Μέσα από την σκηνοθετική ματιά του εικαστικού Πόλυ Πεσλίκα το κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη «βάφει» με βίαιη ποίηση τους τοίχους ενός σχολείου, κάπου στην Λεμεσό...φωτό: Πόλυς Πεσλίκας, Aργύρης Αργυρού

 

σχολείο

 

Εννέα το βράδυ. Στο κέντρο της Λεμεσού. Η υγρασία αφόρητη. Κολλάει πάνω στα αμάνικα μπλουζάκια των νεαρών που σουλατσάρουν στην πλατεία και ξεδιψάνε με μπύρες. Ο ιδρώτας αλμυρός, στάζει ζωή και καλοκαίρι και μια ραθυμία που μοιάζει με εσωτερική αντίδραση. Μυρωδιές από το κρέας που σιγοκαίει στα κάρβουνα και από τα κομμένα λεμόνια που σφηνώνουν στην άκρη των ποτηριών. Ένα κοκτέιλ από θαμπές χρωματιστές εικόνες που αναζητούν απεγνωσμένα δυναμίτη για να εκραγεί το βλέμμα και να πάρει επιτέλους φωτιά η αναμονή. Να καεί το ενδιάμεσο, αμετάκλητα, οριστικά...

 

Στο κέντρο της πόλης. Το πρώτο δημοτικό σχολείο. Η αστική σχολή, έτσι το ονομάζουν, πίσω από το Διοικητήριο και πλάι από ένα μεγάλο χώρο στάθμευσης. Ο ηλικιωμένος υπάλληλος ζητά τρία ευρώ για το κάθε αμάξι, δίνει τα ρέστα με νύστα και αδιαφορία. Γκόμενες κατεβαίνουν από τα αυτοκίνητα και ανεβαίνουν στις πλατφόρμες και αναψοκοκκισμένοι τουρίστες ξεφλουδίζουν τις ανάσες τους. Οι περισσότεροι περπατάνε προς την αντίθετη κατεύνθυνση, εκεί δηλαδή όπου το ένα μπαρ σμίγει με το διπλανό του, στις τυχαίες συνευρέσεις.

 

Η αντίθετη διαδρομή οδηγεί στο σχολείο. Όσοι κατευθύνονται προς τα εκεί μοιάζουν με «συνομώτες». Δεν είναι πολλοί, ούτε και λίγοι, αλλά είναι συνειδητοί. Πως αυτό το βράδυ ένας θάνατος θα... πιστοποιηθεί.

 

Οι τοίχοι του σχολείου γεμάτοι από γκραφίτι. Γκραφίτι ακόμα και στις κολώνες και στο ταβάνι. Γκραφίτι που μοιάζει λες και η βία προσπαθεί να μεταπλάσει τον βυθισμένο θυμό της σε ποίηση. Ο χώρος μοιάζει εγκαταλελειμένος. Λες και έχουνε απομείνει μόνο τα απουσιολόγια. Απουσιάζουν όλοι, μαθητές, δασκάλοι, παιδεία, εκπαίδευση. Παρόντες μόνο οι μπογιές και το χώμα στο γήπεδο. Ένα χώμα που σηκώνει σκόνη πάνω στα χρώματα των ζωγραφιών.

 

Γιατί διάλεξες το σχολείο; ρωτώ τον Πόλυ. Ο Πόλυς Πεσλίκας είναι εικαστικός και παράλληλα σκηνοθετεί αυτό τον...θάνατο. Σκηνοθετεί δηλαδή μια χορογράφο που ανοίγει τα σκέλια της λες και εύχεται να γεννήσει κάτι καινούργιο. Σκηνοθετεί και ένα θεατρικό ηθοποιό, ο οποίος παίρνει τις λέξεις του κειμένου και τις εκφέρει με την αγωνία της καθημερινής τους σημασίας. Σκηνοθετεί και ένα μουσικό, ο οποίος παίζει ηλεκτρική κιθάρα, τον ίδιο ήχο, ξανά και ξανά, ένα ήχο μονότονα εκρηκτικό.

 

«Γιατί διάλεξες το σχολείο λοιπόν;» Γιατί σου δίνει την αίσθηση του τέλους, μου απαντά. «Μοιάζει λες και το έχουν εγκαταλείψει και μαζί μ'αυτό έχουν εγκαταλείψει όλα τα σύμβολα».

 

 

Και το κείμενο; Γιατί ξανά το «Πεθαίνω σαν Χώρα»; Γιατί είναι επίκαιρο θα μπορούσα να σου απαντήσω αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος. Ο λόγος είναι πως πρόκειται για ένα κείμενο χωρίς χώρο και χρόνο που αγκαλιάζει οποιαδήποτε κατάσταση. Είναι λες και παρακολουθείς μια τεράστια διαδήλωση, μια μάζα κόσμου και παράλληλα, ωστόσο, γνωρίζεις την ζωή του καθενός. Και τα κομμάτια που απομωνώσατε; Είναι τα ενδιάμεσα των σημαντικών στιγμών του κειμένου. Είναι τα κομμάτια της αναμονής, οι αφορμές, εκείνα που έχουνε ήδη γίνει καθημερινότητα, που μέσα τους υποβόσκει μια βία, η οποία θέλει να γίνει ποίηση, μήπως και έτσι μπορέσουμε να δούμε ένα κομμάτι από το αύριο...

 

 

Τί αίσθημα θες να αφήνει αυτή η παράσταση; Μια τεράστια παύση αναμονής. Αυτό. Γιατί είμαστε σε μια φάση αναμονής. Είμαστε μια κοινωνία που ενώ έχει την γνώση της καταστροφής, την ίδια ώρα παραμένει σε μια παύση, η οποία (εκτός από την γνώση) εμπεριέχει την ανησυχία και το φόβο, στοιχεία δηλαδή που αναιρούν την γνώση. Υπάρχει αυτή η αντίφαση. Λες και δεν είμαστε έτοιμοι για την ανατροπή, παρόλο που έχουμε ζήσει ανατροπές. Ένα είδος σχιζοφρένειας. Και όλοι περιμένουμε κάτι...

 

Αυτό ζούμε σήμερα; Ζούμε αυτό που λέει στο κείμενο: «Όλοι μαζί, ...μια ψυχή, ένιωθαν την ανάγκη ν΄αφεθούν....να μεταμορφωθούν , ν΄απαρνηθούν γλώσσα , να κυλιστούν στην βρώμα, να σκοτώσουν γονείς, να καταστρέψουν ενθύμια ...να κάψουν ταυτότητες...Εκείνες τις ώρες πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά η μετάβαση απ΄τον ένα ιστορικό κύκλο στον άλλο, αμετάκλητα".

 

Αμετάκλητα; Για μένα αυτή είναι η λέξη που μπορεί να προσδιορίσει την συμπεριφορά μας. Γιατί πια ό,τι βήμα και να κάνεις δεν έχει επιστροφή. Γι'αυτό και πρέπει να είσαι σίγουρος για το πού θα μετακινηθείς. Γιατί η κάθε σου κίνηση είναι εκείνη που θα γράψει την επόμενη ιστορία...

 

Ο χώρος που επιλέξατε φέρνει μνήμες από το παρελθόν. Ναι και παρόλο που δεν το συνηθίζω να επικαλούμε μνήμες από το παρελθόν θεωρώ στην προκειμένη περίπτωση ότι είναι σημαντικό. Σε ένα συνδυασμό με τις πράξεις βίας πάνω στους τοίχους που υπονοούν μια σιωπηλή καταστροφή και μια αγωνία να δηλώσεις ότι κάτι πάει στραβά. Ένα άλλο στοιχείο που το αναγάγουμε σε σύμβολο είναι η σκόνη στο γήπεδο. Υπάρχουν πολλά συμβολικά στοιχεία και ο λόγος είναι γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσουμε ξανά με σύμβολα. Όλα τα σύμβολα, τα κοινωνικά και τα πολιτικά δεν υπάρχουν πια. Ο μόνος τρόπος που μας έχει απομείνει για να επαναφέρουμε τα σύμβολα είναι η τέχνη. Και τα σύμβολα της τέχνης είναι η ποίηση. Είναι οι ενδιάμεσοι μικροί χώροι των πραγμάτων. Ο ηθοποιός φοράει ένα απλό παντελόνι και ένα αδιάφορο πουκάμισο, θυμίζει δηλαδή το γείτονα μου που ξυπνά κάθε μέρα να πάει στην δουλειά. Αυτός ο καθημερινός τύπος την ώρα που εκφέρει αυτό το λόγο γίνεται ο ίδιος ένα ανώνυμο σύμβολο. Η σκόνη στο φόρεμα της χορεύτριας, ο ήχος της κιθάρας την ώρα που κουρδίζεται και μοιάζει πιο δυνατός και από το πιο δυνατό εμβατήριο. Πρέπει δηλαδή να αντικαταστήσουμε όλα αυτά που έχουμε χάσει. Να επαναπροσδιορίσουμε τους συμβολισμούς μας. Κι'αυτό δεν γίνεται στις πλατείες. Αυτό γίνεται μέσα μας. Στο καθένα ξεχωριστά.

 

«Μέσα μας. Στο καθένα ξεχωριστά». Κρατώ την φράση. Κρατώ και την ανάγκη του επαναπροσδιορισμού μέσα από μια ποίηση. Και κατευθύνομαι στην αντίθετη κατεύνθυνση. Είναι δέκα και μισή το βράδι. Στο κέντρο της πόλης. Κάπου σε ένα δημοτικό σχολείο. Μυρίζει σκόνη και σπέρμα και αίμα και χρωματιστές μπογιές. Η υγρασία αφόρητη. Κολλάει στα μάτια, στα ρουθούνια, στο στόμα. Κάνει τις τεχνητές αναπνοές ακόμα πιο...μάταιες. Ένας θάνατος πιστοποιείται ξανά και ξανά. Που πάει να πει πως την ίδια ώρα, κάπου, μια άλλη ζωή....γεννιέται.

 

Info: «Πεθαίνω σαν Χώρα», μια παράσταση σύγχρονου χορού βασισμένη στο πεζογράφημα του Δημήτρη Δημητριάδη. Χορογραφία: Έλενα Αντωνίου, Σκηνοθεσία/εικαστική επιμέλεια: Πόλυς Πεσλίκας, Μουσική: Φίλιππος Φιλίππου, Ερμηνεία: Έλενα Αντωνίου, Χριστόδουλος Μαρτάς, Φίλιππος Φιλίππου, Παραγωγή: Αργύρης Αργυρού.