[Aπό τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο]

Kάθε φορά, που η Βαβέλ αναφέρεται κάπου, ή βλέπω ένα παλιό της εξώφυλλο στο ίντερνετ, συνειδητοποιώ την ιστορία που έχει γράψει. Δυσανάλογα επιδραστική, αν σκεφτείς ότι πρόκειται για ένα περιοδικό κόμικς. Βέβαια, τότε, στα μακρινά και ξεφτισμένα έιτις, το κόμιξ ήταν ο πολιορκητικός κριός των νέων πραγμάτων. Απελευθερωτικό, λαϊκό, τολμηρό και πολιτικό με έναν αλλιώτικο τρόπο. Στην Ελλάδα όμως ήταν κάτι ακόμα: έγινε ο πόλος έλξης των νέων παιδιών που ψαχνόντουσαν γενικώς και στο γερασμένο κόσμο των media εκείνης της εποχής δεν έβρισκαν καμία αντιστοιχία. Ακόμα κι εκείνοι που δεν κοβόντουσαν για τα κόμικς πήγαιναν στη Βαβέλ, έτσι όπως πας στην πηγή: να διαβάσουν τα μόνα κείμενα που μίλαγαν τη γλώσσα τους, να γίνουν μέρος μιας νέας ηθικής στάσης απέναντι στην κοινωνία που δεν είχε σκυφτό κεφάλι, αλλά ούτε και τον αρτηριοσκληρωτισμό της Αριστεράς.
 

Αυτό οφειλόταν βασικά σε δύο πρόσωπα καλής στόφας: τη Νίκη Τζουδα και τον υπέροχο, ντροπαλό Γιώργο Σιούνα. Ελάχιστοι επέδειξαν μέσα στα χρόνια ακεραιότητα σαν τη δική τους και τέτοια αρχοντική απόσταση από το αρπακτικό ήθος που εξωθεί αγχωτικά τους «πρίγκιπες του αντεργκράουντ» να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν μέχρι να γίνει κρέας η μούρη τους. Η Βαβέλ δεν ήθελε να μεγαλώσει. Μάλλον δεν ήθελε να μεγαλώσει με τους γνωστούς τρόπους της πιάτσας. Ανέκαθεν τη διέπνεε ένας ρομαντικός αέρας και εκείνο το άραγμα που χαρακτηρίζει τους ήσυχους ανθρώπους που τα 'χουν καλά με τον εαυτό τους. Άλλωστε, πάντα ήταν μέσα στα καλύτερα. Με τους καλύτερους. Κι ακόμα και σήμερα μπορεί και συγκεντρώνει στο φεστιβάλ της τα καλύτερα παιδιά της πόλης. Δεν το λέω ως σχήμα λόγου. Ο πυρήνας των φαν της Βαβέλ είναι ένας από τους καλύτερους.

 

Δεν νοσταλγώ εκείνη την εποχή, διότι τώρα ζω καλύτερα. Μου λείπει όμως εκείνη η εφίδρωση που ήταν μαζί περιέργεια και λαχτάρα συμμετοχής όταν έπιανα το νέο τεύχος της Βαβέλ στα χέρια μου. Δημοσίευε τα τέλεια κόμικς του ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Νένες ήταν απογειωτικός, ο Κούλας είχε αφηνιάσει μέσα στον πειραματισμό του γουορχολικού ποπ. Ηταν ένα πανηγύρι από ερεθίσματα που απλώς κανένας άλλος δεν έδινε τότε, μέχρι που ήρθε το Κλικ και ανέλαβε τη νέα εποχή εργολαβία. Επιτυχώς, δυστυχώς!

 

Ομολογώ πως σήμερα δεν υπάρχουν περιοδικά ή εφημερίδες που επαναλαμβάνουν εκείνο το πράγμα. Ούτε μπορεί να επαναληφθεί. Τα νέα παιδιά δεν είναι διψασμένα και ζόρικα όπως παλιά: φτιάχνουν πια online τις κοινότητές τους, ξέρουν τα νέα πράγματα εν τη ψηφιακή γενέσει τους και τα media που διαβάζουν πάσχουν λίγο-πολύ από ένα είδος αυτάρεσκου αυτισμού.

 

Η Βαβέλ αντέχει όλα αυτά τα χρόνια (με ζόρια) διότι ποτέ δεν μας ξενέρωσε. Είναι ο τίμιος μαλάκας της παρέας, που διάλεξε τη μικρή ευτυχία από τη μεγάλη αρπακτικότητα. Όλη η πόλη σκέφτεται τη Βαβέλ με τρυφερότητα, ως κάτι ακέραιο και έντιμο, που δεν την πρόδωσε όλα αυτά τα χρόνια.

 

Γιώργο, Νίκη, Σταύρο, Παυλίνα (αγαπημένη ξενύχτισσα του λέτερινγκ), ανάμεσα σε γάτες, μυθικές πόλεις του Μπιλάλ, ρεμάλια του Reiser, υπεράνθρωπους του Τορνατόρε, κουμπιά του Μανάρα, φοξ τροτ στην άμμο του Λουστάλ, «Αεροπλανάκια», στίχους του Μπωντλαίρ πάνω από δυστοπικές μητροπόλεις, φιλιά, γυμνές γυναίκες με μεγάλα καπούλια και τα λεπτά, θανατόληπτα χάικου του Copi (που ήταν ο αγαπημένος μου), σας ευχαριστώ απ' την καρδιά μου για όλα όσα μου δώσατε. Εσείς είσαστε οι αληθινοί υπουργοί Πολιτισμού της γενιάς μου. Chapeau!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ευχαριστούμε τη Νίκη Τζούδα για την παραχώρηση των εξωφύλλων. Πρώτη δημοσίευση κειμένου: Ελευθεροτυπία 2006