Με τον Ναύτη, βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1993, ο συγγραφέας Θόδωρος Γρηγοριάδης παγίωσε το προσωπικό και αναγνωρίσιμο του «σύμπαν». Η ελληνική ύπαιθρος με τα ήθη της, τις δεισιδαιμονίες και τα μυστικά της, ένας μαγικός ρεαλισμός μέσα από τον οποίο ο παλιός κόσμος συναντάει το σύγχρονο παραμορφωμένο του αντικατοπτρισμό που έχει μετακομίσει στη μεγάλη ανώνυμη πόλη ή αενάως ταξιδεύει. Ο ναύτης της ιστορίας λοιπόν, είναι φορέας αυτής της συγκινησιακής και πολιτισμικής σύγκρουσης. Ένας νεαρός άντρας που θυμίζει πολύ τη διαδρομή του συγγραφέα ως κληρωτός του πολεμικού ναυτικού ανά τη Μεσόγειο, σε μια απόπειρα μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας ή ενός μυθιστορήματος με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία.

 

Καταρχήν ποια ήταν η ανάγκη για την επανέκδοση του μυθιστορήματος σας «Ο ναύτης»;

Η επανέκδοση ενός βιβλίου δεν είναι ό,τι πιο εύκολο στις μέρες μας, όμως ο εκδοτικός οίκος «Πατάκης» αποφάσισε να εκδώσει τους παλιότερους τίτλους μου. Βασίζεται σε μια σχέση εμπιστοσύνης και μακροπρόθεσμης λογοτεχνικής επένδυσης. Σκεφτήκαμε να συμπέσει με τα είκοσι χρόνια από την πρώτη του κυκλοφορία και έτσι προέκυψε μια όμορφη και επιμελημένη έκδοση. Προσωπικά είναι μια συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή αφού ο «Ναύτης» αποτέλεσε την πρώτη και μεγαλύτερη επιτυχία μου τόσο σε πωλήσεις όσο και σε κριτική αποδοχή και έγινε ταινία μικρού μήκους στην ΕΤ1.

 

Από τι υλικό είναι φτιαγμένο αυτό το πρόσωπο; Είναι μια μυθιστορηματική αυτό-βιογραφία ή μια μυθιστορηματική κατασκευή μαγικού ρεαλισμού η οποία αναδεικνύει έναν τυχαίο χαρακτήρα και συγχρόνως μια εποχή;

Πράγματι είναι το πιο αυτοβιογραφικό μου μυθιστόρημα. Είναι ο τόπος μου, το Παγγαίο και οι αρχέγονοι μύθοι, η πεδιάδα των Φιλίππων με το αρχαίο θέατρο, τα ταξίδια μου στο Αιγαίο και στα λιμάνια της Μεσογείου όπου ταξίδεψα κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο ψυχισμός του αφηγητή είναι ένα κομμάτι και της δικής μου οντότητας, η περιπέτειά του συμβαδίζει με το δικό μου εσωτερικό οδοιπορικό. Όμως η υπόθεση, η πλοκή, οι χαρακτήρες, η αναζήτηση της Ξένης και η τραγωδία που κορυφώνεται στο τέλος του βιβλίου αποτελούν  μυθοπλασία. Οι φαντασιώσεις ενός εφήβου που θα τις δει να ανατρέπονται όταν βγει στον κόσμο έξω, ταξιδεύοντας και συμπλέοντας με διαφορετικούς ανθρώπους. Άλλωστε οι μετακινήσεις, τα περάσματα, τα όρια και τα σύνορα είναι έννοιες που  επανέρχονται και στα επόμενα βιβλία μου.

 

Η Ελλάδα του «Ναύτη» είναι μια άλλη Ελλάδα; Αναλογίζομαι ότι αρκετά από τα χαρακτηριστικά εκείνης της εποχής, επιστρέφουν στο σήμερα…

Ο «Ναύτης» γράφτηκε στις αρχές του 1990 καλύπτοντας ωστόσο με την ιστορία του τρεις δεκαετίες πριν. Το 1992 είχα γυρίσει από ένα ταξίδι δύο μηνών στην Αμερική. Ήμουν καινουργιοφερμένος στην Αθήνα χωρίς να μπορώ να ενταχθώ. Η διπλή νοσταλγία για την πατρίδα και τη γενέτειρά μου με οδήγησαν να πλάσω αυτό το βιβλίο με συναίσθημα αλλά και με μια αποστασιοποιημένη ματιά. Μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας και ενός μικρού τόπου αντιλαμβανόμαστε την μεταμόρφωση της ελληνικής υπαίθρου, την άνοδο και την αποσάθρωση της μεταπολεμικής οικογένειας, την μετανάστευση, τη διαμόρφωση μιας μικροαστικής ταυτότητας, το πέρασμα από την «επαρχιωτισμό» στον «εκσυγχρονισμό». Αυτά όμως που υφίστανται διαχρονικά είναι τα πάθη, οι έρωτες των ανθρώπων, η αναζήτηση της ταυτότητας και της προσωπικής μας αλήθειας. 

 

Ο Θόδωρος Γρηγοριάδης σε σπίτι της οδού Αλκιβιάδου όπου διανυκτέρευε την περίοδο της θητείας του στο πολεμικό ναυτικό και στο οποίο διαδραματίζεται ο Ναύτης

Αρχές δεκαετίας του ΄90 που το γράψατε, ο τόπος βρισκόταν σε παραζάλη, μια εποχή ευφορίας και αισιοδοξίας. Νοσταλγείτε κάτι από εκείνη την εποχή ή έχουν αντιστραφεί τα συναισθηματικά όρια του λογοτέχνη;

Η προσωπική ευφορία δεν σχετίζεται πάντα με την οικονομική και κοινωνική. Πράγματι στη δεκαετία του ΄90 υπήρχε περισσότερο χρήμα αλλά βασίλευε μια πολιτισμική αμηχανία και μια κοινωνική παλίρροια που δεν ήξερες πού θα οδηγήσει. Δεν ταΐζεις έναν λαό μόνον με δάνεια και ψεύτικο life style. Χάθηκε η ευκαιρία μιας συνειδητής ωρίμανσης στην κοινωνία. Αποτέλεσμα σήμερα οι πιο τραυματισμένοι να είναι όσοι ευνοήθηκαν οικονομικά. Δεν την νοσταλγώ πια εκείνη την περίοδο. Σήμερα αισθάνομαι πιο ώριμος, έχω περισσότερα συγγραφικά ερεθίσματα και είμαι περήφανος που στον «Ναύτη» και στα μετέπειτα βιβλία μου, αποτυπώθηκαν η σταδιακή φθορά της ελληνικής κοινωνίας αλλά και κάποιες θετικότερες αλλαγές στην ερωτική του συμπεριφορά και ανεκτικότητα στις ιδιαιτερότητες των άλλων. 

 

Κατά την επιμέλεια της νέας έκδοσης, φλερτάρατε με την ιδέα να αναθεωρήσετε κάποια πράγματα ή ακόμα και να τα ξαναγράψετε;

Το μυθιστόρημα δεν άλλαξε, έγιναν κάποιες συντακτικές ή γραμματικές διορθώσεις που είχαν παραμεληθεί στην αρχική έκδοση. Δεν πρέπει να επεμβαίνουμε στα προηγούμενα βιβλία μας. Αντικατοπτρίζουν την εποχή, τη γλώσσα και το ασυνείδητο των επιλογών μας.

 

Τι περιμένετε να αποκομίσει το σημερινό κοινό, ενδεχομένως μιας νέας γενιάς, από το μυθιστόρημα σας σήμερα; Τι θα αναγνωρίσει;

Ο «Ναύτης» είναι μια διαχρονική ιστορία. Στους νεότερους ίσως παραξενέψει η αγροτική καταγωγή των ηρώων, η θητεία του αφηγητή τη δεκαετία του ογδόντα στο ναυτικό για είκοσι οκτώ μήνες (!), η απουσία κινητών ή ίντερνετ… Ξέρετε πόσα κλασικά μυθιστορήματα θα είχαν διαφορετική εξέλιξη αν υπήρχε το κινητό στη ζωή τους; Θα προλάβαιναν μια μονομαχία ή μια αυτοκτονία! Κάποιοι θα ξαφνιαστούν από την τολμηρή ερωτική διάσταση του μυθιστορήματος και θα αναγνωρίσουν τις ίδιες αγωνίες και τις ίδιες προσωπικές αναζητήσεις. Όμως ποιοι είναι οι «νεότεροι»; Για μένα νεότερος αναγνώστης είναι αυτός που διαβάζει για πρώτη φορά ένα οποιοδήποτε έργο.

 

Ο «Ναύτης» υπήρξε ένα μπεστ σέλερ της εποχής. Έκτοτε έχετε ακολουθήσει μια μεγάλη συγγραφική διαδρομή. Ο ναύτης σας σάς ακολουθεί πάντα; Βρίσκεται πάντα κάπου χωμένος μέσα στα βιβλία που γράφετε ή συνειδητά τον αποβάλλετε από το πλαίσιο των ιστοριών σας;

Το 1993 ο «Ναύτης» ήταν δεύτερος σε πωλήσεις. Πρώτη ήταν η Ζυράννα Ζατέλη, στην συνέχεια ο Χρήστος Χωμενίδης, η Ρέα Γαλανάκη. Ήταν η εποχή που ελληνική λογοτεχνία θεωρείτο αυτονόητα η δική μας. Που είχαμε και έχουμε πρότυπο τον Παπαδιαμάντη, τον Μυριβήλη, τον Καραγάτση, τον Τσίρκα, τον Ταχτσή, τον Ιωάννου, τον Σκαρίμπα, την Αξιώτη, την Δούκα, τον Κουμανταρέα αλλά και τους κλασικούς και μεταμοντέρνους συγγραφείς από το εξωτερικό. Πασχίζουμε να σταθούμε στην σειρά με αυτούς. Η αλήθεια είναι ότι για πολλά χρόνια ο «Ναύτης» με ταλάνιζε, και έδωσα μάχες για να ξεφύγω από την σκιά του. Όλοι ήθελαν να γράφω όπως εκεί. Όμως, αλίμονο, αν έγραφα τα επόμενα έντεκα βιβλία μου, με τον ίδιο τρόπο.  Όπως κι εγώ διαβάζω κάθε καλό ή μέτριο έργο του Φίλιπ Ροθ, του Ντον Ντελίλο, του Κολμ Κοιμπίν, του Άλαν Χόλινγκχερστ, του Λεονάρδο Παδούρα, του Ρομπέρτο Μπλάνιο, έτσι και για μένα υπάρχει μια σταθερή βάση αναγνωστών που με διαβάζουν και μου δίνουν κουράγιο να συνεχίσω.

 

 

=====

 

«Ο Ναύτης είναι ένας έφηβος που φαντάστηκε τον κάμπο του σαν μια θάλασσα ώσπου ανοίχτηκε στα αληθινά πέλαγα αναζητώντας ένα κρυμμένο μυστικό. Οι γοργόνες των παραμυθιών έγιναν οι γυναίκες των λιμανιών, οι μύθοι ξέφτισαν στα κύματα κι έγιναν ιστορίες και περιπέτειες του κόσμου. Ο Ναύτης είναι μια ειλικρινής, συγκινητική αλλά και τολμηρή αφήγηση. Ένα ταξίδι που ενώνει απόμακρους τόπους, αλλόκοτες ιστορίες, διαφορετικούς ανθρώπους, κρυφές επιθυμίες, αναμολόγητους έρωτες….»