Με συγκινεί αφάνταστα η φωνή του Γιώργου Ζωγράφου (1936-2005). Με ανατριχιάζει. Σε οποιοδήποτε τραγούδι και να την/τον ακούσω. Νοιώθω το σέβας να ξεχειλίζει από κάθε συλλαβή που αρθρώνει, έτσι όπως την αρθρώνει, μιαν ατράνταχτη πίστη σ’ εκείνο που κάθε φορά αποδίδει. Δεν το συναντώ αυτό, συχνά, σε τραγουδιστές – κυρίως γιατί οι πιο τέλειοι από ’κείνους, όσοι έχουν «φωνάρες» εννοώ, διασπώνται σε αλλότρια πρόσωπα μέσα στα χρόνια υπηρετώντας τους εκάστοτε ρόλους.

 

Με τον Ζωγράφο δεν συνέβη το… αναμενόμενο. Ο ρόλος του υπήρξε ένας και μοναδικός. Να μετατρέπει το πέτρινο ήθος, έτσι όπως εκείνο πήγαζε από τα σωθικά του, σε υψηλή τραγουδιστική τέχνη. Το είχε και ο Ξυλούρης αυτό. Ίσως και μερικοί ακόμη… Ο συνδυασμός μεγάλης φωνής, ήθους και συγκίνησης δεν συναντάται συχνά. Κυρίως γιατί η συγκίνηση, που προϋποθέτει το ήθος, αλλά όχι αναγκαστικώς και τη μεγάλη φωνή (καθότι υπάρχουν μέτριοι φωνητικά τραγουδιστές, που μπορεί να συγκινήσουν), είναι ακριβοθώρητη.

 

Το βιβλίο του Δημήτρη Μπαγέρη για το μεγάλο τραγουδιστή Γιώργο Ζωγράφο έρχεται να καλύψει μιαν έλλειψη στη σχετική βιβλιογραφία. Περιλαμβάνει μαρτυρίες του ίδιου του Ζωγράφου έτσι όπως καταγράφηκαν από τον συγγραφέα, παλιές συνεντεύξεις, λόγια άλλων δημιουργών που γνώρισαν τον τρανό ερμηνευτή και συνεργάστηκαν μαζί του, καθώς και αναλυτική δισκογραφία.

 

Μπορεί, φυσικά, ο μέγας αυτός ερμηνευτής να πλήρωσε την… εμμονή του να παραμείνει «αμετακίνητος», ενδεχομένως και με την ίδια του τη ζωή (να υπενθυμίσω πως ο ξεχασμένος Γιώργος Ζωγράφος βρέθηκε μόνος του, νεκρός, στο σπίτι του μετά από μέρες), όμως η παρακαταθήκη που άφησε δεν ήταν μικρή… και αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως ν’ απαλύνει, στο διηνεκές, την πίκρα των δικών του ανθρώπων. Της κόρης του, των όποιων συγγενών του, των φίλων του.

 

Ένας τέτοιος φίλος τού Γιώργου Ζωγράφου, ο συγγραφέας και μελετητής τού ελληνικού τραγουδιού Δημήτρης Μπαγέρης, είναι εκείνος που αποφασίζει, δέκα χρόνια μετά το «τέλος», να εκδώσει ένα βιβλίο για τον τρανό τραγουδιστή. Έπρεπε. Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Γιώργος Ζωγράφος/ Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο» και κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Μετρονόμος».

 

Το βιβλίο, που έχει 116 σελίδες και συνοδεύεται από πολύ ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό, είναι, θα έλεγα, χωρισμένο σε τέσσερα κύρια μέρη.

 

Το πρώτο είναι εκείνο στο οποίο ο τραγουδιστής αφηγείται τη ζωή του στον Μπαγέρη. Η συνάντηση-συζήτηση έγινε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, με την απομαγνητοφώνησή της να καταλαμβάνει τις πρώτες βασικές σελίδες.

 

Λέει κάπου ο Γιώργος Ζωγράφος:

«Το 1961 γνώρισα τον Μίκη Θεοδωράκη. Είχε γράψει τη μουσική για τον “Αίαντα” του Σοφοκλή και στην παράσταση που ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο συμμετείχα στον χορό.

Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς με φωνάζει στην παράσταση “Όμορφη Πόλη” για να τραγουδήσω το “Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά” και την “Όμορφη πόλη”. Θα έπαιζα και κάποιον ρόλο. Είχα τρελαθεί από τη χαρά μου, πανηγύριζα κυριολεκτικά. Και μια ωραία στιγμή, πέρασε ο Μίκης και μου λέει “Γιώργο, εσένα θα σε βάλω πρώτο στη χορωδία, διότι αυτά τα δύο τραγούδια θα τα δώσω στον Γιάννη τον Βογιατζή τον τραγουδιστή”.

Έγινα ράκος κυριολεκτικά, απογοητεύτηκα…

Πήγα σπίτι μου και έκλαιγα, νόμιζα ότι είχα χάσει τα πάντα. Μετά από δυο-τρεις μέρες χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο Αλέξης Σολομός. Μου λέει “Έλα γρήγορα, σε θέλει ο Χατζιδάκις στην πρόβα που κάνει στο θέατρο Κεντρικόν για την παράσταση Οδός Ονείρων”.

Μόλις μπήκα στο Κεντρικόν έπεσαν όλοι πάνω μου. Ο Χατζιδάκις μου έλεγε “θα σου δώσω τραγούδια”. Ο Σολομός μου έλεγε “θα παίξεις στα σκετς, θα παίξεις με τον Χορν”. Ο Χορν με αγκάλιαζε, με φιλούσε. Ήξερε τον πατέρα μου και τη μητέρα μου (σ.σ. αμφότεροι ηθοποιοί του θεάτρου).

Έτσι βρέθηκα στην “Οδό Ονείρων” και τραγούδησα τις “Αδελφές Τατά” και το “Αερικό” και έπαιζα σε τέσσερα-πέντε σκετς. Το “Αερικό” το είπα στην παράσταση, αλλά δεν το έκανα στη δισκογραφία».

 

 

 

Στη συνέχεια ο Ζωγράφος θυμάται τις παρουσίες του στις μπουάτ της Πλάκας. Στο θρυλικό «Συμπόσιον» του Γιώργου Μπουκουβάλα, στο «Θαλάμι» της Μυκόνου, τις «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη, το «Τετράδιο», το «Χρυσό Κλειδί», τον «Εσπερινό»… Είναι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, με το «νέο κύμα» να αποτελεί ένα αισθητικό status για την εποχή και με τον Γιώργο Ζωγράφο να χρίζεται βασικός εκπρόσωπός του.

 

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελούν δύο παλαιές συνεντεύξεις, που είχε δώσει ο Ζωγράφος σε περιοδικά της εποχής – στα «Επίκαιρα» κατ’ αρχάς το 1971 και στο «Φαντάζιο» στη συνέχεια τον Νοέμβρη του ’74 (στην Όλγα Μπακομάρου). Σ’ εκείνη τη συνέντευξη θυμόταν τις ταλαιπωρίες του από τη χούντα:

«Δύο μέρες μετά την 21η Απριλίου με κάλεσαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και με ρωτούσαν που κρύβεται ο Θεοδωράκης, αλλιώς θα μου έκλειναν το μαγαζί. Τους είπα “δεν ξέρω”, μ’ έκλεισαν και με κράτησαν δέκα μέρες μέσα. Ύστερα βγήκε αστυνομική διαταγή, με την οποία απαγορευόταν να τραγουδάω για έναν χρόνο στην περιοχή της Πλάκας. Λόγοι επιβιώσεως με ανάγκασαν να εμφανιστώ σ’ ένα κλαμπ στην Αχαρνών 288, το Κάβερν. Εκεί μεταξύ γιεγιέδων κ.λπ. ,κ.λπ. έλεγα τραγούδια Θεοδωράκη, Μαμαγκάκη και άλλων συνθετών. Ώσπου μετά από μια βδομάδα το μυρίστηκαν και το έκλεισαν το μαγαζί.

Βρισκόμουν σε απελπιστική κατάσταση. Έρχονταν Χριστούγεννα και δεν είχα δραχμή. Πήγα τότε στον διοικητή του τμήματος και τον παρακάλεσα να με αφήσει να δουλέψω στην Πλάκα. Τίποτα αυτός, ανένδοτος. Τότε τρελάθηκα. Πήγα και κάθισα στα σκαλιά της Μνησικλέους, κι άρχισα να φωνάζω “Κάτω η Χούντα” και άλλα πολλά. Τους είπα ότι θα πέσω από την Ακρόπολη, αν δεν με αφήσουν να δουλέψω. Εκεί, μου επέτρεψαν να τραγουδήσω στο Χρυσό Κλειδί».

 

Ο Ζωγράφος θα παρέμενε στο «Χρυσό Κλειδί» όλη την άνοιξη του ’68.

 

 

 

Πιο κάτω στην ίδια συνέντευξη στην Μπακομάρου ο Γιώργος Ζωγράφος θυμάται μια ιστορική συναυλία του στο θέατρο Ρουαγιάλ, την 31η Ιουλίου 1972. Ήταν μια συναυλία του κερκυραίου συνθέτη Σπύρου Σαμοΐλη, στην οποία θα έπαιρναν μέρος μεγάλη λαϊκή ορχήστρα και πολυμελής χορωδία…

«Την κάναμε με τον Σπύρο Σαμοΐλη και θα παρουσιάζαμε, μεταξύ άλλων, τραγούδια του Ρίτσου και του Βάρναλη. Την ίδια μέρα, το μεσημέρι, μας τα έκοψαν… Και όμως, τα είπα στη συναυλία. Τα είπα με χειρονομίες, με φωνές, με κραυγές, μια που δεν μπορούσα να πω τα λόγια. Ο κόσμος ήταν κατασυγκινημένος, ο Βάρναλης και ο Ρίτσος έκλαιγαν. Ήταν τότε που ’λεγαν ότι ο Ζωγράφος πάει, τρελάθηκε και φωνάζει…»

 

Υπάρχει και μιαν ακόμη μαρτυρία του Γιώργου Ζωγράφου γι’ αυτό το περιστατικό, που δεν καταγράφεται στο βιβλίο του Μπαγέρη και προέρχεται από το περιοδικό «Καλλιτεχνική Επιθεώρηση» (Περίοδος Β, τεύχος 2, Φεβ. 1979). Λέει ο Ζωγράφος:

«Α είναι κι ένας τρίτος δίσκος τα “Αντιδικτατορικά” (σ.σ. δεν έχω υπ’ όψιν μου κανένα τέτοιο άλμπουμ). Τραγουδάν ο Σαμοΐλης που είναι συνθέτης και τραγουδιστής, εγώ που είμαι μόνο τραγουδιστής, ο Θεοδωράκης που είναι συνθέτης και η μουσική είναι του Σαμοΐλη. Είναι και μια συναυλία που είχα τραγουδήσει μέσα στη δικτατορία χωρίς λόγια, έβγαζα άναρθρες κραυγές. Είχε γίνει στο θέατρο Ρουαγιάλ και στην πρώτη σειρά κάθονταν ο Βάρναλης με τον Ρίτσο. Ο Βάρναλης που ήταν κουφός δεν άκουγε τίποτα κι ο Ρίτσος που άκουγε τις κραυγές μου έλεγε “τι ωραία λόγια!”».

 

Απ’ αυτή τη συναυλία, μία από τις πιο σημαντικές αντιδικτατορικές μουσικές εκδηλώσεις της επταετίας, υπάρχει κι ένα ντοκουμέντο στο YouTube, με τον Γιώργο Ζωγράφο να τραγουδά ανατριχιαστικά, όπως πάντα, τον «Κωστή» σε στίχους Νίκου Πανδή και μουσική Σπύρου Σαμοΐλη. Στο βίντεο διαβάζουμε και κάτι σχετικό με τη λογοκρισία στις ζωντανές παραστάσεις… πως μέχρι τότε δεν υπήρχε λογοκρισία στα live, και πως η σχετική διάταξη ενεργοποιήθηκε στις 3 Ιουνίου 1972, πέντε μέρες μετά την πρώτη συναυλία του Σαμοΐλη στο θέατρο Διάνα, την 29/5/1972. Στην παράσταση στο Ρουαγιάλ που οργανώθηκε την 31η Ιουλίου 1972, όπως προείπαμε, «κόπηκαν» τα 14 από τα 20 τραγούδια του προγράμματος…

 

 

 

Στην ίδια εκείνη συνέντευξη, στην «Καλλιτεχνική Επιθεώρηση» ο Ζωγράφος λέει και τα εξής σημαντικά, για το ξεκίνημα της καριέρας του:

«Τραγούδησα για πρώτη φορά στην Παράγκα του υπαρξιστή Σίμου, όταν ήμουν 13 χρονών (σ.σ. μάλλον θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερος, γύρω στα 16). Στην πλατεία του Ψυρρή ο Σίμος πρακτόρευε τις ιδέες του Ζαν Πωλ Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μποβουάρ, πράγμα άτοπον και τραγελαφικόν. Ύστερα το 1960 τραγούδησα στον Τιπούκειτο, την πρώτη ουσιαστικά μπουάτ. Ήταν τότε στη Ναυάρχου Νικοδήμου. Παίζανε κιθάρα ο Παππάς και ο Χατζής, έκανε 20 δραχμές το ποτό και η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού ήταν φασόλια και τραχανάς. Η τρίτη δουλειά μου κατά σειρά ήταν στο Συμπόσιο, που ήταν κι αυτό του Μπουκουβάλα (όπως και ο Τιπούκειτος) και τραγουδούσαν η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Δήμος Μούτσης και δειλά-δειλά, της καρπαζιάς και της σφαλιάρας, εγώ και ο Σαββόπουλος».

 

Το τρίτο μέρος του βιβλίου του Δημήτρη Μπαγέρη αφορά σε κείμενα που έγραψαν φίλοι και συνεργάτες τού Γιώργου Ζωγράφου για ’κείνον. Αφηγούνται οι Νότης Μαυρουδής, Λίνος Κόκοτος, Νίκος Μαμαγκάκης, Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Μιχάλης Τερζής, Δημήτρης Ιατρόπουλος, Πόπη Αστεριάδη, Κώστας Γεωργουσόπουλος και Ξένη Μητσοβασίλη. Το περιστατικό ανάμεσα στους Γκαϊφύλλια, Ζωγράφο και Ιπποκράτη Εξαρχόπουλο (των Νοστράδαμος – τραγουδούσαν όλοι μαζί στη μπουάτ «5η Εποχή») φανερώνει πολλά για πολλούς…

 

Το βιβλίο θα κλείσει κατά τον πρέποντα τρόπο. Με την αναλυτική δισκογραφία του Γιώργου Ζωγράφου σε δίσκους 45 στροφών, LP και CD. Μια δισκογραφία που ξεκινά από την «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι το 1962, περνά από τα αγαπημένα τραγούδια των mid-sixties «Άκρη δεν έχει ο ουρανός» (Μαυρουδής – Κακουλίδης), «Πέρα από τη θάλασσα» (Μαρκόπουλος – Θαλασσινός), «Οι νεκροθάπται» (Μαρκόπουλος – Μποστ), «Μικρό παιδί» (Κόκοτος – Βεργόπουλος), «Τ’ όμορφο νησί» (Τενίδης – Τσιριμώκος), «Τ’ όνειρό μου πέθανε» (Σπανός – Λαπαθιώτης), «Τούτο το πρωί» (Κόκοτος – Βεργόπουλος), «Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος» (Χατζιδάκις – Γκάτσος), για να καταλήξει στα μεγάλα άλμπουμ, το «Μπολιβάρ» και τη «Συλλογή 1» του Νίκου Μαμαγκάκη, τις «Ώρες» του Λίνου Κόκοτου, τα «Γράμματα από τη Γερμανία» των Μίκη Θεοδωράκη και Φώντα Λάδη…

 

 

 

Και κάτι ακόμη. Είναι λυπηρό να μην υπάρχει ακόμη στο YouTube ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια «Ο αφέντης της Καρύταινας» του Νίκου Εγγονόπουλου, σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη, από το LP «Συλλογή 1» [Lyra, 1970], που δεν είναι συλλογή, αλλά ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά άλμπουμ όλων των εποχών. Ο τρόπος που αποδίδει ο Γιώργος Ζωγράφος τους στοιχειωμένους στίχους του Εγγονόπουλου, αναπλάθοντας την προσωπικότητα του φράγκου «αφέντη» έτσι όπως εκείνη καταγράφεται στο «Χρονικόν του Μορέως», δεν έχει όμοιόν του (όχι πως έχει όμοιά της η ψυχεδελική μουσική του Μαμαγκάκη, με το φλάουτο, το harpsichord και τις κιθάρες να σε ταξιδεύουν).

 

Φρίκη και τρόμος, καθώς άδεται η τελευταία στροφή…

 

Κι ως έρθει το πελέκι του ψηλά θαν το σηκώσει,
θα θρέψει μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά,
τα σπλάχνα που ξερίζωσε στους άνεμους θα σπείρη,
και θα σταθή εκδικητής στο κάστρο της Σιωπής.