Ανάμεσα στις ερωτήσεις παρατίθενται αποσπάσματα από το τελευταίο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων “Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (2014) .

 

_______________

«Γιατί τελευταία, τρεις φορές μάλιστα, σε πολύ αραιά, είναι αλήθεια, χρονικά διαστήματα, έπιασα τον εαυτό μου να βγάζω κι εγώ μια φωνούλα, μια ισχνή κραυγή, ένα σπάραγμα δηλαδή μικρής κραυγής, κάτι που έμοιαζε σαν κακάρισμα. Σαν κακάρισμα κότας. Αλλά εγώ δολοφονία του πατέρα μου ή άλλο κακό, τέτοιο βάσανο μεγάλο, ποτέ μου δεν έχω πάθει, θα του εξηγήσω. Θα πρέπει να μάθω, παρόλα αυτά, μήπως μια προδοσία, φερ’ ειπείν, μια εγκατάλειψη, μια ερωτική τέλος πάντων ορφάνια –πράγματα συνηθισμένα-, αν μπορούν να προκαλέσουν εκδηλώσεις και αντιδράσεις παρόμοιες».

_______________

 

Τι μπορεί να προκαλέσει σ’ έναν άνθρωπο «μια προδοσία, φερ’ ειπείν, μια εγκατάλειψη, μια ερωτική τέλος πάντων ορφάνια»;

 

Άμα, ξαφνικά, σε στιγμή ανελέητη, αντιληφθείς την πολυτιμότητα εκείνου που έχασες, τότε και σαν κότα κακαρίζεις, σαν γίδα βελάζεις και σαν σφαγμένο αγρίμι σφαδάζεις, όπως συμβαίνεις στα διηγήματά μου. Όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο πιο πολύ πονάς, όταν χάσεις αυτό που αγάπησες. Και στον έρωτα συγχωρείται η ταπείνωση, ο θρήνος, η δε υπερβολή είναι αναγκαίος όρος του. «Ο δέχων, μεμηνεν», λέει ο Σοφοκλής. «Όποιος αγαπά, τρελαίνεται». Αυτήν την τρέλα τραγουδάνε οι λαοί, αυτήν ευλογούν στους αιώνες και έτσι αποκαθαίρονται. Δοξάζω ετούτους τους «τρελούς», γιατί αποτελούν το άλας του κόσμου. Άνοστη θα ήταν η ζωή χωρίς την παρουσία τους. Μια απόπειρα, από την επιφανειακή ζωή, να περάσει κανείς στη βαθειά ζωή, να λάβουν νέο νόημα τα πράγματα, μια παρηγορητική διαδικασία είναι δηλαδή ο έρωτας.

 

_______________

«Δε δίνεται η αγάπη μονορούφι. Μια και έξω», λένε όσοι γνωρίζουν τις τακτικές του έρωτα. «Χρειάζεται να κρατάς πισινή. Να δείχνεις ελάχιστα από τα αισθήματά σου, ν΄αφήνεις τοπία αδιερεύνητα. Και πρέπει να ΄χεις πάντα μυστικά. Να μην το εξαντλείς, παρά να το συντηρείς το μυστήριο γύρω απ’ το πρόσωπό σου».

_______________

 

Γνωρίζει από τακτικές ο έρωτας;

 

Χρειάζονται οι τακτικές. Το «παίγνιο». Έτσι συνειδητοποιούμε τη γελοιότητά μας. Αυτό μας κάνει ανθρώπους βαθύτερους και ουσιαστικούς. Σοφότερους. «Ωραίες» χειρονομίες, μάταιες, και πομπώδεις ακόμη, κλόουν πολύχρωμων. Σαλτιμπάγκων. Με κουδούνες και κουδουνάκια στο κορμί, ξόρκια για το κακό δηλαδή. Όσο συνειδητοποιείς την ασημαντότητά σου, τόσο πιο αθώος, πιο αυθεντικός γίνεσαι.

 

_______________

«Γεμάτοι τύψεις και ενοχές, πρέπει να τρέχουν μακριά, σαν τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Επειδή είναι οι ίδιοι που έχουν προδώσει. Αφού στον έρωτα προδίδει αυτός που χάνει τον αγαπημένο. Και πάντα εκείνος φταίει. Αυτός που χάνει τον άλλο. Καθαρές κουβέντες».

_______________

 

Τελικά ποιος προδίδει και ποιος προδίδεται;

 

Προδίδει όποιος χάνει τον αγαπημένο. Αυτό υποστηρίζω εγώ. Γιατί η ήττα στον έρωτα και η προδοσία πιστοποιείται όταν λήξει η μάχη. Άμα όμως ο ένας από τους δύο δεν την κηρύσσει περαιωμένη και λήξασα, την ερωτική ιστορία, όταν δεν παραιτείται από αυτή, αλλά τη συνεχίζει μονάχος του, τότε η μάχη διεξάγεται ακόμα. Μονομερώς; Ναι. Γιατί ως απόπειρα ένωσης και συγκόλλησης, ταύτισης, θεωρώ τον έρωτα. Οπότε δεν υφίσταται η μονομέρεια. Ο ένας φτάνει. Η μνήμη, υποστα-σιοποιεί, κρατά ζωντανή μια ερωτική κατάσταση. Θέλω να πω πως κανένας έρωτας δεν τελειώνει. Σαν το σκώρο, τρώει το ξύλο στα κρυφά. Κι όπως όταν βάφουμε το παλιό σπίτι με νέο χρώμα, παραμένει από κάτω το παλιό, έτσι διατηρείται ο κάθε έρωτας ανεξίτηλος. Κι αυτό διαπιστώνεται όταν γκρεμιστεί το σπίτι, οπότε οι παλιοί τοίχοι φανερώνονται και επιδεικνύουν, ως παράσημο, το πρώτο τους χρώμα, τις πληγές και τις δόξες τους. Την άσβεστη μνήμη του έρωτα.

 

_______________

«Λόγια δεν έχω να πω περισσότερα. Το τέλειο, όταν το εξηγεί κανείς, το λερώνει, το χαλάει. Κι ούτε που με νοιάζει ποιος μπορεί να το πιστέψει και ποιος το γελάει».

_______________

 

Μπορεί να αντέξει κανείς το τέλειο χωρίς να το λερώσει;

 

Το τέλειο υποστασιοποιείται μια συγκεκριμένη στιγμή. Πόσο αυτή η στιγμή διαρκεί, το αποτιμά κανείς, ανάλογα με τις δυνατότητές του. Και είναι ξεχωριστό για τον καθένα. Και ανομολόγητο και προς τον ίδιο τον εαυτό μας. Άμα το κουβεντιάζεις μετά και το εξηγείς, το λερώνεις, το ευτελίζεις. Γιατί στον έρωτα δεν χωρούν οι συζητήσεις και οι εξηγήσεις. Αυτές γίνονται μόνο για προσωρινή τακτοποίηση. Και όταν έχει ήδη ραγίσει το γυαλί. Ο έρωτας αγαπά τη σιωπή και το άρρητο. Ό,τι εκστομίζεται, πεθαίνει. Ό,τι παίρνει φόρμα, εκπίπτει και ακυρώνεται.

 

_______________

«Μήπως δεν ήταν ελάφι, νεογέννητο, εκείνο στο δάσος, αλλά ένα μοχθηρό πλάσμα που τη φόβισε και της έκανε μεγάλο κακό. Μην και δε νοσταλγεί την απόλυτη χαρά η γυναίκα, όπως εγώ νόμιζα, αλλά φόβος μέγας και σκοτεινός την τρομάζει ακόμα. Και τις νύχτες πια, βλέπω το ίδιο όνειρο. Ένα μικροσκοπικό κατακίτρινο σκυλάκι, μια μινιατούρα σκυλιού, να με αλυχτάει λυσσασμένα, να μ’ έχει αρπάξει από τα μπατζάκια και να με τραβάει. Τα σουβλερά δόντια του να έχουν καρφωθεί στην κνήμη μου. Ξυπνώ βογγώντας, έκπληκτος από το θράσος του, και μουσκίδι στον ιδρώτα».

_______________

 

Πώς σκοτώνει κανείς αυτό το μικροσκοπικό αλλά επικίνδυνο σκυλί;

 

Είναι η μνήμη που μας δαγκώνει. Και «είναι η αγάπη που δεν μας αφήνει να ζήσουμε». Εν πάση περιπτώσει, «ο καθείς και τα όπλα του», που λέει ο Όμηρος.

 

Πού οδηγούν η αμφιβολία κι η αμφισημία;

 

Αμφιβάλλω, άρα είμαι ακόμα ερωτευμένος, θα έλεγα. Βλέπω τα πράγματα δισυπόστατα, άσπρο και μαύρο μαζί; Την έχω πατήσει.

 

_______________

«Σε στιγμή ανύποπτη κι ενώ βόσκει αμέριμνο στον παράδεισο του βυθού, δέχεται φοβερό τραύμα. Τότε βγάζει από το σώμα του ένα λευκό υγρό. Αυτό απλώνεται ταχύτατα και το περιτυλίγει. Σχηματίζεται γύρω στο κορμάκι του μια παχιά κρούστα πάγου, κάποια μεμβράνη αδιαφανής, ένα αόρατο όστρακο. Μέσα σε τούτο το καβούκι, συνεχίζει να ζει και να βόσκει έκτοτε. Κανείς δεν μπορεί βέβαια να το διακρίνει πάνω του. Ή σχεδόν κανείς. Γιατί καμιά φορά θολώνει, από αιτία άγνωστη, το αόρατο όστρακο, ωσάν να θερμαίνεται πολύ, να βράζει εντός. Θέλω να σπάσω αυτήν την κρούστα του πάγου. Με το τριαντάφυλλο. Χωρίς καν να το καταλάβει. Λέω πως αχνοί και θυμιάματα θ’ αναδυθούν τότε, κι εγώ θα ‘χω μεθύσει. Κι ότι θα βγει μετά έξω από το καβούκι του, λεύτερο, το δικό μου το στρείδι».

_______________

 

Δεν είναι μια “ιδανική” εποχή για να κλειστείς στο καβούκι σου; Κι αν κλειστείς, πώς βγαίνεις από εκεί;

 

Όλες οι εποχές είναι οι ίδιες. Στο καβούκι μας κλείνει η πραγματικότητα. Μας φυλακίζει μέσα σε όστρακο. Φόβοι, αρώστειες, «λήθη του εαυτού», αποχωρισμός δηλαδή από την αυθεντικότητά μας. Τώρα, πώς βγαίνεις από εκεί; Με την αγάπη. «Κι άμα δεν έχω αγάπη, είμαι χαλκός ηχών και κύμβαλο αλλαλάζον». Μόνο ο έρωτας ανοίγει τρύπα στη φυλακή μας για να δραπετεύσουμε, να βγούμε στο φως.

 

_______________

«Τότε στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της παλιάς ντουλάπας του, όπου διαπίστωσε ότι φαινόταν πολύ πιο κοντός. [...] Έκανε ένα κρύο ντους να συνέλθει και, όταν βγήκε, είχε ξυπνήσει για τα καλά. Έδειχνε ακόμη πολύ κοντύτερος. Έμοιαζε συρρικνωμένος. [...] Κοντός κοντός λοιπόν. Από ‘δω και πέρα θα ζούσε ως κοντός. Από το να χαθείς, καλύτερο είναι να ζεις έστω και μισός».

_______________

 

Μπορείς δηλαδή να ζεις και ολόκληρος; Υπάρχει κάτι “ολόκληρο”;

 

Ζεις ολόκληρος, όταν είσαι ευτυχισμένος. Δεν μπορεί να βολευόμαστε στη μιζέρια. Μόνο που η ευτυχία δεν είναι στατική κατάσταση, αλλά δυναμική. Επιζητεί τη διαρκή αποκάλυψή της. Το κυνήγι. Τη θήρευσή της.

 

Πώς (μπορεί να ) ψηλώνει ο άνθρωπος;

 

«Ψηλώνεις» άμα είσαι γεμάτος από αγάπη, αλλά πρέπει, στάλα τη στάλα, να την αποστάζεις, να την περισυλλέγεις μέσα σου. Λίγοι κρατούν νερά στην πηγή τους. Λίγοι αντλούν. Οι περισσότεροι στερεύουμε. Ωστόσο, αυτό δεν εξαρτάται από τις προθέσεις μας. Λίγοι μπορούν να αγαπήσουν. Θέλει κότσια, είναι δυνατότητα η αγάπη. Κι αυτή διαπιστώνεται εκ των υστέρων. Συνήθως όμως, ολοκληρωτική συνείδηση και βίωση της πραγματικότητας παρέχει μόνο η τέχνη. Αποσπασματικά τη ζούμε τη ζωή, κ ο μ μ α τ ά κ ι α. Όμως και μέσα στο λίγο μεγαλώνουμε, βγάζουμε φτερά.

 

 _______________

«Αυτό δεν το πίστευα, η μόνη λογική ερμηνεία δεν με κάλυπτε, αλλά δεν είχα καμία όρεξη να περεκτραπώ, να παραπατήσω, θέλω να πω, και να πέσω σε κανέναν γκρεμό, χρονιάρες μέρες. Αφού, όσο μεγαλώνω, γκρεμούς βλέπω απροσδόκητα ν’ ανοίγονται μπρος στα πόδια μου. Γκρεμούς τους οποίους περιέργως δεν τους είχα παρατηρήσει, ενώ έχασκαν, φαίνεται, μπροστά μου. Κι ας κάνω ότι επισκοπώ καταλεπτώς τα πάντα όλη την ώρα».

_______________

 

Τους γκρεμούς πρέπει να τους αποφεύγει κανείς ή να τους αποζητά και να πέφτει μέσα τους;

 

Υπονοώ ότι βλέπω με τρόμο το χρόνο που μου απομένει. Κανείς δεν αποζητά να πέσει στον γκρεμό. Όμως, ο χρόνος είναι χαιρέκακος και εκδικητικός. Όλοι μεγαλώνουμε, όχι το ίδιο, ο καθένας όμως μέσα στα μέτρα του εγώ του. Αν και μέσω της τέχνης, αυτό που πασχίζουμε είναι να μη μεγαλώσουμε άλλο. Και τούτο μπορεί να γίνει εφικτό, δεν είναι ουτοπία.

 

_______________

«Aφού δεν μπορούμε να τα δεχόμαστε όλα τα ατυχήματά μας αδιαμαρτύρητα, οφείλουμε να τα αναταράσσουμε, να τα αναμοχλεύουμε, για να μπορούμε κι εμείς να δημιουργούμε τις εξηγήσεις των πραγμάτων και να μην αφήνουμε να μας καταλύει η λύπη. Να μας εμποτίζει. Μικρή ή μεγάλη. Αλλά πρέπει πάντα να διαλέγουμε την πιο βολική εκδοχή. Την πιο ανώδυνη. Γιατί προφάσεις χρειαζόμαστε για να ζήσουμε, προφάσεις και δικαιολογίες».

_______________

 

Πού βρίσκονται σήμερα όλοι αυτοί που τους κατέκλυσε η λύπη;

 

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας και είναι πολύ όμορφοι. Είναι οι χαμένοι, οι losers. Κι εμείς μ’ αυτούς είμαστε. Γιατί ετούτοι έχουν βρει κάτι που οι υπόλοιποι είναι ανίκανοι να υποψιαστούν. Με προφάσεις και δικαιολογίες ζούμε και ξεγελάμε, αναγελάμε τη μοίρα, το Θεό, τη λογική, την τάξη και το μέτρο. Μόνο η λύπη καρπίζει, βγάζει άνθη. Έχει άρωμα. Κι αυτή σώζει. Οι ευγενικές ψυχές έχουν ανάγκη από μυρωδιές και αρώματα. Από άχρηστα (!) πράγματα δηλαδή. Άχρηστα, που δεν έχουν καμιά πρακτική χρήση. Η αποσταγμένη λύπη φουσκώνει τα πανιά της ύπαρξης και δεν έχει σχέση με την ήττα. Είναι το εύσημο, το παράσημο μιας ουσιαστικής βίωσης. Η βαθύτερη συνείδηση του εγώ.