Αν έχεις την εντύπωση ότι οι Ελληνίδες οδηγοί είναι επικίνδυνες, περίμενε μέχρι να δεις να οδηγούν οι Ιταλίδες! Σεξιστικό-ξεσεξιστικό, τρεις φορές κόντεψαν να μας σκοτώσουν σε κυκλική διασταύρωση και στις τρεις η οδηγός ήταν γυναίκα. Οι οδηγοί της Νάπολης είναι ξεχωριστή κατηγορία από μόνες τους, χρειάζονται ολόκληρο κεφάλαιο για να αναλύσεις τον τρόπο που οδηγούν, αλλά λέω να συνεχίσω με τα μπάνια του λαού στην παραλία της Marina Serra και να μην το χοντρύνω άλλο, ώρα είναι να με πουν και σεξιστή.

 

 

 

 

 

H Marina Serra βρίσκεται νότια του Οτράντο, λίγο πριν τη μύτη της χερσονήσου της Απουλίας, στα ελληνόφωνα χωριά της περιοχής (τα οποία είναι ελληνόφωνα μόνο κατ’ όνομα). Αρκετά συνωστισμένη, βραχώδης και με έναν φυσικό κόλπο που μοιάζει με πισίνα περιτριγυρισμένη από βράχια. Εκεί μέσα μπανιαρίζονταν ολόκληρες οικογένειες, με τύπους με χρυσούς σταυρούς, χρυσές καδένες και μπάκα, χοντρές κυρίες [οι γυναίκες τους] και παιδιά που δεν έχουν προλάβει ακόμα να γίνουν παχύσαρκα. Οι διπλανοί μας την ώρα που ψάχναμε πού να απλώσουμε τις πετσέτες, έτρωγαν μακαρονάδα με κεφτέδες [μια γαβάθα ο καθένας] και μετά έκαναν βουτιές. Ούτε ένας δεν πνίγηκε.

Διαπίστωση πρώτη: Οι Ιταλοί δεν συμπαθούν τα μούσια. Δεν πετύχαμε ούτε έναν με γενειάδα, ούτε μεγάλο ούτε μικρό, που μπορεί να σημαίνει ότι α) δεν υπάρχουν χίψτερ στην Απουλία ή β) ότι έχουν περάσει στο επόμενο βήμα, που τα μούσια είναι essere fuori moda, δηλαδή ξεπερασμένα.

Διαπίστωση δεύτερη: Οι Ιταλοί λατρεύουν τα τατουάζ, όλοι ανεξαιρέτως, άντρες, γυναίκες, νιοί και γέροι είχαν κι από ένα τατού, οι άντρες στις γάμπες και το πίσω μέρος του μπράτσου κι οι γυναίκες στα χέρια. Κάποιοι είχαν ίδιο σχέδιο ή παρόμοιο. Σκέφτηκα αυτό το βιβλίο με τα σχέδια από τατού της μαφίας που μου έδειξε πριν από λίγο καιρό ο Μ. και ότι είχε σκοπό να χτυπήσει ένα μικρό στο χέρι του και με έπιασε τρόμος, φαντάσου να πας αμέριμνος για μπάνιο στη μαρίνα σέρα και να σε φάνε λάχανο επειδή είχες λάθος τατού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ήταν πολύ ωραία στη μαρίνα σέρα, κάναμε αγχωμένα μπάνιο ένας-ένας γιατί φίλοι και γνωστοί μας είχαν φοβίσει [όταν άκουγαν ότι πηγαίνουμε στην Ιταλία μας έλεγαν «προσοχή γιατί τον μπατζανάκη του ξαδέρφου του κουνιάδου μου τον είχαν κατακλέψει», όλοι είχαν να διηγηθούν και μία ιστορία κλοπής, μάλιστα ένας Άγγλος φίλος μας μάς μίλησε και για ληστεία], έτσι περιμένοντας τα χειρότερα έμενε κάποιος στην παραλία για να προσέχει τα πράγματα. Αφού τη γλιτώσαμε στη μαρίνα σέρα που είχε τόσο κόσμο, αποφασίσαμε να μην φοβόμαστε και τόσο πολύ και μέχρι τη Νάπολη σκεφτήκαμε τη πιθανότητα κλοπής μόνο 925 φορές, ενώ θα μπορούσαμε να τη σκεφτούμε γύρω στις 11 χιλιάδες [φορές].

 

 

 

 

 

 

 

Ούνα ράτσα, ούνο γκούστο. Ο δρόμος για το Μαρτάνο [το πιο μεγάλο από τα «ελληνόφωνα» χωριά] μοιάζει με την επαρχιακή οδό Θήβα-Ορχομενός, με πιο πολλές φραγκοσυκιές και πιο παραπλανητικές ταμπέλες. Ένα μυστήριο πράγμα: ενώ έχει ταμπέλες συχνά στο δρόμο που δείχνει προς τα πού πρέπει να πας, όταν πλησιάζεις στο σημείο που πρέπει να στρίψεις, η ταμπέλα που ψάχνεις εξαφανίζεται και μένουν όλες οι υπόλοιπες. Αυτό το κάνουν προφανώς για να κάνεις socializing με τους ντόπιους, οι οποίοι σκίζονται να σε εξυπηρετήσουν. Πολύ ευγενικοί και πολύ πρόθυμοι να σου δείξουν το δρόμο, μόνο που κανείς δεν μιλάει αγγλικά, οπότε ό,τι κι αν πουν είναι άχρηστο. Τουλάχιστον στην αρχή, μετά από την τέταρτη φορά έχεις μάθει ότι το σινίστρα είναι αριστερά και το ντέστρα δεξιά. Ένας νεαρός και πολύ συμπαθής μπάτσος μας εξηγούσε για περίπου δέκα λεπτά πώς θα βρούμε την παραλία, του λέγαμε σι σι και στο τέλος γκράτσιε και όταν φύγαμε δεν είχαμε καταλάβει χριστό, αλλά εξηγούσε με τόσο μεγάλο ενθουσιασμό κάνοντας και χειρονομίες, που λυπηθήκαμε να τον απογοητεύσουμε. Τέλος πάντων, τα σπίτια στους δρόμους για τα ελληνόφωνα έμοιαζαν με τα σπίτια τούρτες της ελληνικής επαρχίας και καταλάβαινες ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν σίγουρα ελληνικό αίμα. Έστω και μπασταρδεμένο. Απ’ το Μορτάνο δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα [sorry Μορτάνο] μόνο ότι είχαν παντού διακοσμητικά από το πρόσφατο πανηγύρι [κάτι αψίδες τεράστιες με λαμπάκια και μία πίστα-σκηνή για τα όργανα], αλλά δυστυχώς τέλειωσε στις 29 Ιουλίου. Χάσαμε έτσι την ευκαιρία να ακούσουμε το «Ώρια μου πιτσουλίνα» και το «Ώρια μου ροντινέντα», που είναι συγκλονιστικά τραγούδια [πραγματικά].

 

 

Το μεσημέρι του Αυγούστου στα ελληνόφωνα χωριά του Σολέντο είναι όπως και στα ελληνικά: λιοπύρι και ερημιά. Οι άνθρωποι κοιμούνται και βλέπουν μαλακίες στην τηλεόραση. Όταν φτάσαμε στην Καλημέρα [Καλιμέρα;] δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους, μόνο ένα συνεργείο που μάζευε τις διακοσμητικές αψίδες και τους είχε νταλακιάσει ο ήλιος. Στην Καλημέρα περπατήσαμε στα άδεια «βυζαντινά» σοκάκια και ήπιαμε καφέ στο μοναδικό ανοιχτό καφενείο της πόλης που θύμιζε καφεστιατόριο της εθνικής οδού προ εικοσαετίας, τίγκα στο πλαστικό λουλούδι. Αν ζητήσεις κρύο καφέ στη νότια Ιταλία σε κοιτάνε σαν χάνοι, αργότερα καταλάβαμε ότι τον κρύο καφέ τον τρώνε σαν γρανίτα με το κουτάλι. Αίσχος. Τρελαθήκαμε στον καπουτσίνο με 40 βαθμούς και στον διπλό εσπρέσο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ταμπέλα «το αρτοπωλείο» ήταν το μόνο που έδειχνε τις ελληνικές ρίζες [αλλά θα μπορούσε να είναι σαν το σουβλατζίδικο στην Λέτσε που είχε ένα τεράστιο κεφάλι της Μαρίας Κάλας για να δείξει ότι είναι κάπως ελληνικό], λίγο πριν βγούμε απ’ την Καλημέρα όμως είδαμε αυτή την πολύ συγκινητική επιγραφή σε τρεις γλώσσες, η μία ήταν στα ελληνικά:

 

 

Για μια στιγμή σκέφτηκα να διορθώσω με το στυλό το τελικό -ε στο έρχετε για να το κάνω -αι, αλλά μικρό το κακό, τόσα χρόνια εμιγκρέδες μία λάθος κατάληξη μπορείς να την παραβλέψεις.

(συνεχίζεται)