Αν εξετάζαμε την υπόθεση της σύλληψης των νεαρών στην Κοζάνη με νηφαλιότητα και κάποια αποστασιοποίηση θα καταλήγαμε στα εξής συμπεράσματα (μιλάω μόνο για τα δεδομένα, όχι για εικασίες): Πρώτον: Οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν κατά τη διάρκεια καταδίωξης, έχοντας ληστέψει μια τράπεζα και έχοντας πάρει μαζί τους έναν όμηρο. Η αστυνομία τους συνδέει με πρόσφατα τρομοκρατικά χτυπήματα και οι (φερόμενοι ως) δράστες δεν αρνούνται την εμπλοκή τους. Με τα λεγόμενά τους μάλλον την επιβεβαιώνουν. Δεύτερον: Οι συλληφθέντες φέρουν τραύματα στο πρόσωπο και στο σώμα. Η αστυνομία υποστηρίζει ότι αυτά οφείλονται στην σώμα με σώμα καταδίωξη, οι δε κατηγορούμενοι τα αποδίδουν σε ύστερη αστυνομική βία.

 

Κάπου εδώ τελειώνει η ανάλυση της υπόθεσης με τα δεδομένα που έχει ο κάθε καλοπροαίρετος πολίτης στη διάθεσή του και αρχίζουν οι εικασίες και το διαδικτυακό τρολάρισμα, δηλαδή η μεταφυσική προσέγγιση του ζητήματος που περιλαμβάνει τα πάντα: στερεότυπα, κραυγές, φανατισμό, περιχαράκωση, ύβρεις και αποσιωπήσεις.

 

Όπως δείχνει ο τρόπος με τον οποίο διαχειριστήκαμε πολιτικοί, κοινωνία και ΜΜΕ την υπόθεση της σύλληψης των τεσσάρων, φαίνεται πως σε αυτή τη χώρα έχουμε τρομερή δυσκολία στο να συνθέσουμε πράγματα και καταστάσεις. Είτε από επιλογή (ως τακτική για να μην δώσουμε λαβή σ' αυτούς που θεωρούμε «αντιπάλους» μας), είτε από αδυναμία, πάντως το αποτέλεσμα είναι ίδιο: λόγω της ανελαστικότητάς μας βλέπουμε πάντα μόνο ένα κομμάτι της εικόνας.

 

Γίνεται επίσης εμφανές σε κάθε ευκαιρία ότι έννοιες όπως ψυχραιμία, σύνεση και σύνθεση λείπουν από το δημόσιο διάλογο. Σε κάθε μεγάλο ζήτημα η κοινωνία χωρίζεται στα δύο. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακούσει και να μάθει, να πείσει ή να πεισθεί, παρά μόνο για να διακηρύξει ΤΗΝ αλήθεια, θεωρώντας αδιανόητο το ενδεχόμενο να παρεκκλίνει κατ' ελάχιστον από τη θέση του για να αναζητήσει ένα κοινό σημείο συνεννόησης.

 

Σε αυτό το πλαίσιο οι πράξεις διαχωρίζονται και εξετάζονται μεμονωμένα, έξω από κάθε πλαίσιο λογικής ανάλυσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από εκείνους που είναι στο ένα στρατόπεδο, δε θα ακούσετε κουβέντα για το ότι αυτά τα παιδιά κατηγορούνται για βαρύτατες πράξεις, παρά μόνο οδυρμούς για την «αστυνομική βία» και για το «παρακράτος της δεξιάς». Όσοι, δε, βρίσκονται φανατικά στην αντίπαλη όχθη δεν μπορούν καν να διανοηθούν ότι υπάρχει περίπτωση η βία να ασκήθηκε στα κρατητήρια. Ή τέλος πάντων «και να είναι έτσι τα πράγματα, καλά τους έκαναν».

 

Έτσι δύο «κακές», άκρως αντικοινωνικές πράξεις –χωρίς να παραγνωρίζουμε βέβαια ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στην κλίμακα του «κακού»–, η ένοπλη ληστεία και (πιθανολογούμενη) συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση και η (πιθανή) αστυνομική αυθαιρεσία περίπου αλληλοεξουδετερώνονται, αφού με τη λογική της πόλωσης εξετάζονται μεμονωμένα, δογματικά και εντέλει αποσπασματικά. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μιας ή της άλλης υπόθεσης υποβαθμίζονται ή υπερτονίζονται (ανάλογα με την ιδεολογική τοποθέτηση του πομπού), μακριά από κάθε πλαίσιο που θα βοηθούσε στην κατανόησή τους. Λες και δε μπορεί κάποιος να καταδικάζει την αστυνομική βία και ταυτόχρονα να νιώθει αποτροπιασμό και απέχθεια για την τρομοκρατία (ή το ανάποδο). Ακόμα χειρότερα: Αν το κάνει, είναι πολύ πιθανό να κατηγορηθεί για «συμψηφισμό»!

 

Και κάπου εκεί από το πουθενά μπαίνει στη μέση ο... Μπρέιβικ, ο Νορβηγός μακελάρης που συνελήφθη έχοντας σκοτώσει 77 άτομα «δίχως να έχει ούτε μια γρατζουνιά στο πρόσωπό του». Η χρήση του νορβηγικού παραδείγματος γίνεται βέβαια αλά καρτ και χωρίς καμία λογική σύνδεση. Κανείς π.χ. δεν αναφέρει ότι προ Μπρέιβικ η λέξη τρομοκρατία ήταν σχεδόν άγνωστη στο λεξιλόγιο των Νορβηγών, εν αντιθέσει με την Ελλάδα. Οι συγκρίσεις γίνονται στο βαθμό που εξυπηρετούν την επιχειρηματολογία μας.

 

Μα έτσι γινόταν πάντα ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα, θα αντιτείνει κανείς. Με κραυγές ή ψιθύρους, συνθήματα και ακραία πόλωση. Πράγματι. Όμως είναι τραγικό να κάνεις σαν κοινωνία ξανά και ξανά τα ίδια λάθη. Ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τα μεγάλα περιστατικά κάτι θέλει να μας πει. Όμως εμείς δείχνουμε να μη θέλουμε να μάθουμε από τα λάθη μας...