Είναι αλήθεια ότι το χαρτί καίγεται στους 451 βαθμούς Φάρεναϊτ; Είναι η απορία που έχει όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο Fahrenheit 451. Στον κόσμο που δημιούργησε ο Ρέι Μπράντμπερι το 1953 οι πυροσβέστες δεν σβήνουν φωτιές αλλά τις ανάβουν. Η δουλειά τους είναι να κάψουν όσα βιβλία έχουν απομείνει, σε μια κοινωνία που τα έχει περιθωριοποιήσει και τα έχει καταστήσει παράνομα.

 

Η ιστορία που γράφτηκε σε μια νοικιασμένη γραφομηχανή στο υπόγειο της δημόσιας βιβλιοθήκης Powell του Λος Άντζελες, σήμερα χαρακτηρίζεται ως «επιστημονική φαντασία». Κάπως περίεργο για κάποιον που αντιμετώπιζε την τεχνολογία με καχυποψία: όταν έληξε η περίοδος των δικαιωμάτων του βιβλίου, οχτώ εκδοτικοί οίκοι ενδιαφέρθηκαν να το αναλάβουν υπό την προϋπόθεση να βγει και σε ebook. Ο συγγραφέας αντιστεκόταν σθεναρά: είχε απορρίψει το ίντερνετ, λέγοντας ότι «αποσπά την προσοχή. Είναι χωρίς νόημα – δεν είναι πραγματικό. Είναι κάπου στον αέρα.» Ήθελε να διατηρήσει το βιβλίο του σε χάρτινη εκδοχή αλλά τελικά το 2011, ένα χρόνο πριν πεθάνει, υποχώρησε.

 

Η ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση αυτής της ιστορίας με άλλα βιβλία ανάλογης θεματολογίας, όπως είναι ο Μεγάλος Αδελφός, είναι ότι τα βιβλία δεν απαγορεύτηκαν εξ’ αρχής από μια απόφαση δικτάτορα αλλά έγιναν άχρηστα. Διάφορες μειονότητες άρχισαν να διαμαρτύρονται για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται, οπότε οι συγγραφείς άρχισαν να αποφεύγουν να γράφουν τη γνώμη τους- τα βιβλία άρχισαν να μοιάζουν μεταξύ τους, οπότε έγιναν βαρετά – στο τέλος το κράτος ανέλαβε τη βρώμικη δουλειά, δηλαδή τη συστηματική τους καταστροφή, καθιστώντας τα τελικά παράνομα. Το ρόλο της διασκέδασης ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου η τηλεόραση, μεγάλες οθόνες πάνω σε τοίχους, ακουστικά στα αυτιά των ανθρώπων, άπειρες πληροφορίες, επιλεγμένες έτσι ώστε να είναι διασκεδαστικές και επιφανειακές, έτσι ώστε να μην απειλείται καμία κοινωνική ομάδα, σιγουρεύοντας την ηρεμία.

 

 

 

“Εκεί όπου καίγονται βιβλία, μια μέρα θα καίγονται άνθρωποι” έγραψε ο Χάινριχ Χάινε το 1820-1821 στο έργο του Almansor. Η φράση σήμερα είναι γραμμένη στην πλατεία Bebelplatz του Βερολίνου, όπου στις 10 Μαΐου του 1933 φοιτητές και καθηγητές του πανεπιστήμιου Humboldt έκαψαν 20.000 βιβλία υπό τη μουσική συνοδεία της ορχήστρας των SA και SS. H καταστροφή μέσω της φωτιάς έχει κάτι το τελετουργικό που δε συγκρίνεται με το θάψιμο ή με το σκίσιμο του χαρτιού. Το αποτέλεσμα είναι τελειωτικό, αυτό που μένει μετά δεν μοιάζει με το αρχικό αντικείμενο, μεταμορφώνεται στο τίποτα, σε μια χούφτα στάχτες.

 

To μνημείο στη Bebelplatz του Βερολίνου

 

Λίγα χρόνια μετά από αυτή τη μέρα που σημάδεψε την πόλη και δήλωσε τις προθέσεις των Ναζί οι βομβαρδισμοί των Συμμάχων στη Γερμανία κατέστρεψαν πάνω από δέκα εκατομμύριο βιβλία. Δυόμισι εκατομμύρια εξ αυτών βρισκόταν στην Staatsbibliothek του Βερολίνου.

 

Στις 4 Μαρτίου 1966 η Evening Standard δημοσίευσε μια συνέντευξη του Τζον Λένον όπου μεταξύ άλλων έλεγε:

 

«Ο χριστιανισμός θα χαθεί. Θα συρρικνωθεί και θα εξαφανιστεί. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω. Έχω δίκιο και θα αποδειχτεί. Τώρα είμαστε πιο δημοφιλείς από το Χριστό. Δεν ξέρω ποιος θα φύγει πρώτος – το ροκ εν ρολ ή ο Χριστιανισμός.»

 

 

Η συνέντευξη πέρασε απαρατήρητη στην Αγγλία. Όταν αναδημοσιεύτηκε μερικούς μήνες αργότερα σε ένα περιοδικό της Αμερικής ξύπνησε τα άγρια ένστικτα κάποιων πιστών. Ο ραδιοφωνικός σταθμός KLUE του Τέξας οργάνωσε την καταστροφή των δίσκων των Beatles, παρακινώντας τον κόσμο να τους κάψει σε μια πλατεία. Ήταν άλλη μια περίπτωση κάποιας ομάδας που θεώρησε προσβλητική μια ιδέα – η αντίδραση ήταν να κάψει τον φορέα. Η αντίδραση ήταν κάπως υπερβολική: ο Τζον Λένον είχε άδικο, ο Χριστιανισμός δεν εξαφανίστηκε.

 

Το 2003 ο Ρέι Μπράντμπερι ανακάλυψε ότι με το πέρασμα των χρόνων οι εκδότες της Ballantine είχαν αφαιρέσει 75 αποσπάσματα του βιβλίου, φοβούμενοι ότι θα μολύνουν το μυαλό των νέων. Η σημερινή λογοκρισία είναι ίσως άλλης μορφής, λιγότερο άμεση, ο φόβος είναι ο ίδιος με τον φόβο των ανθρώπων του βιβλίου: να μη θιχτεί η μια ή η άλλη κοινωνική ομάδα, ώστε να αποφευχθούν οι ταραχές, οι αντιδράσεις και οι διαμαρτυρίες. Ο Μπράντμπερι αντέδρασε με πίκρα, σχολιάζοντας:

 

«Ο λόγος είναι προφανής. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να κάψει κανείς ένα βιβλίο. Και ο κόσμος είναι γεμάτος με ανθρώπους που περιφέρονται με αναμμένα σπίρτα. Κάθε μειονότητα, Βαπτιστές, Ενωτικοί, Ιρλανδοί, Ιταλοί, Υπερήλικες, Βουδιστές, Ζεν, Σιωνιστές, Φεμινίστριες, Ρεπουμπλικάνοι, πιστεύουν ότι έχουν τη θέληση, το δικαίωμα, την υποχρέωση να ανάψουν τη φωτιά, να ρίξουν κηροζίνη. Κάθε ηλίθιος εκδότης που βλέπει τον εαυτό του ως την πηγή αυτού του λευκού βαρετού άζυμου χυλού λογοτεχνίας γλείφει την γκιλοτίνα του και παρακολουθεί όποιον συγγραφέα τολμάει να εκφέρει κάτι περισσότερο από ψίθυρο ή να γράψει κάτι περισσότερο από ένα νανούρισμα.»

 

2002: Κάψιμο βιβλίων της σειράς Χάρι Πότερ στο Μεξικό