Συνέντευξη στον Άρη Δημοκίδη

 

 

Πώς αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Ξεφυλλίζοντας αμέτρητες σελίδες από εφημερίδες και περιοδικά για τις ανάγκες του πρώτου μου βιβλίου (Η παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται 1834-1938» Αθήνα 2011, εκδόσεις «Ωκεανίδα»), συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι ως διά μαγείας όλες οι διαφημίσεις της εποχής που αφορούσαν κυρίως φαγητό έδωσαν τη θέση τους, στις αρχές του 20ου αιώνα, σε αγγελίες προφυλακτικών (μετρημένες 15 διαφορετικές μάρκες!) και αφροδισιολόγων ιατρών. Αυτό μου άναψε το πρώτο λαμπάκι. Άρχισα να προσέχω καλύτερα τις εσωτερικές σελίδες... Σοβαρές εφημερίδες, όπως η «Ακρόπολη» (ημερήσια κυκλοφορία πάνω από 10.000 φύλλα), παρουσίαζαν το ένα σεξουαλικό σκάνδαλο πίσω από το άλλο. Χαμός! Δεν πίστευα στα μάτια μου.


Άρχισα να ψάχνω περιοδικά της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, καθώς και δικαστικά χρονικά. Εδώ συμπληρώθηκε η τεκμηρίωση με καθόλα πιπεράτες λεπτομέρειες. Ένα μόνο θα σας αποκαλύψω. Σε αναφορά του αξιωματικός της Αστυνομίας ισχυρίζεται, με αποδείξεις μάλιστα, ότι ο Μαρκήσιος ντε Σαντ έχει προ πολλού «μετακομίσει» στην Αθήνα!

 

Δεν έμενε, πλέον, παρά να ανασύρω από ανήλιαγα υπόγεια βιβλιοθηκών καταχωνιασμένα περιοδικά που λίγοι γνωρίζουν την ύπαρξή τους. Διαβάστε τίτλους για να πάρετε εικόνα: «Γάμπα», «Γλωσσοκοπάνα», «Εφημερίς του Ποδόγυρου», «Εφημερίς των Υπηρετριών», «Παριζιάνικο Φλερτ», «Σεπαρέ», «Φρου-Φρου»... Είχα καταντήσει ο εφιάλτης των βιβλιοθηκονόμων!


Πώς θα περιγράφατε την τότε Αθήνα σε σχέση με τον ερωτισμό και το σεξ;
Όλες οι παραλλαγές του ηδονισμού ήταν παρούσες και στην παλιά Αθήνα, όπως και σε κάθε εποχή. Αυτό, όμως, που εντυπωσιάζει είναι ένα σαρωτικό ερωτικό ξέσπασμα που έκανε τις δακρύβρεχτες ιστορίες του ρομαντισμού (π.χ. «Μιμίκος και Μαίρη») να φαίνονται αναγνώσματα παιδικού σταθμού.

 

Ποιο ήταν το πιο απρόσμενο πράγμα που ανακαλύψατε με την έρευνά σας;
Πόλεμοι κι ελλείψεις δημιούργησαν μετά το 1920 μια νέα τάξη νεόπλουτων που, εκτός από το σεξ, δεν ήξεραν τίποτε άλλο! Οι ερωτιάρες Σμυρνιές που γέμισαν την Αθήνα μετά το 1922 έφεραν τα πάνω-κάτω στον σεξουαλικό χάρτη της Αθήνας. Μέχρι και οι «Φίφτυ-του» (παρατσούκλι για τους γηραιότερους) ξύπνησαν ξαφνικά και κυνηγούσαν αρσακειάδες στην οδό Πανεπιστημίου. 

 

 

Θα μας πείτε κάνα δυο αληθινές ιστορίες που υπάρχουν στο βιβλίο; Κάποιες που σας άρεσαν εσάς;

Μου βάζετε εύκολα. Θα αφήσω δύο επαγγελματίες να μιλήσουν. Ο ένας, ο Ανδρέας, μεταφέρει με το ταξί του παράνομα ζευγαράκια, ο άλλος, ο Σταύρος, είναι φύλακας στις μπανιέρες (όπως αποκαλούσαν τότε τις καμπίνες) του Παλαιού Φαλήρου.

 

 


«Ο Αντρέας Λ... είνε ένας από τους πιο γνωστούς σωφέρ της Αθήνας. Πλακιώτης, γκάγκαρης βέρος, γέννημα και θρέμμα της Αθήνας. Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια στο τιμόνι! Τον επήρα και επήγαμε στο Ψυχικό. Εκεί, καθισμένοι σ' ένα καφενεδάκι και από κουβέντα σε κουβέντα, του εξεμαίευσα διάφορες ιστορίες σχετικές με ραντεβού και με αυτοκινητάδες στα διάφορα προάστεια και στις εξοχές των Αθηνών.


"Εδώ και έξη μήνες", μου είπε, "είχα έναν πελάτη που δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Πρώτης τάξεως κύριος. Ποτέ δεν μου έκανε παζάρια και μου έδινε πάντα πλούσια πουρμπουάρ. Μ' έπαιρνε τακτικά απ' την πιάτσα μου, δύο φορές την εβδομάδα, Τρίτη και Παρασκευή. Περνούσε και με ειδοποιούσε μια μέρα πριν, και εγώ τον περίμενα στην ωρισμένη ώρα. Είχε πέντε-έξη μέρη που περίμενε τη φιλενάδα του, έρημα, διαλεγμένα, επίτηδες καμωμένα, λες, για ραντεβού. Τα μέρη αυτά τα μεταλλάζαμε. Ποτέ δεν πηγαίναμε στο ίδιο δύο φορές στη σειρά.


Όταν φθάναμε στο ωρισμένο μέρος, κατέβαινε και μου έλεγε να στρίψω σε καμμιά πάροδο και να περιμένω εκεί. Δεν μου επέτρεπε ποτέ να κατέβω από τo αυτοκίνητο. Περιμέναμε πέντε, δέκα λεπτά, ένα τέταρτο, ποτέ περισσότερο. Έξαφνα ένοιωθα βήματα να πλησιάζουν. Ήταν ο πελάτης μου με τη φιλενάδα του. Ποτέ δεν κουβέντιαζαν. Της άνοιγε την πόρτα και ανέβαιναν, ύστερα ξεκινούσα για το μέρος που μου έλεγε και που ήταν πάντα της εκλογής εκείνης. Παντού πηγαίναμε• στην Κηφισσιά, στο Τατόι, στο Κατσιμήδι, στο Ψυχικό, στο Χαλάντρι, στο Δαφνί, στον Σκαραμαγκά, στα Μεσόγεια.

 

Όσο βαστούσε η κούρσα, είχε μισανοιγμένο το τζάμι που χωρίζει το κουπέ από το κάθισμα του σωφέρ κι έτσι άκουγα πολλά λόγια των, τα φιλιά των, τ' αναστενάγματά των. Μια μέρα άκουσα και το μικρό της όνομα, την έλεγαν Λίνα, και μια μέρα και το επίθετό της. Μα αυτό δεν μπορώ να σας το πω. Έχουμε κι εμείς, βλέπετε, τα επαγγελματικά μυστικά μας. Προπαντός εχεμύθεια.


Εκείνη φαινότανε πάντα φοβισμένη. Ήτανε παντρεμένη και φοβότανε μη την ιδή κανείς, μη την τσακώσουν. Μια φορά άκουσα τη φράσι: "Αν το μάθη ο άντρας μου, είμαι χαμένη!". Και εκείνος της απαντούσε: "Μη φοβάσαι, αγάπη μου, με τις προφυλάξεις που παίρνομε είνε αδύνατον να μας δη κανένας". Τη φιλούσε, τη χάιδευε, προσπαθούσε να την καθησυχάση. Μα εκείνη πάντα ήταν ανήσυχη. Και όμως, ερχόταν στα ραντεβού. Παίζεις με τον έρωτα;


Είχαν πάει καμμιά δεκαριά φορές αυτοκινητάδα και ακόμη δεν είχα καταφέρει να την ιδώ. Μ' έτρωγε η περιέργεια. Πώς ήτανε άραγε; Ξανθή, μελαχροινή, ψηλή, κοντή, παχουλή, αδύνατη; Ήθελα με κάθε τρόπο να το μάθω. Είχε μπη ο διάβολος μέσα μου και δεν εύρισκα ησυχία. Μα δεν υπήρχε τρόπος να τη δω, γιατί στο ζήτημα αυτό ο πελάτης μου ήταν αυστηρότατος και δεν έπρεπε ν' αντιληφθή την περιέργειά μου, γιατί αμέσως θα μ' άφηνε.


Μια μέρα, ωστόσο, με βοήθησε η τύχη. Ήταν ίσως σαστισμένη και καθώς έτρεξε γρήγορα να μπη στ' αυτοκίνητο, πέρασε από μπρος αντί να πάη από πίσω. Όσο γρήγορα και αν πέρασε, είχα όλο τον καιρό να την κυττάξω. Φυσικά, έκανα ότι δεν προσέχω, πήρα ένα ύφος αδιάφορο, αλλά το μάτι μου είχε γίνει γαρίδα. Ούτε φακός φωτογραφικής μηχανής να 'ταν. Τη χάραξα μέσα μου, τη φωτογράφισα, και τι να σας πω, δεν θα την ξεχάσω ποτέ.


Όμορφη γυναίκα, όμορφη, από εκείνες που σε κάνουν και ξελαιμιάζεσαι για να τις κυττάξης και πάλι, όταν τις προσπεράσης στον δρόμο λες: "Θεέ μου, ας τη γλεντούσα μια ώρα κι ας πέθαινα". Ήταν μια λεπτοκαμωμένη ξανθή με ολόμαυρα μάτια. Κορμί χυτό, μέση λεπτή, σάρκα λάστιχο. Εκείνη τη μέρα φορούσε μια άσπρη τουαλέττα με μαύρο καπελλάκι. Τα μπράτσα της ήσαν γυμνά. Είχε ένα γλυκό και "ονειροπόλο" ύφος. Τώρα που την ήξερα, η φωνή της μου φαινότανε ακόμη πιο γλυκειά. Είχε μια φωνή σαν χάδι. Α, τον φιλαράκο μου, όμορφη γυναίκα γλεντούσε.


Μια μέρα, εξηκολούθησε ο σωφέρ, μου είπε ο πελάτης μου να τραβήξω σε μια εξοχή που δεν είχαμε πάει ως τότε. Όταν έφτασα, κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και ετράβηξαν προς το δάσος. Ήταν δεν ήταν έξη η ώρα. Χειμώνας, μια βραδειά όμως σαν καλοκαιρινή. Με τρόπο, έστριψα λίγο το κεφάλι μου για να ιδώ πού θα πήγαιναν. Βλέπετε, μου είχαν μπη οι διάβολοι και δεν με άφηναν ήσυχο. Ήμουν περίεργος να ιδώ αν θα έμπαιναν σε κάποιο ξενοδοχείο που ήξερα ότι δεχότανε λαθρεμπόρια (σ.σ. παράνομα ζευγάρια η γενικά απαγορευμένες δραστηριότητες). Και πράγματι, αφού έκαναν μερικά βήματα στο δάσος, γύρισαν και μπήκαν στο ξενοδοχείο από την πίσω πόρτα. Εκείνη εμπήκε τρομερά γρήγορα, λες και τη ρούφηξε η πόρτα.


Μέσα στο ξενοδοχείο έμειναν μιάμιση ώρα. Εβγήκαν κατά τις 7:30. Φαινόντανε πολύ βιαστικοί. Γυρίζοντας, της έκανε μες στο αυτοκίνητο χάδια που ποτέ άλλοτε δεν της είχε κάνει. Ήτανε σαν τρελλός. Εκείνη κάθε τόσο αναστέναζε και του έλεγε λόγια που ποτέ άλλοτε δεν του είχε πη. Άκρες-μέσες κάτι άκουγα, μα το αυτοκίνητο έτρεχε τόσο γρήγορα που δεν έβγαζα έννοια.


Σταματήσαμε στο ίδιο μέρος όπου είχε ανεβή. Εκείνη κατέβηκε γρήγορα-γρήγορα και χάθηκε. Έτσι γινότανε πάντα. Την κατάπινε η νύχτα και κανείς, βέβαια, που θα την έβλεπε να γυρίζη στο σπίτι της δεν θα φανταζόταν ότι η γυναίκα αυτή εγύριζε από ερωτικό ραντεβού και ότι ένας άντρας ώρες ολόκληρες είχε μεθύσει από τα φιλιά και τα χάδια της».

 

«Ο κυρ Σταύρος είνε ο πρωτοπόρος των μπαιν-μιξτ στην Ελλάδα. Aυτός είνε που έστησε την πρώτη παράγκα προ ετών στο Καβούρι και μάζεψε τους γλεντζέδες με τις κοκότες και τις παξιμάδες εκεί... Στην περίφημη "Ντωβίλ" του γινόταν κάθε βράδυ χαλασμός. Τότε και η λέξις μπαιν-μιξτ ήταν, που λέτε, άγνωστη στην Ελλάδα. Και όμως, στην "Ντωβίλ" του κυρ Σταύρου τα μικτά λουτρά δίνανε και παίρνανε και στα φυσικά σεπαρέ των θάμνων της ακρογιαλιάς, κάτω από τα πεύκα, το κολύμπι συνεχιζόταν επάνω στην άμμο, ανά δύο.


-Ε! Ευτυχισμένη εποχή! λέει ο κυρ Σταύρος και παίζει το κομπολόι του. Λεφτά... κάργα. Και γλέντι, όχι αστεία...


Τώρα, ο κυρ Σταύρος, για να μην ξεχάση το επάγγελμα, αφού την "Ντωβίλ" την έφαγαν οι καρχαρίαι των οικοπέδων, έγινε φύλακας στις μπανιέρες των επισήμων πια μπαιν-μιξτ στο Φάληρο.
-Άλλη φορά, μας λέγει, είχε περισσότερο γούστο. Ήταν κρυφό. Τώρα όλα είνε στη φόρα...
-Πως δηλαδή;
-Να. Ας πούμε ότι έρχεται ένα ζευγαράκι... Νοικιάζει μια καμπίνα μαζί. Τι θα κάνη, νομίζεις;
-Θα γδυθή.
-Όχι. Αυτό γινόταν άλλη φορά. Τώρα όμως...
-Δεν πιστεύω να πέφτουνε με τα ρούχα στη θάλασσα!
-Όχι. Αλλά τώρα είνε, λέει, της μόδας εκείνη να γδύνη τον καβαλιέρο της...
-Γιατί;
-Γιατί αυτό έχει περισσότερο γούστο... Τον γδύνει σιγά, με προσοχή. Ύστερα τον φιλά... για να τον ερεθίση. Ύστερα τον αφήνει τελείως γυμνό...
-Μπα;
-Βέβαια. Κι ύστερα γδύνεται και 'κείνη! Τώρα οι γυναίκες κάμουν ό,τι κι αν κάμουν...
-Και πως τα ξαίρεις εσύ αυτά;
-Μα, αφού τα βλέπω! Κάθε καμπίνα έχει και το μυστικό παραθυράκι της. Κρατάω που κρατάω το φανάρι. Γιατί σε παρακαλώ να μην ξαίρω τι... φωτίζω;
Ο κυρ Σταύρος είνε, καθώς βλέπετε, φιλόσοφος. Αν και περασμένης ηλικίας, είνε εντούτοις κοτσανάτος. Το λέει η καρδιά του.
-Εκείνο που έχει περισσότερο γούστο δεν είνε τα ζευγάρια... Είνε τα άλλα, τα καινούργια, τα μοντέρνα... Ε! Αυτά είνε κι αν είνε!
-Τι κάνουν δηλαδή;
-Τι κάνουν; Μα τι να σου πω... παράξενα πράγματα. Ένας άντρας με μια γυναίκα τι μπορεί να κάνουν; Συνηθισμένα πράγματα. Μόλις εκείνη γδυθή, πέφτει στην αγκαλιά του και τότε μπερδεύονται οι δύο, ενώνοντας τα κορμιά τους... Αυτό βαστά κάμποσο, αναλόγως τη γυναίκα. Βλέπεις, η λύσσα είνε κάτι που το 'χουμε από γεννησιμιό μας... Όμως τα άλλα, τα άλλα τα ζευγάρια να δης...
-Για πες μου!
-Τι να σου πω; Όταν έρθη γυναίκα με γυναίκα, ε, τότε είνε μεγάλο γλέντι!
Ο κυρ Σταύρος, μολονότι είχε ιδή στη ζωή του τόσα πράγματα, εξερογλείφτηκε σαν μαθητούδι... Τα μάτια του άστραψαν κι ύστερα είπε:
-Αχ, τα παιγνίδια τους! Λέμε κι' εμείς οι άντρες πως κάτι είμαστε. Κολοκύθια! Εκείνες, εκείνες τα ξαίρουν όλα! Να δης παιχνιδάκια που κάνουν οι αφιλότιμες σαν είνε ερωτευμένες... Να δης πόζες που παίρνουν, να δης χαμόγελα, να δης σορόπια, να δης γλύκες που να τα χάνης... Τύφλα να 'χουν τα δικά μας τα χάδια... Είνε μία που κουβαλάει κάθε μέρα κι από ένα... Πού τα βρίσκει! Κάτι ξεπεταρούδια, μπουκιά και συχώριο που λες... Το μεγαλύτερο, όμως, γούστο έχουν τα άβγαλτα.
-Πως; Έρχονται στα μπάνια;
-Ου! Ρωτάς! Ένα σωρό κόλπα ξαίρουνε οι "αποτέτοιες". Οι περισσότερες έχουν λεφτά. Λοιπόν, βρίσκουνε τίποτα φτωχοκόριτσα απ' το σχολείο τους και πιάνουνε φιλίες. Εκείνα δεν ξαίρουνε τι θα πη μπαιν-μιξτ. Ακούνε όμως μπάνια και κολλά η γλώσσα τους από γλύκα... Η "αποτέτοια" της λέει: "Έλα χρυσό μου να δης τι θαύματα γίνονται εκεί, τι κόσμος, τι τουαλέττες, τι αριστοκρατία!". Και το μικρό κοκκινίζει. Πώς να πάη που δεν έχει ούτε τα ναύλα του; Η άλλη, τότε, του στήνει τη μηχανή: "Εγώ, Φιφίκα μου, που σ' αγαπώ, θα σε πάω. Θα σε τρατάρω ένα μπάνιο». Και της ψωνίζει ένα όμορφο μπανιερό, προτού την ψωνίσει την ίδια. Και τότε βλέπεις να καταπλέουν... Από μακρυά τις καταλαβαίνεις. Η μικρή είνε σαστισμένη. Δεν έχει ακόμα ψηθεί...


-Κι ύστερα τι γίνεται;
-Τι να γίνη; Δεν καταλαβαίνεις τώρα; Γίνεται... το μυστήριο. Η Φιφίκα ντρέπεται να γδυθή... Πολλές φορές δεν έχει όμορφα ασπρόρουχα... Αλλά με το καλό συνηθίζει... Προτού της βάλη το μπανιερό, αρχίζει να τη θαυμάζει: "Μα εσύ είσαι σωστή κούκλα! Ω, τι στήθος που έχεις!... Για ιδές το δικό μου... και αυτά τα πόδια... Τι ομορφιές που χάνονται έτσι στ' άδικα!... Έλα εδώ, μικράκι μου, να τις χαρώ εγώ και να χαρούν και κείνες...!". Η μικρούλα αντιστέκεται. Ε! Όσο και να πης, πρώτη φορά είνε. Ύστερα, όμως, συνηθίζει. "Μα, τι κάνεις έτσι, σαν χωριατοπούλα!", της λέει η άλλη. "Γυναίκες είμαστε! Την τιμή σου θα σου πάρω; Και αρχίζουν τα όργια και οι αναστεναγμοί, που ξεσηκώνουν και άγαλμα φίλε μου!».

 

 

Ποια θα λέγατε πως ήταν η πιο μοιραία γυναίκα της εποχής;
Δεν ξέρω ποια ήταν η πιο μοιραία, αλλά θα σας πω δυο λόγια για την πιο πανούργα μαστροπό της Παλιάς Αθήνας. Μοιραία, βέβαια, για πολλά ζευγάρια νόμιμα και μη, αφού «ανακάτευε την τράπουλα» με τον δικό της τρόπο καθημερινά. Σας παρουσιάζω, λοιπόν, την κερά Κασσιού.


«Μία από τας περιεργοτέρας μορφάς των Αθηνών των χρόνων εκείνων ήτο και η κερά Κασσιού. Αθηναία, γεννηθείσα εις την Πλάκα, ενωρίς όμως ξενητευθείσα, επέρασε την πρώτην νεότητά της εν Σμύρνη, όπου είχε νυμφευθή έναν υπηρέτην ξενοδοχείου. Συζήσασα μετ' αυτού μόλις εν έτος, εγένετο ερωμένη ενός διευθυντού ατμοπλοϊκής εταιρείας, εταξείδευσε μετ' αυτού εις την Μασσαλίαν, ηράσθη ενός θαυματοποιού, τον ηκολούθησεν εις πλείστα μέρη, επεσκέφθη τους Παρισσίους, όπου έκαμεν επί τινα χρόνον την Περσεφόνην, και τέλος εξέπεσεν εις ένα οίκον απωλείας εν Μασσαλία.

 

Εκεί την ηράσθη ένα πλουσιόπαιδο, υιός μεγάλου Έλληνος εμπόρου, εξετρελλάθηκε μαζύ της, έφαγε μέρος της περιουσίας του και μίαν ημέραν την ηκολούθησεν εις Αθήνας, όπου την έσυρεν ως μαγνήτης η νοσταλγία.
Τι απέγεινεν ο εραστής της άγνωστον. Εκείνο, όμως, το οποίον είναι γνωστόν είναι ο βίος και η πολιτεία της περιέργου αυτής γυναικός. Αφού εγύρισε τον κόσμον, αφού εδοκίμασε τα πάντα, αφού εγνώρισε παν είδος διαφθοράς, εθεώρησε καλόν, με την τάσιν εκείνην, ην έχει ο χοίρος να κυλίεται εντός των ακαθαρσιών, να εφαρμώση εν Αθήναις παν ό,τι είδε και έμαθεν εις τας περιπλανήσεις της.


Κατ' αρχάς, ίδρυσε εκεί κατά τη Νεάπολιν έναν οίκον απωλείας, κομίσασα εκ Σμύρνης ωραία κορίτσια. Ρέκτης, όμως, και έχουσα νουν ανήσυχον, δεν ηδύνατο να αρκεσθή εις τούτο μόνον και ηθέλησε να ευρύνη τον κύκλον των εργασιών της. Εν τω οίκω της τούτω εύρε την ευκαιρίαν να γνωρίση παντός είδους άνδρας και επείσθη ότι τα τοιούτου είδους ιδρύματα δεν έχουν πολλήν πέρασιν εν Αθήναις ή, τουλάχιστον, η εξ αυτών ωφέλεια δεν είναι και τόσον μεγάλη.


Οι αντιπρόσωποι των διαφόρων κοινωνικών τάξεων οι επισκεπτόμενοι το κατάστημά της απεκάλυψαν εις αυτήν, χωρίς να θέλουν, όλα τα παράδοξα πάθη των και τας αδυναμίας των και τη έδωκαν πιστήν εικόνα της διαφθοράς εν Αθήναις. Η κερά Κασσιού εσκέφθη ότι, εκμεταλλευόμενη τας αδυναμίας ταύτας, θα εκέρδιζε πολύ περισσότερα παρ' όσα μέχρι τούδε. Δι' ο και μίαν ημέραν αφίσασα την διεύθυνσιν του καταστήματός της εις μίαν τρόφημόν της απεφάσισε να πληρώση μίαν σπουδαιοτάτην, κατά τους πελάτας της, έλλειψιν των Αθηνών.


Πολλοί εξ αυτών τη υπέδειξαν ότι συχνότατα, έχοντες μίαν ερωμένην παρά τω καλώ κόσμω ή έχοντες σχέσεις με καμμίαν τιμίαν γυναίκα, δεν έχουν πού να την πάνε. Στο σπήτι της φυσικά δεν ημπορούν να την έχουν, στο δικό των δεν τολμά αύτη να υπάγη, τι να κάμουν λοιπόν; Ή αναγκάζονται με χίλιους δυο κινδύνους να της δίδουν ρανδεβού εντός αμάξης ή να ενοικιάζουν ολόκληρον σπήτι σε καμμίαν απόκεντρον οδόν και εκεί να την δέχωνται. Αλλ' αυτό όχι μόνον ήτο πολύ δαπανηρόν αλλ' είχε και τους κινδύνους του, διότι αργά ή γρήγορα η γειτονιά έπαιρνε είδησιν και τότε ήρχιζαν αι κατασκοπείαι, τα πειράγματα, η μπερμπαντιές, ενίοτε δε και αι καταγγελίαι προς την αστυνομίαν. Ενώ εάν είχον κανένα σπητάκι με έντιμον εξωτερικόν, τότε θα ημπορούσαν να καταφεύγουν εις αυτό και να ευρίσκωνται εν πλήρει ασφαλεία.


Η διεφθαρμένη και πονηρά αύτη γυνή ηννόησεν αμέσως τι ωφέλειαν ηδύνατο να έχη από εν τοιούτου είδους ίδρυμα και πώς θα ηδύνατο να το εκμεταλλευθή. Φαντασθήτε γυνή έγγαμος, τρέμουσα και τη σκιάν της ακόμη, να επισκέπτεται το σπήτι της διά να συναντήση τον εραστή της! Τι τρομάρες θα είχε και πώς θα εζήτει να ανταμείψη την εχεμύθειαν της κεράς Κασσιούς!


Αμ' έπος, λοιπόν, αμ' έργον, με πολλήν τέχνην ενοικίασε μίαν καλήν οικίαν εις κεντρικόν μέρος, την επίπλωσε καλά, έκαμε πέντ' έξη αναπαυτικώτατες κρεββατοκάμαρες, τα δε λοιπά δωμάτια τα μετέβαλεν εις εργοστάσιον πίλων. Εις το μπαλκόνι τέλος έβαλε μίαν μεγάλην επιγραφήν: "Παρισινόν εργοστάσιον πίλων", ηγόρασε τρία τέσσερα φιγουρίνια, έβαλεν ολίγα κορίτσια, τα οποία δήθεν έφτιαναν καπέλλα και ειδοποίησε τους πελάτας της.


Τι είδους καπέλλα έφτιαναν εκεί μέσα ευκόλως εννοείτε. Αλλά τούτο δεν εσήμαινε τίποτε. Εκείνο όπερ επεδίωκεν η κερά Κασσιού το επέτυχεν. Η κυρία η οποία είχε ρανδεβού με τον φίλον της ηδύνατο άριστα και ασφαλέστατα να τον συναντά εις το εργοστάσιον των πίλων της κεράς Κασσιούς.
Εισερχομένη εις αυτό δεν ηδύνατο να εμπνεύση την παραμικράν υπόνοιαν εις τους μη μεμυημένους. Ανήρχετο την κλίμακα, έκαμνε δήθεν ότι εκλέγει κανένα καπέλλο και εισήρχετο εις το δωμάτιον, εις το οποίον την επερίμενεν ο φίλος της.


Ένα κακόν μόνο είχε το κατάστημα αυτό. Ότι ο μεν έξω κόσμος δεν επίστευε τίποτε, οι μεμυημένοι όμως ηννόουν. Αν π.χ. σεις εδίδετε ρανδέ-βου εις της κεράς Κασσιούς εις την φίλην σας και εβλέπατε αίφνης μίαν γνωστήν σας να εισέρχηται εκεί, αμέσως εννοούσατε διατί εισήρχετο και το πράγμα ούτως επροδίδετο.
Η κερά Κασσιού ηννόησεν όλην την δυσκολίαν και το επικίνδυνον του πράγματος και ιδού τι εσοφίσθη. Εσοφίσθη να κάμη άλλο ένα διά τας πλέον γνωστάς, δι' εκείνας αι οποίαι έτρεχον περισσότερον κίνδυνον.
Προς τούτο ενοικίασεν εις μίαν από τας νέας οδούς της Νεαπόλεως, τας ολιγοκατοικουμένας, νεόδμητον οικίαν, με δύο εισόδους κυρίας και μίαν δια την υπηρεσίαν, με κήπον, με αυλήν ευρύχωρον, την εσιγύρισε καλά και εις την μίαν θύραν έβαλε μίαν γαλλική επιγραφήν "SAGE FEMME" διά παν ενδεχόμενον.

 

Το νέον της τούτο καταγώγιον, το οποίον οι πελάται της ωνόμαζον το «μυστικό» της κεράς Κασσιούς, παρείχε πάσαν ασφάλειαν. Αι τρεις είσοδοι εξησφάλιζον τους εισερχομένους από κάθε κακήν συνάντησιν, πυκνά παραπετάσματα εμπόδιζον και τους έξωθεν να βλέπωσι ποιος είναι μέσα και τους έσωθεν να παρατηρούν εις την οδόν. Άλλως τε η κερά Κασσιού μαθηματικώτατα εκανόνιζε τας ώρας των ρανδεβού, προσεπάθει διά παντός τρόπου να μη γίνωνται συναντήσεις των πελατίδων της απ' έξω απ' το "μυστικό" της και εν γένει προσεπάθει διά παντός τρόπου ο τίτλος του καταστήματός της να δικαιολογείται πληρέστατα υπό των πραγμάτων.

 

Η επιτυχία υπήρξε πλήρης. Πάντες οι διασκεδάζοντες νέοι, πάντες οι σύζυγοι οι βαρυνθέντες την σούπαν και το βραστό, πάντα τα αδιόρθωτα γεροντοπαλλήκαρα εκεί συνήντων τας αγαπητάς της καρδίας των ή τα όνειρα του πόθου των.


Και φρικτή δυσωδία αίσχους, ατιμίας, απεριγράπτου βρώμας ανυψούτο προς τον πάντοτε αίθριον, προς τον από κανενός είδους ακαθαρσίαν δυνάμενον να ρυπανθή αττικόν ουρανόν, από το απαίσιον "μυστικό" της κεράς Κασσιούς, το οποίο βεβαίως θα είχεν υπ' όψει ο μέγιστος των ποιητών μας, ο Γεώργιος Σουρής, όστις μόνος ένοιωσεν όλην την οικτράν διαφθοράν της κοινωνίας μας και απέδωσε με τους εξής στίχους:


Εκεί προς την Νεάπολιν, καλά δεν ξέρω πού,
εις μέρος τι ανώνυμον αγνώστου ατραπού,
Υψούτο οίκος ευαγής, βωμός της Αφροδίτης,
κι εκεί πολλούς εμάζωνε το άτακτο παιδί της.
Κυρίαι δε και δέσποιναι της αριστοκρατίας,
προσήρχοντο εις τον βωμόν δια πολλάς αιτίας,
η μεν γιατί ο άνδρας της ετράβηξε κανόνι
και τα φουστάνια της Λιζιέ δεν είχε να πληρώνη,
Η δε γιατί ο άνδρας της δεν ήτο μαλακός
και δύστροπος εφαίνετο κ' ολίγον τι κακός,
Κι' ενώ αυτή τον σύζυγον καθ' όλα ευχαρίστει,
από το ξύλο το πολύ της άλλαξε την πίστι,
Η δε γιατί ο άνδρας της ούδ' άπαξ του μηνός
δεν έμεινε τουλάχιστον ο άθλιος κατ' οίκον.
Η δε γιατί ο άνδρας της δεν ήτο ικανός
να εκτελή το ιερόν συζυγικόν καθήκον•
Αυτή γιατί ο άνδρας της της είχε κάμει ντέφι
την προίκα της την μετρητή 'ς της τράπουλας τον τζόγο,
εκείνη από έρωτα κι' η άλλη από κέφι,
και τέλος πάντων καθεμιά είχε και κάποιο λόγο.
Και πάμπολλοι προσήρχοντο εκεί εκ των εν τέλει,
διαπρεπή κι' επίσημα της πολιτείας μέλη,
Ιππόται με παράσημα, ταινίας και τιμάς...
θα είχαν βέβαια κι' αυτοί ευλόγους αφορμάς».

 

 

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο ταμπού τότε;
Για ένα μεγάλο κομμάτι κοριτσιών εκείνης της εποχής η φύλαξη της παρθενίας των για τον ζηλιάρη γαμπρό με τις εξής απαιτήσεις:
«Τη γυναίκα μου τη θέλω
να 'ναι ώμορφη πολύ
να 'χη και κοντή τη γλώσσα
όχι απαιτητική
να 'ναι άθικτη, και τέλος
να με αγαπά πολύ»
Αποτέλεσμα, οι παρθενορραφές χτύπαγαν υπερωρίες.

 

Πόσο έχουν αλλάξει κατά βάθος τα σεξουαλικά ήθη των Αθηναίων από τότε μέχρι σήμερα;
Σήμερα είμαστε πιο ανοιχτοί και πιο ειλικρινείς στα θέματα αυτά και η τεχνολογία διαμορφώνει νέες συνθήκες. Αν όλα αυτά οδηγούν σε καλύτερες σχέσεις, παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα.

 

 

 

*«Πόθοι και Πάθη στην παλιά Αθήνα, 1834-1938», εκδόσεις Ωκεανίδα.