Δύο από τις αγαπημένες μου τηλεοπτικές σειρές παίζονταν στην ελληνική τηλεόραση, στη δεκαετία του ’80, Κυριακή απόγευμα, στις 6.00. Η πρώτη, το Αστρόπλοιο Γκαλάκτικα (Battlestar Galactica 1978-1979), με εισήγαγε στον κόσμο της επιστημονικής φαντασίας και στο πάθος για τον κάπτεν Απόλλο. Τους Ritchard Hatch και Dirk Benedict τους είχα σε αφίσα από τη Μανίνα στο δωμάτιό μου και τους κράτησα εκεί πολύ περισσότερο από τη μία σεζόν κατά την οποία παίχτηκε η σειρά. Το σενάριο, με την αιώνια μάχη καλού κακού στην εκδοχή άνθρωπος εναντίον μηχανών και τα στοιχειώδη οπτικά εφέ της εποχής, με κρατούσε σε αγωνία από Κυριακή σε Κυριακή, ενώ η παρουσία του Lorne Greene τραβούσε το ενδιαφέρον και της μαμάς μου, που τον θυμόταν λέει από το Μπονάντζα. Το ριμέικ της σειράς, το 2004, αν και το βρήκα εξαιρετικό, δεν κατόρθωσε να μου τραβήξει το ίδιο το ενδιαφέρον, ίσως γιατί κι εγώ δεν ήμουν πια δώδεκα.

 

 

 

Όταν σταμάτησε το Γκαλάκτικα (ή μπορεί πριν και μετά από αυτό, δεν θυμάμαι ακριβώς), το πάθος μου μετατοπίστηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους πρωταγωνιστές της σειράς Στον πυρετό της Δόξας (Fame 1982-1987), αφού το καλλιτεχνικό σχολείο που παρουσίαζε ήταν όχι απλώς κάτι που πρώτη φορά έβλεπα, αλλά και κάτι που δεν ήξερα ότι υπήρχε (γιατί για διαστημόπλοια κάτι είχα ακούσει) και που μέσα μου ένιωθα ότι ήταν ο παράδεισος στον οποίο ονειρευόμουν να βρεθώ. Θα ομολογήσω επίσης μια ελαφριά αδυναμία στον ντροπαλό χαρακτήρα του Μπρούνο και ένα διαστροφικό κόλλημα με την φράση της Debbie Allen στην εισαγωγή: “Υou want fame? Well, fame costs. And right here is where you start paying. In sweat”. Πάντως, η τηλεοπτική εκδοχή του κινηματογραφικού Fame του Alan Parker (1980), ήταν αρκετά πιο ελαφριά και ωραιοποιημένη από την ταινία, κάτι που με ξάφνιασε και με έκανε να νιώσω περίεργα όταν τελικά είδα και την ταινία, σε κάπως μεγαλύτερη ηλικία.