στο έδαφος. Με μετέφερε έτσι σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων, μέχρι που φτάσαμε στο πάτωμα του αστυνομικού τμήματος, στο οποίο με πέταξε κάτω. Νόμιζα ότι θα με έπνιγε. Κάποιοι του φώναζαν για τη συμπεριφορά που είχε απέναντί μου, κάποιος μου έφερε νερό και μου έριξε στο πρόσωπό μου και μετά μου έδωσε λίγο να πιω. Δεν μου είπαν τίποτα. Μιλούσαν πάντα φωναχτά σε αυτόν που με είχε φέρει εκεί και δεν μου έκαναν καμία ερώτηση, δεν υπήρχε διερμηνέας.

 

 

 

Στις τρεις τα ξημερώματα με ανέβασαν στον τρίτο όροφο για δακτυλοσκόπηση και στο επόμενο γραφείο μου έφεραν κάποια χαρτιά και τα υπέγραψα. Το πρωί με πήγαν στον εισαγγελέα. Εκεί ήρθε ένας Ιρακινός μεταφραστής που μιλαγε λίγα φαρσί, δεν με καταλάβαινε καλά, και με ρώτησε «λοιπόν, τι έχεις να πεις;», του είπα «τι να πω, σχετικά με τι;». Δεν ήξερα τι ήθελαν να μάθουν.

 

Ολόκληρη η ιστορία του Mehran στο site του ΓΚΡΕΚΑ.