Απ’ όλο το ταξίδι και τα δεκάδες μέρη που επισκεφτήκαμε, το Λέτσε και η ακτή του Αμάλφι είναι τα highlight μου. Με διαφορά. Μπορεί να παραείναι κοσμοπολίτικα για τα γούστα μου, αλλά οι συναρπαστικές εικόνες που συναντάς απανωτά δεν σταματούν ούτε στιγμή να σε ξαφνιάζουν και σου προκαλούν κάτι σαν overdose ομορφιάς, -γιατί πόση ομορφιά μπορεί ν’ αντέξει κανείς μαζεμένη;

 

 

 

 

 

Όλα σχεδόν τα χωριά κι οι μικρές πόλεις της περιοχής είναι χτισμένα πάνω σε γκρεμούς, σε βουνά [ολόκληρες απότομες πλαγιές από την κορυφή μέχρι την παραλία], σε κομμάτια ξηράς που κρέμονται μέσα στη θάλασσα. Κάποτε πήγαινες εκεί μόνο με γαϊδούρια. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Τώρα ο δρόμος κρέμεται μέσα στο χάος, παραλιακά, με ψηλές γέφυρες και τούνελ μέσα από βράχια και χαράδρες. Δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις. Το τοπίο είναι αυτό που λένε «εκθαμβωτικής ομορφιάς» και δεν σταματάς να απορείς γιατί στο καλό να πάνε να χτίσουν στα κατσάβραχα; Πώς στο καλό μετέφεραν τα υλικά ή [ακόμα χειρότερα] πώς αντέχουν να ανεβοκατεβαίνουν τόσα σκαλιά για να φτάσουν στο σπίτι τους από το κέντρο του χωριού, -ο μόνος τρόπος που μπορείς να μετακινηθείς στα πιο πολλά είναι τα πόδια.

 

 

 

 

 

Το Σορέντο είναι η πόλη που μείναμε δύο νύχτες, χτισμένο πάνω στους λόφους, στη νότια ακτή του κόλπου της Νάπολης. Η πόλη των λεμονιών, του Τορκουάτο Τάσο και θέρετρο που πήγαινε ο Καζανόβα και ο Γκαίτε […], με τρελή κίνηση στους δρόμους μέχρι το πρωί. Με τόσο κόσμο είχαμε άγχος μήπως δεν βρούμε ξενοδοχείο, αλλά όλα όσα ρωτήσαμε είχαν δωμάτια, παρόλο που φτάσαμε Παρασκευή και γινόταν χαμός. Μία συμβουλή: μην ακούσετε κανέναν που επιμένει να κλείσεις δωμάτιο σε περιοχές της νότιας Ιταλίας, σε full season όλα τα ξενοδοχεία είχαν ό,τι είδους δωμάτιο γουστάρεις, μόνο τα bed & breakfast ήταν γεμάτα. Κι οι τιμές ήταν πολύ λογικές. Στο Σορέντο μείναμε σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης, με απίθανο πρωινό και πισίνα στην ταράτσα με θέα σε όλη την πόλη. Κάναμε μπάνιο αργά το απόγευμα μέσα στη βροχή κι οι καταρράχτες της διπλανής χαράδρας έτρεχαν σαν τον Νιαγάρα. Μόνοι μας, οι τουρίστες κοιμούνταν για να ξενυχτήσουν στην υπόγεια ντίσκο. Σε κάθε σημείο της πόλης είχε μαγαζιά για λιμοντσέλο και προϊόντα λεμονιών [σαπούνια, μπαμπάδες σε κρέμα λεμονιού, λικέρ και αποστάγματα], από τουριστικά του κερατά [που ήταν ασφυκτικά γεμάτα από τουρίστες] μέχρι καλόγουστα και πολυτελείας [που ήταν άδεια]. Το άλλο ανεξήγητο: όσο πιο κακόγουστο είναι ένα μαγαζί, τόσο πιο πολύ κόσμο μαζεύει, αρκεί να είναι σε κεντρικό δρόμο, ενώ σ’ αυτό που κρύβεται μέσα στα σοκάκια κι έχει τις ίδιες ακριβώς τιμές και καλύτερης ποιότητας πράγματα δεν πατάει κανείς. Προφανώς ο κόσμος μπαίνει όπου υπάρχει κόσμος, ο νόμος του τουρίστα. Σε ένα που το έλεγαν Fattoria Terranova στην Πούντο Βεντίτα -όπου μας χάρισαν και την παλιά παραδοσιακή συνταγή για λιμοντσέλο- είχε και μανταρινέλο, αλλά βλακωδώς δεν αγόρασα επειδή με θάμπωσαν τα λιμοντσέλα και τα ζωγραφισμένα ποτηράκια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από το Σορέντο θα θυμάμαι τον τύπο που έφτιαχνε μινιατούρες από τερακότα σε απίθανες συνθέσεις με λεπτομέρεια που σε ανάγκαζε να χαζέψεις για ώρα, αλλά τις πουλούσε πανάκριβα. Και ένα ροζάριο που κρεμόταν απ’ το χέρι του πάπα που στόλιζε μία πλατεία στην κεντρική λεωφόρο και ήθελα να πάρω για ενθύμιο, αλλά με έπιασαν οι τύψεις και το προσπέρασα. Όταν το αποφάσισα, το είχε πάρει άλλος. Είχε και τρία τουλάχιστον γλυπτά του Νταλί, αλλά αυτό ήταν το μόνο που άξιζε:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Κάπρι είναι εν μέρει όπως το έχεις δει στον Ταλαντούχο Κύριο Ρίπλεϊ [που είναι πιο καλή ταινία από την πρώτη με τον Αλέν Ντελόν, από κάθε άποψη, ακόμα και το Κάπρι είναι πιο όμορφο], γραφικό, με τον δρόμο του Krupp με τις στροφές-φουρκέτες, στενά δρομάκια που οδηγούν σε αμέτρητες βίλες, χιλιάδες σκαλιά, γκρεμούς και μονοπάτια με θέα που ζαλίζει, ωραία γλυκά, όμορφες φάτσες. Α, κάπου ήταν κι οι Σειρήνες που τρέλαναν τον Οδυσσέα, δεν θυμάμαι αν ήταν στην ξηρά του Κάπρι ή από την άλλη πλευρά, απέναντι. Κάπου εκεί, πάντως. Κατά τ’ άλλα  είναι σαν τη Μύκονο, με γέρους με νεαρές γυναίκες που γέρνουν από τα πολλά κοσμήματα, γριές με τεκνά, διασημότητες, πανάκριβα μαγαζιά, μαντίλια ερμές, λουί βουιτόν με τον τόνο, το κακό συναπάντημα. Κάθεσαι για καφέ και γίνεσαι κουτσομπόλης με το ζόρι, είναι αδύνατο να αφήσεις ασχολίαστα τα αταίριαστα ζευγάρια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εμείς αντί να πάμε για μπάνιο με το καραβάκι που σε έβγαζε στις σπηλιές, προτιμήσαμε να πάμε στη βίλα Μαλαπάρτε στον γκρεμό της  Punta Massullo, το υπέροχο κτίριο [που είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό από κοντά -αν και πολλοί το θεωρούν έκτρωμα] όπου γυρίστηκε η «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ. Το ’63 που η βίλα ήταν στις δόξες της [χτίστηκε το '37] και η Μπριζίτ Μπαρντό ήταν κούκλα. Σήμερα η Μπριζίτ έχει γίνει σαν το τέρας με τη χλωρίνη [με μαραμένα τα γιούλια] και τη βίλα την έχουν πάρει Κινέζοι [αυτό το τελευταίο δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά αν δεν το έχουν κάνει ήδη θα το κάνουν αργά ή γρήγορα, σε λίγο θα έχουν αγοράσει το σύμπαν].

Για να φτάσεις στην βίλα Μαλαπάρτε πρέπει να περπατήσεις μερικά χιλιόμετρα πλακόστρωτου σοκακιού και μετά να κατέβεις καμιά πεντακοσαριά σκαλιά στους γκρεμούς του Κάπρι [κατουρήσαμε ανάμεσα στις φτέρες με υπέροχη θέα στη θάλασσα] κι όταν φτάσεις στη βίλα είσαι στα όρια κατάρρευσης, αλλά βλέπεις ότι έχουν πάει εκεί ακόμα και γριές, οπότε παίρνεις κουράγιο. Και συνεχίζεις από την άλλη πλευρά του βουνού μέχρι πίσω στην πόλη. Η διαδρομή στην επιστροφή είναι πολύ πιο όμορφη.

 

 

 

 

 

Φάγαμε μπαμπά με κρέμα και την πιο ωραία τάρτα με αγριοφράουλες που έχω δοκιμάσει ποτέ, ήπιαμε καφέ ανάμεσα σε πλεϊμπόις και εντυπωσιακές έσκορτ, χαζέψαμε μια θλιμμένη πλούσια γριά κι έναν ακόμα πιο θλιμμένο γέρο που ρούφαγε τον εσπρέσο με το καλαμάκι και κατεβήκαμε με το τελεφερίκ στο λιμάνι για να πάρουμε το πλοίο της επιστροφής [μέχρι το λιμάνι του Σορέντο είναι 20 λεπτά]. Ο οδηγός του τελεφερίκ είχε κάνει μία πολύ πετυχημένη μεταμόσχευση μαλλιών και τα κοίταζε με καμάρι στον καθρέφτη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Ποζιτάνο είναι ακόμα πιο δημοφιλές στους τουρίστες. Όταν φτάσαμε στα περίχωρα γινόταν της κακομοίρας από οχήματα, χρειάστηκε να προχωρήσουμε χιλιόμετρα κατά μήκος του δρόμου για να βρούμε μια τρύπα για πάρκινγκ. Ο κεντρικός δρόμος είναι σχεδόν στην κορυφή του βουνού και, για να φτάσεις στην παραλία, πρέπει να περπατήσεις μερικά χιλιόμετρα στο φίδι από άσφαλτο που κατεβαίνει σε σχήμα σπείρας. Τα οχήματα απαγορεύονται, αλλά και να μην απαγορεύονταν, πρέπει να έχεις το θεό μπάρμπα για να βρεις να παρκάρεις μέσα στην πόλη. Το 1953 ο Τζον Στάινμπεκ έγραψε ότι «το Ποζιτάνο σε ξεγελά. Πρόκειται για ένα ονειρεμένο μέρος που δεν είναι εντελώς πραγματικό όταν βρίσκεσαι εκεί και γίνεται δελεαστικό αφότου έχεις φύγει». Προφανώς ήταν ομοιοπαθής, είχε ανεβοκατέβει το δρόμο με τα πόδια. Χρειάζεσαι μερικές μέρες για να συνέλθεις. Στην παραλία που θύμιζε το Θάνατο στη Βενετία είδαμε ένα μοναδικό θέαμα: Κινέζους να κάνουν μπάνιο. Ήταν ένα θέαμα που μου φάνηκε πολύ εξωφρενικό, είχα την εντύπωση ότι οι Κινέζοι δεν μπαίνουν στο νερό, κι αν μπουν θα πνιγούν. Τα κινεζάκια μπαινόβγαιναν χαρούμενα και φωτογραφίζονταν για να ανεβάσουν φωτο στο φέισμπουκ χωρίς να τρέχει μία. Την ώρα που ανεβαίναμε τον Γολγοθά της επιστροφής προσπεράσαμε εστιατόρια με δύο αστέρια μισελέν [άδεια], δύο μεσήλικες που σου έφτιαχναν επιτόπου σανδάλια στο σχήμα του ποδιού σου και ένα πλήθος που περίμενε το λεωφορείο για να τους πάει μέχρι τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Στο λεωφορείο γινόταν το αδιαχώρητο, το ταξί ήθελε 35 ευρώ για μερικές εκατοντάδες μέτρα και εμείς ήμασταν αρκετά θαρραλέοι να κάνουμε την ανάποδη διαδρομή με τα πόδια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από όλα τα χωριά, Ποζιτάνο, Ραβέλο, Αμάλφι της Κοστιέρα, το Αμάλφι ήταν το πιο όμορφο. Το ίδιο τουριστικό, με τοπίο πολύ πιο άγριο, αλλά με δρόμο που πήγαινε μέχρι το κέντρο της πόλης και πολύ καλύτερο κόσμο. Αράξαμε, φάγαμε παγωτά, ψωνίσαμε γλυκά [σφολιατέλε, μπαμπάδες, τάρτες με γέμιση κρέμας λεμονιού] και χαζέψαμε μαφιόζους γέρους.    

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λίγο πριν φύγουμε, πέσαμε πάνω σε άλλο γάμο, τον τρίτο σε μία εβδομάδα.

 

 

 

 

Οι Ιταλοί του Αμάλφι πρέπει να την συμπαθούν ιδιαιτέρως τη Μαρινέλλα, μέτρησα καμιά τριανταριά επιγραφές με διαφορετικές γραμματοσειρές και μεγάλη ποικιλία από σχέδια. Όλα με ψάρια.

 

 

 

Αυτή ήταν η πιο εντυπωσιακή βίλα που συναντήσαμε στο δρόμο Ποζιτάνο-Αμάλφι

 

 

 

Κι αυτό το ψαροχώρι με τα παιδιά που προπονούνταν στην κωπηλασία είναι το αγαπημένο μου μέρος από ολόκληρο το ταξίδι.

 

 

 

(κουράγιο, φτάνω στο τέλος)